Τι επιδιώκεται και πώς με το σ/ν για τα Πανεπιστήμια;

Επί της διαδικασίας….

Πριν μιλήσουμε για την ουσία, ας μιλήσουμε για την διαδικασία, γιατί ίσως από μόνη της τα λέει όλα. Είναι ολοφάνερο ότι το σ/ν, ένα κείμενο 345 άρθρων και 408 σελίδων, προετοιμάστηκε μήνες, αν όχι χρόνια, με στόχο τον πλήρη και ασφυκτικό έλεγχο του δημοσίου πανεπιστημίου. Από την κυβέρνηση προτείνεται μια προκλητικά προσχηματική διαδικασία «διαβούλευσης»… δύο εβδομάδων. Θα το πούμε καθαρά: θα υπάρξει συλλογική έκφραση των πανεπιστημίων (Σύγκλητοι, Σύνοδος πρυτάνεων, κλπ) που θα αναγνωρίσει την τακτική «σοκ και δέος» που εφαρμόζει η κυβέρνηση ως διαδικασία διαλόγου, χάνοντας κάθε ίχνος ανεξαρτησίας;

Επί της ουσίας, τώρα:

Το σ/ν προτείνει ένα βαθιά αυταρχικό, συγκεντρωτικό και ταυτόχρονα αναποτελεσματικό μοντέλο διοίκησης. Επί της ουσίας καταργεί όσα στοιχεία δημοκρατικής διοίκησης είχαν απομείνει στην διοίκηση των πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στα κρίσιμα κέντρα αποφάσεων. Έτσι, λοιπόν, μετά την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία όλων των άλλων μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας (φοιτητές, ΕΔΙΠ, ΕΤΕΠ, Διοικητικοί) ήρθε και η ώρα και τα μέλη ΔΕΠ επί της ουσίας να χρησιμοποιηθούν μόνο προσχηματικά στην εκλογική διαδικασία για τη διαμόρφωση της διοίκησης των ιδρυμάτων. Χρησιμοποιούνται άπαξ για τη διαμόρφωση των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης (η νεκρανάσταση των Συμβουλίων Ιδρύματος, και μάλιστα σε μια πιο επιθετική μορφή), η πλειοψηφία του οποίου στη συνέχεια αυτο-διπλασιάζεται με την επί πρόσληψη των εξωτερικών μελών, διαμορφώνοντας έτσι ένα πανίσχυρο, απολύτως ανεξέλεγκτο όργανο, που αποφασίζει, εκτελεί, διορίζει πρυτάνεις, κοσμήτορες (ελέγχοντας και την, ούτως ή άλλως, «διακοσμητική» Σύγκλητο πια), τους παύει κατά το δοκούν, κοκ. Ας θυμηθούμε ότι η αρχική εισαγωγή των ΣΙ είχε γίνει στο όνομα του «θεσμικού αντίβαρου, που θα προσέφερε εγγυήσεις χρηστής διοίκησης στα πανεπιστήμια. Με το σ/ν δεν υπάρχει κανένα θεσμικό αντίβαρο στην υπερεξουσία του ΣΔ. Τα προσχήματα περιττεύουν.

Για μια ακόμη φορά, επιχειρείται τα ελληνικά πανεπιστήμια να τεθούν υπό την κηδεμονία των καθηγητών της αλλοδαπής, ως μια ακόμη επιδεικτική έκφραση της απαξίας της κυβέρνησης προς τα ελληνικά πανεπιστήμια (αλλά και μιας αποικιοκρατικής λογικής) ή άλλα πρόσωπα «αυξημένων τυπικών προσόντων» (που θα εκκινούν από το να έχουν τουλάχιστον… πτυχίο). Η λογική αυτή συνιστά ανοικτή προσβολή για κάθε πανεπιστημιακό. Ο συνδυασμός δε εξωτερικών μελών με καθολική άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας των πανεπιστημίων (5 στους 11), που θα λειτουργούν ως επισκέπτες των συνεδριάσεων, σε ένα υπερσυγκεντρωτικό όργανο με αρμοδιότητες ακόμη και καθημερινής διαχείρισης είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε τραγελαφικά διαχειριστικά αποτελέσματα. Αλλά ποιος νοιάζεται;

Το σ/ν στοχεύει στη συρρίκνωση του δημόσιου πανεπιστημίου. Αποκαλύπτεται, πλέον, καθαρά η σκοπιμότητα της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, ως μηχανισμού εξόντωσης τμημάτων, με fast track διαδικασία. Ταυτόχρονα, ακόμη κι ένα ολόκληρο ΑΕΙ μπορεί να καταργηθεί όταν έχει «δυσανάλογα μεγάλο αριθμό φοιτητών σε σύγκριση με τον αριθμό των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού». Με απλά λόγια: το Υπουργείο μπορεί να κλείνει Τμήματα, Σχολές ή ακόμη και ΑΕΙ κατά το δοκούν εφευρίσκοντας, κατά περίπτωση, την «κατάλληλη» δικαιολογία.

Καθολικοποιούνται οι ελαστικές σχέσεις εργασίας του διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ. Πράγματι, με την κατάργηση της μονιμότητας των επίκουρων καθηγητών, με τη ρητή αποδέσμευση της κυβέρνησης από την υποχρέωση αναπλήρωσης των θέσεων των αφυπηρετησάντων μελών ΔΕΠ, που σημαίνει μια ετήσια απώλεια θέσεων ακόμη και της τάξης του 10% στα παλιότερα πανεπιστήμια, σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση κάθε είδους και τύπου «μέλους ΔΕΠ» (επισκέπτη, χρηματοδοτούμενου από χορηγίες, χρηματοδοτούμενου από ερευνητικά προγράμματα για όσο αυτά διαρκούν κοκ) επιχειρείται να «εκσυγχρονιστεί» τα ελληνικά πανεπιστήμια, κατά τα πρότυπα της εργασιακής ζούγκλας του «σύγχρονου» επιχειρηματικού πανεπιστημίου των ελάχιστων μόνιμων θέσεων (της τάξης του 25%), των άπειρων ελαστικών και του μόνιμου άγχους για την επιβίωση των νέων επιστημόνων.

Προκλητική είναι, επίσης, η απάντηση της κυβέρνησης στη μισθολογική κατάντια των μελών ΔΕΠ. «Θα σας αυξήσουμε το μέγιστο όριο των απολαβών σας, αλλά θα τα βγάζετε μόνοι σας» (με απελευθερωμένα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, μέσω των ερευνητικών προγραμμάτων, μέσω επαγγελματικής απασχόλησης, με εκπαιδευτικές «αρπαχτές»). Εκτός από το γεγονός ότι κλείνει ευθέως το μάτι στο στρώμα των καθηγητών που έχουν μετατρέψει την έρευνα σε business, ωθεί ανοιχτά τα μέλη ΔΕΠ στην αναξιοπρεπή εκμετάλλευση της αγωνίας των νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους μπροστά στα εργασιακά αδιέξοδα.

Ενισχύεται με κάθε μέσο η επιχειρηματικοποίηση του πανεπιστημίου, ως μόνη απάντηση στα οικονομικά αδιέξοδα των πανεπιστημίων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η θεσμοθέτηση των πιο απίθανων τίτλων σπουδών (κοινά, διπλά, πρωτεύοντα, δευτερεύοντα, ξενόγλωσσα, σύντομης διάρκειας, στην αλλοδαπή, πιστοποιητικά και άλλα ουκ έστιν αριθμός) είναι μια προσπάθεια να γεμίσει το προφανές κενό ιδεών για το περιεχόμενο σπουδών με πυροτεχνήματα ονομάτων, τάχα εκσυγχρονισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για βαθιά εμπορευματοποίηση κάθε εκπαιδευτικής δράσης, εδραζόμενη στο σκοτεινό «κυνήγι προσόντων» στο οποίο εξαναγκάζεται η νέα γενιά. Ταυτόχρονα, η επιχειρηματικοποίηση γίνεται πιο βαθιά, εσωτερικεύεται ως κριτήριο επιλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ. Έτσι, στα τυπικά προσόντα εκλογής ως μέλος ΔΕΠ στα κριτήρια πλέον συμπεριλαμβάνονται επίσημα η ίδρυση τεχνοβλαστών (spin offs) και η συμμετοχή του υποψηφίου ως μέλος ή μετόχου σε spin off εταιρεία (αλήθεια, έχει σκεφτεί κανείς στην κυβέρνηση ότι υπάρχουν πανεπιστήμια, σχολές και τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών που θα νοιώθουν εξ ορισμού απόκληροι μέσω τέτοιων διατάξεων;).

Σε κανένα άλλο σχέδιο νόμου πλαίσιο που έχει εμφανιστεί στα πανεπιστήμια δεν έχει προβλεφθεί με τόσο σπουδή και αποφασιστικότητα η πειθαρχική διαδικασία. Γεγονός απολύτως συμβατό με τη φύση του. Το σ/ν δεν ήρθε για να πείσει, ήρθε να επιβληθεί. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαία η πλήρης σύζευξή του με το νόμο για την πανεπιστημιακή αστυνομία, ακόμη και στα πιο σκοτεινά σημεία, όπως αυτό που προβλέπει ότι στα «τυχερά πανεπιστήμια» που θα πάρουν ΟΠΠΙ υπεύθυνη για τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων θα είναι απευθείας η αστυνομία.

Κι όσο για το περίφημο αυτοδιοίκητο των Ιδρυμάτων, μόνο ως αστείο μπορεί να λεχθεί μετά την επιβολή ενός κανονιστικού πλαισίου, που οριακά το μόνο που δεν ρυθμίζει είναι το πως θα… αναπνέουμε.

Η επίθεση ενάντια στην πανεπιστημιακή κοινότητα έχει ως προνομιακό στόχο τους φοιτητές, και μάλιστα σε θεμελιώδη ζητήματα: Καταργείται η εκπροσώπηση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης μέσω των φοιτητικών συλλόγων και γίνεται η προσπάθεια δημιουργίας ανταγωνιστικής συλλογικής έκφρασης των φοιτητών, μέσω του Συμβουλίου των Φοιτητών. Φωτογραφίζονται συνδικαλιστικές δράσεις των φοιτητικών συλλόγων ως πειθαρχικά παραπτώματα που επιφέρουν ποινές ή ευθύνες σε όσους ασκούν διοίκηση και δεν τις επιδιώξουν. Θεσμοθετείται η ανώτατη διάρκεια των σπουδών (+2 χρόνια στις τετραετείς σχολές, +3 χρόνια στις πενταετείς) και οι διαγραφές των φοιτητών που υπερβαίνουν αυτή τη διάρκεια, περιορίζεται η δυνατότητα κάλυψης της πρακτικής άσκησης των φοιτητών από τον προϋπολογισμό κοκ.

Εν κατακλείδι…

Με το σ/ν επιχειρείται η εξόντωση όσων στοιχείων του δημοκρατικού, συμμετοχικού και αυτοδιοικούμενου πανεπιστήμιου της μεταπολίτευσης έχουν μείνει ζωντανά μετά τα διαδοχικά «ξεδοντιάσματα» των προηγούμενων νομοσχεδίων. Επιχειρείται πολύ απλά το οριστικό τέλος του. Όμως αυτά τα στοιχεία που επιμένουν κόντρα στους καιρούς, είναι αυτά που το κράτησαν και το κρατούν ακόμη ζωντανό μέσα στις αλλεπάλληλες κρίσεις, είναι αυτά που κρατούν ακόμη ανοιχτό το θέμα του προσανατολισμού του προς τις κοινωνικές ανάγκες, είναι αυτά που δημιουργούν τις αντιστάσεις στην πλήρη εμπορευματοποίησή του, είναι αυτά, μαζί με τον αγώνα μας για μια καλύτερη ζωή και μια καλύτερη κοινωνία, που κάνουν την δουλειά μας όμορφη. Και δεν θα επιτρέψουμε να χαθούν.

Το σ/ν επιτίθεται προς όλους. Γι’ αυτό και θα ηττηθεί, από όλους μαζί!

Ζητάμε άμεση απόσυρση του σ/ν! Όχι στην προσχηματική διαδικασία διαλόγου- άλλοθι για την προώθηση του απαράδεκτου σ/ν!

Τι επιδιώκεται και πώς με το σ/ν για τα Πανεπιστήμια_7-6-2022

Ε.Μ.Π.: Εθνικό Μετσόβιο Πειθαρχείο;

Η κυβέρνηση, εν μέσω πανδημίας, βρήκε χρόνο να ασχοληθεί με ένα, κατ’ αυτήν, «οξύτατο πρόβλημα». Ας δούμε, όμως, πριν από αυτό, με ποια πραγματικά οξύτατα πανεπιστημιακά προβλήματα ΔΕΝ ασχολείται:

  • Δεν ασχολείται με το γεγονός ότι η ουσιαστική πανεπιστημιακή εκπαίδευση παραπαίει ανάμεσα σε κουρασμένους καθηγητές που μιλούν σε μια οθόνη και ζαλισμένους και αποχαυνωμένους φοιτητές που «παρακολουθούν» (κατά την Υπουργό, η τηλεκπαίδευση «πάει θαυμάσια» και θα παραταθεί, μάλλον, για ένα ακόμη εξάμηνο, σύνολο τρία μέχρι στιγμής).
  • Δεν ασχολείται με τους προϋπολογισμούς κατάρρευσης των πανεπιστημίων (μειωμένοι κατά 80%, πλέον), οι οποίοι είναι βεβαιωμένα κάτω από τις στοιχειώδεις ανάγκες (αντίθετα, τα πανεπιστήμια πρέπει να αποδείξουν «αριστεία» για να έχουν …ηλεκτρικό ρεύμα).
  • Δεν ασχολείται με την κατακόρυφη πτώση σε μέλη ΔΕΠ και έμψυχο προσωπικό (η Ελλάδα έχει τη χειρότερη αναλογία φοιτητών ανά μέλος διδακτικού προσωπικού στην Ευρώπη), και την εξάντληση όλων μας στην προσπάθειά μας να διασώσουμε το επίπεδο σπουδών, καλύπτοντας θεόρατες πια «τρύπες» (αντίθετα παρανομεί απροσχημάτιστα μην προκηρύσσοντας όπως ο νόμος ορίζει τις κενές θέσεις λόγω συνταξιοδότησης). Και δεκάδες άλλα «δεν»…

Επίσης, ενδιαφέρον έχει με τι άλλο συνοδεύει τον νόμο. Αφού για δεκαετίες αντιμετώπισαν την πανεπιστημιακή εκπαίδευση με πελατειακό τρόπο, φτιάχνοντας τμήματα-φαντάσματα χωρίς πανεπιστημιακές υποδομές σε κάθε γωνιά της χώρας, τώρα προσποιούνται τον τιμητή της ποιότητας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και με τον ορισμό βάσης εισαγωγής ωθούν χιλιάδες νέους στα ιδιωτικά κολλέγια και τις – στα όρια τα οικονομικής κατάρρευσης οικογένειές τους – στο ταμείο. Θα λέγαμε, μόνο, ότι αυτό είναι μια λάθος εκπαιδευτική πολιτική, αν δεν ήταν μια ψυχρή και κυνική ενίσχυση της ιδιωτικής εκπαίδευσης, αφού η κυβέρνηση παράλληλα εξίσωσε τα επαγγελματικά δικαιώματα των κολλεγίων με αυτά των πανεπιστημίων, ακυρώνοντας στην πράξη το άρθρο 16 του Συντάγματος.

Βρήκε, λοιπόν, την κατάλληλη στιγμή να επιβάλλει την «τάξη» στα πανεπιστήμια. Πώς;

  • Καταργώντας το αυτοδιοίκητό τους. Τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να έχουν τάχα το «δικαίωμα» να ορίζουν τα του οίκου τους με εσωτερικούς κανονισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί συμφωνούν με τον νόμο. Έτσι τα πανεπιστήμια χάνουν την αποφασιστική αρμοδιότητα στο χώρο ευθύνης τους και μετατρέπονται σε εκτελεστικά όργανα.
  • Στοχεύοντας σχεδόν απροσχημάτιστα στη φοιτητική συνδικαλιστική δράση μέσω μιας εξαντλητικής και ακραία συντηρητικής ποινικοποίησης σχεδόν των πάντων (μέχρι …και της ηχορύπανσης). Τη φύλαξη των εγκαταστάσεων από το κοινό έγκλημα θα πρέπει να είναι κανείς εξαιρετικά παρατηρητικός για να την ανακαλύψει κάπου, σε κάποιο σημείο, του νομοσχεδίου. Άλλωστε, το πραγματικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τη φύλαξη των πανεπιστημίων φάνηκε όταν ο σημερινός Πρωθυπουργός κατήργησε ως Υπουργός εν μία νυκτί τον κλάδο των φυλάκων-νυχτοφυλάκων και απέλυσε τους φύλακες.
  • Εισάγοντας την πανεπιστημιακή αστυνομία, που δεν είναι καθόλου λιγότερο αστυνομία. Για παράδειγμα, οι ειδικοί φρουροί της Ομάδας Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (Ο.Π.Π.Ι.) έχουν και προανακριτικά καθήκοντα κατ’ εξαίρεση των καθηκόντων όλων των άλλων ειδικών φρουρών. Η πανεπιστημιακή αστυνομία έχει πλήρη ελευθερία δράσης, αφού η δράση της αναφέρεται στο άρθρο δηλαδή που κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο.
  • Θεσμοθετεί την υποχρεωτική συνεργασία των πανεπιστημιακών διοικήσεων με την πανεπιστημιακή αστυνομία («…οι διοικήσεις των Α.Ε.Ι. υποχρεούνται να διευκολύνουν με κάθε τρόπο το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. στο Α.Ε.Ι. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 4.») και απειλεί με κυρώσεις αν αυτή δεν είναι «πρόθυμη» και αποτελεσματική, ξεκινώντας με θεσμοθέτηση πειθαρχικών ευθυνών σε όλα τα επίπεδα αν αρνηθούν την απαραίτητη «βοήθεια», μέχρι οικονομικές κυρώσεις επί των πανεπιστημίων στην περίπτωση που αυτά «δεν συμμορφωθούν».
  • Εισάγει τα αλήστου μνήμης «πειθαρχικά φοιτητικά συμβούλια», με πλήρως προσδιορισμένη διαδικασία και προκαθορισμένες ποινές, απλώς για να μετακυλήσει την απεχθή ευθύνη της επιβολής μιας ακραίας διαδικασίας καταστολής στα πανεπιστημιακά όργανα και σε κάποιους συνάδελφους, υπό την απειλή της πειθαρχικής ευθύνης. Αλήθεια, ποιος συνάδελφος θέλει να υποστεί κάτι τέτοιο;
  • Μετατρέπει τις πανεπιστημιουπόλεις σε αστυνομοκρατούμενα και επιτηρούμενα με κάμερες ιδρύματα, με απαγόρευση εισόδου σε μη μέλη (άραγε δεν ενδιαφέρουν κανένα οι εκατοντάδες περιπατητές στου Ζωγράφου που βρίσκουν σε αυτό μια διέξοδο ή αυτοί που επισκέπτονται το συγκρότημα της Πατησίων ως σημαντικό μνημείο;).
  • Επικουρικά, τοποθετεί τη δαμόκλειο σπάθη της διαγραφής (ν+3 για το ΕΜΠ, όταν ο μέσος όρος αποφοίτησης στο Ίδρυμα είναι κοντά στα 7,5 χρόνια) για να τιμωρήσει αυτούς που δεν τα καταφέρνουν (ή είναι κάπως «ζωηροί»), μιας που από την πλευρά της έκανε ότι ήταν αναγκαίο. Τους έδωσε δηλαδή καθηγητές, φρόντισε με τη φοιτητική μέριμνα τους οικονομικά αδύναμους, άνοιξε διάπλατα τους δρόμους της επιτυχίας για την επαγγελματική τους προοπτική. (Ή, μήπως, τίποτε από όλα;).

Στη βάση των παραπάνω είναι καθαρή ειρωνεία να ονομάζει η κυβέρνηση το νομοσχέδιο αυτό «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις»!

Η κυβέρνηση κάνει μεγάλος λάθος αν πιστεύει ότι τα πανεπιστήμια θα «σιγήσουν» και θα υποταχτούν στην «προδιαγεγραμμένη» μοίρα τους, υπό την απειλή μιας ακραίας καταστολής. Κάνει το ίδιο λάθος σε ολόκληρη την κοινωνία και σε κάθε πρόβλημα: έχει κουραστεί η κοινωνία από τα απανωτά και ανυπόφορα lockdown; Απειλεί τον κόσμο ότι θα αυξήσει το πρόστιμο από 300 σε 500 ευρώ. Εδώ, χρησιμοποίησε τη γνωστή συνταγή της τρομολογαγνίας («5000 αστυνομικοί στους δρόμους») ακόμη και για …το χριστουγεννιάτικο τραπέζι!…

Κάνει ακόμη μεγαλύτερο λάθος αν πιστεύει ότι θα χρησιμοποιήσει τους πανεπιστημιακούς δασκάλους σε ρόλους ανακριτών και εισαγγελέων ενάντια στους φοιτητές τους. Κανείς από εμάς, από όλους εμάς, δεν ήρθε στο πανεπιστήμιο για αυτό. Κανείς δεν θα το κάνει.

Σε μια τόσο κρίσιμη καμπή για τα πανεπιστήμια, η «σιγή» της Διοίκησης του ΕΜΠ είναι εκκωφαντική. Είναι απροθυμία ανάληψης ευθύνης έναντι μιας εξουσίας διατεθειμένης να σαρώσει δικαιώματα, πανεπιστημιακές παραδόσεις, ακόμη τον ίδιο τον συμβολισμό του ΕΜΠ στην ελληνική κοινωνία ή είναι σιωπηρή συναίνεση; Και δεν γίνεται αντιληπτή η εφιαλτική προοπτική οξύτατων εσωτερικών, μάταιων και σε λανθασμένη βάση αντιπαραθέσεων που το νομοσχέδιο αυτό αναπόδραστα παράγει;

Το νομοσχέδιο δεν θα περάσει. Είναι ενάντια στην πραγματικότητα, ενάντια στην φύση του πανεπιστημίου ως κατεξοχήν χώρου δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ενάντια στην απλή λογική. Ας μη βάλει κανείς πλάτη σε αυτό.

Ούτε ο κόσμος θα σταματήσει να αντιστέκεται, να ονειρεύεται, να αγωνίζεται. Η κοινωνία μας χρειάζεται ελπίδα, όχι περισσότερο φόβο και περισσότερα δεσμά. Χρειάζεται ελεύθερα μυαλά, όχι πηλήκια.

  • ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΘΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΣΕ ΠΕΙΘΑΡΧΕΙΑ
  • ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΘΕΙ ΑΜΕΣΑ Η ΦΥΛΑΞΗ ΜΕ ΜΟΝΙΜΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥ ΕΜΠ
  • ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

 

Ε.Μ.Π.: Εθνικό Μετσόβιο Πειθαρχείο

Πολυνομοσχέδιο για την Παιδεία: πίσω ολοταχώς…

Οι τηλεοράσεις ακόμη παίζουν τις πληρωμένες κυβερνητικές ευχαριστίες προς τους «αφανείς ήρωες» που στηρίζουν τις ζωές μας, μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Αυτούς που, και πριν και μετά την κρίση, θα πρέπει να δίνουν τη μάχη της επιβίωσης με μισθούς των 560 ευρώ. Η κυβέρνηση αποκάλυψε, όμως, το πραγματικό της πρόσωπο, την πραγματική της πολιτική, στο πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για την Εκπαίδευση, με το οποίο καταργεί κάθε δικαίωμα συμμετοχής σε κάθε άλλο εργαζόμενο στα πανεπιστήμια, πλην των μελών ΔΕΠ, στις πρυτανικές εκλογές. Οι «αφανείς ήρωες» είναι πάντα καλοί, όσο βγάζουν τη δουλειά, αλλά η θέση τους είναι στο περιθώριο.

Έτσι, τα μέλη ΕΔΙΠ με ελάχιστα δικαιώματα και μισθούς χαμηλότερους ακόμη και από αυτούς του διοικητικού προσωπικού, θα πρέπει να συνεχίζουν να στηρίζουν με αυτοθυσία το διδακτικό έργο ενός ολοένα και απισχνούμενου διδακτικού προσωπικού. Τα μέλη των ΕΤΕΠ θα πρέπει να συνεχίζουν να είναι η ψυχή των εργαστηρίων, να καλύπτουν με το φιλότιμό τους τα κενά της υλικοτεχνικής υποδομής μιας συνεχιζόμενης περιόδου παρακμής. Το διοικητικό προσωπικό θα πρέπει να υπερβάλλει εαυτόν για να κάνει το ΕΜΠ να δουλέψει, σε ένα περιβάλλον γραφειοκρατικής ασφυξίας. Αλλά μέχρις εκεί. Η κυβέρνηση τους λέει κατάμουτρα ότι δεν είναι ικανοί να έχουν άποψη για τα ζητήματα του ΕΜΠ, των πανεπιστημίων γενικότερα. Ο ρόλος τους είναι αυστηρά αυτός του διοικούμενου.

η προκλητική κατάργηση κάθε εκλογικής συμμετοχής των εργαζομένων δίνει στην υποτίμηση του ρόλου τους ένα συμβολισμό άλλων εποχών και τελείως αντίθετο της πραγματικής συμβολής τους

Για να είμαστε δίκαιοι, η κυβέρνηση «πάτησε» πάνω στην απαράδεκτη υποτίμηση του ρόλου των εργαζομένων στα πανεπιστήμια με τον νόμο Γαβρόγλου (ο οποίος εξίσωσε 10 ψήφους εργαζομένων στο Ίδρυμα με μία ψήφο ενός μέλους ΔΕΠ!). Αλλά η προκλητική κατάργηση κάθε εκλογικής συμμετοχής των εργαζομένων δίνει στην υποτίμηση του ρόλου τους ένα συμβολισμό άλλων εποχών και τελείως αντίθετο της πραγματικής συμβολής τους. Πού να μιλήσει κανείς για φοιτητική συμμετοχή, μια πραγματικότητα σε πολλά προοδευτικά και δυναμικά ιδρύματα της αλλοδαπής;

Τα μέλη ΔΕΠ δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να πέσουν στην παγίδα της έμμεσης κολακείας, ότι μόνο αυτοί είναι σημαντικοί για το Ίδρυμα. Πρώτον, γιατί απλά δεν είναι έτσι. Κάθε ένας έχει το ρόλο του. Χωρίς αυτόν, αλλά και τη συνεργασία όλων, ένας ζωντανός οργανισμός, όπως είναι ένα πανεπιστήμιο, δεν μπορεί να προχωρήσει. Δεύτερον, γιατί την επόμενη φορά που εκ των πραγμάτων θα αναγκαστούμε να καταφύγουμε στις φιλότιμες προσπάθειες όλων για να κρατήσουμε ζωντανό το Ίδρυμα, το «στίγμα» μιας εγωιστικής και στενόμυαλης στάσης θα μας ακολουθεί.

Και, βεβαίως, επειδή ορισμένα πράγματα πάνε πακέτο, η ηλεκτρονική ψηφοφορία επιβάλλεται δια νόμου. Το παραβάν δεν είναι απαραίτητο πια, ώστε να εξασφαλίζεται η ελευθερία της ψήφου δια της μυστικότητάς της. Προκλητικά δε αναφέρεται ότι η επιλογή αυτή προτείνεται ώστε να «διασφαλίζεται με τον μέγιστο δυνατό τρόπο το αδιάβλητο της διαδικασίας εκλογής». Κανονικό δούλεμα δηλαδή. Αν είναι τόσο σίγουροι, γιατί δεν το προτείνουν, άραγε, και για τον τρόπο που εκλέγονται οι ίδιοι;  Η πορεία οπισθοδρόμησης δεν αφορά μόνο τα πανεπιστήμια, βέβαια. Η επαναφορά της «διαγωγής», οι πολυήμερες αποβολές είναι ενδεικτικά μέτρα που μυρίζουν ναφθαλίνη με τα οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να «εκσυγχρονίσει» την εκπαίδευση στη χώρα μας. Άντε και στο Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού και στην επιστροφή της προίκας.

Κι όλα αυτά εν μέσω πανδημίας. Ούτε οι έκτακτες συνθήκες τους ενοχλούν, ούτε η πρακτική αδυναμία έκφρασης γνώμης. Η ατζέντα πρέπει να προχωρήσει, πάση θυσία. Έτσι όμως και οι προθέσεις φανερώνονται και οι στόχοι γίνονται πεντακάθαροι.

Κατά τα άλλα, μια από τα ίδια…

Ενώ οι μισθοί μας παραμένουν καθηλωμένοι εκεί που «προσωρινά» πετσοκόφτηκαν κατά 40% πριν μια δεκαετία (και αρχίζει ήδη η ψυχολογική προετοιμασία για νέες μειώσεις στο όνομα της νέας επερχόμενης κρίσης), η κυβέρνηση το μόνο που κάνει είναι να συνεχίζει να «κλείνει το μάτι» στα μέλη ΔΕΠ για ένα ατομικό δρόμο επιβίωσης, μέσω των ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών, προπτυχιακών και μεταπτυχιακών. Κι ας είναι γνωστό τοις πάσι, εκτός των άλλων, ότι κάθε τέτοιο «δώρο», θα χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω συρρίκνωση των μισθών μας, όπως έγινε στην περίπτωση της γνωστής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεχίζει, επίσης, τα διθυραμβικά σχόλια για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων, γιατί τάχα ανακάλυψαν τον μαγικό δρόμο της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Κι ας μην τολμάει βεβαίως να θεωρήσει τα μαθήματα αυτά πραγματικά διδαχθέντα, αφού, για παράδειγμα, εξαιρεί στην Γ΄ Λυκείου την ύλη αυτή από τις Πανελλήνιες Εξετάσεις.  Αλλά κατά τα άλλα, «εξ αποστάσεως» να ‘ναι, κι ότι να ‘ναι. Άραγε, η γελοιότητα του «σκόιλ ελικικού» και η διασπάθιση πόρων με οσμή σκανδάλου (η «εξ αποστάσεως επιμόρφωση» των επιστημόνων προέβλεπε τη διάθεση πόρων 85 εκατ. ευρώ σε ΚΕΚ, όταν η 2η Προκήρυξη Ερευνητικών Έργων για την ενίσχυση µελών ∆ΕΠ και Ερευνητών του ΕΛΙΔΕΚ, για το 2020, είναι 24,5 εκατ. ευρώ…), θα βάλει κάποιο φρένο; Ή πολύ απλά αυτό είναι το επίπεδο της ιδιωτικής «ανώτατης» εκπαίδευσης που κάποιοι ευαγγελίζονται; Κι εμείς, τα μέλη ΔΕΠ, θα συνεχίσουμε να τροφοδοτούμε με τη στάση μας, πολλές φορές, το «εξ αποστάσεως ντελίριο» στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας; Κάθε μέλος ΔΕΠ που σέβεται τη δουλειά του εδώ και χρόνια ενσωματώνει στον τρόπο που κάνει το μάθημά του τις τεχνολογικές εξελίξεις και εμπλουτίζει τις μορφές που η αναντικατάστατη, πολύπλευρη και αμφίδρομη σχέση «δάσκαλου-μαθητή» έχει. Πολύ δε περισσότερο σε συνθήκες κλειστών πανεπιστημίων, όπου η εξ αποστάσεως εκπαίδευση (και όχι διδασκαλία) είναι αναγκαστική επιλογή. Γι’ αυτό κάναμε και θα κάνουμε όλοι το καλύτερο δυνατό. Αλλά εδώ το πράγμα πάει, εμφανώς, αλλού. Στην υποτίμηση του ρόλου του μέλους ΔΕΠ, στην αναζήτηση φτηνών τρόπων διδασκαλίας και στην παράδοση του πανεπιστημιακού προϊόντος σε «εξ αποστάσεως φωστήρες». Ας το καταλάβουμε έγκαιρα, κι ας σταματήσουμε να πυροβολούμε τα πόδια μας.

Και μέσα σε όλα αυτά, ενώ τα πανεπιστήμια στενάζουν κάτω από τα προβλήματα της υποστελέχωσης και της υποχρηματοδότησης, η ΠΟΣΔΕΠ κάνει την απαράδεκτη πρόταση για εθελοντική παραμονή μέχρι τα 70 έτη, την ίδια ώρα που η αυτόματη αντικατάσταση των συνταξιοδοτηθέντων δεν έχει οριστικοποιηθεί και οι συντάξεις των μελών ΔΕΠ παραμένουν σε αναξιοπρεπή επίπεδα. Αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία ένα συνδικαλιστικό όργανο να ζητά την παράταση του ορίου συνταξιοδότησης! Γιατί επ’ αυτού πρόκειται στην ουσία.

Ζούμε μια κρίση πρωτόγνωρη, που δείχνει καθαρά τα σαθρά θεμέλια πάνω στα οποία είναι δομημένος ο σύγχρονος κόσμος. Αυτό αναγκάζει επώνυμους κήρυκες του δόγματος ότι «τα δημόσια αγαθά είναι σπατάλη» να ομνύουν σήμερα υπέρ αυτών. Αλλά, επειδή γρήγορα τα γνωστά στερεότυπα θα αναδομηθούν (έχουν εξάλλου τεράστιες δυνάμεις διαθέσιμες γι’ αυτό), και ο κίνδυνος ο στίχος «όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν» να αποδειχθεί μια ακόμη φορά αληθινός, παραμένει.

Ας μην επιτρέψουμε, λοιπόν, ξανά να επιστρέψουμε σε μια κανονικότητα που το μόνο κανονικό της είναι να γεννάει ολέθριες κρίσεις σαν τη σημερινή.

Πολυνομοσχέδιο για την Παιδεία: πίσω ολοταχώς

Θέση των Πανεπιστημιακών Δασκάλων ΕΜΠ για το Σχέδιο Νόμου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις»

Στις 4 Δεκεμβρίου 2019 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Παιδείας το Σ/Ν «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις». Η νυν ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας συνεχίζει την πρακτική των προηγούμενων ηγεσιών ως προς την αποσπασματική θεσμοθέτηση μέτρων και, μάλιστα, για μείζονος σημασίας θέματα όπως είναι η αξιολόγηση των Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και η δημιουργία μιας νέας Αρχής για την ανώτατη εκπαίδευση, γεγονός που επιδεινώνει το πρόβλημα των διάσπαρτων, ασαφών και αντιφατικών νομοθετικών διατάξεων. Και βέβαια, δεν λείπουν ούτε οι περίφημες «Λοιπές διατάξεις», μέσω των οποίων λαμβάνονται αποφάσεις για πλείστα όσα σοβαρά θέματα.

Οι διατάξεις των Άρθρων 22 έως 31 που αφορούν στο πλαίσιο λειτουργίας των ΕΛΚΕ είναι πολύ κατώτερες της ανάγκης για άμεση αποδέσμευση της Έρευνας από τον γραφειοκρατικό στραγγαλισμό και των προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί από σχετικά (μάλλον κατευθυνόμενα) δημοσιεύματα. Επίσης,  δεν περιλαμβάνουν αντίστοιχες προβλέψεις για τη διαχείριση των κονδυλίων του Τακτικού Προϋπολογισμού, εγκαταλείποντας ένα σημαντικό τμήμα των πανεπιστημιακών δράσεων κυριολεκτικά στο έλεος μιας απίθανης  γραφειοκρατίας. Έτσι, η γραφειοκρατία και η αντίληψη πως οι συνάδελφοι είναι εν δυνάμει απατεώνες καλά κρατούν. Προφανώς, η Υπουργός κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, αφού το κόμμα της ΝΔ διέθεσε σημαντικό ποσό από τη συνολική κρατική επιμορφωτική δαπάνη που έλαβε για εξόφληση χρεών του κόμματος σε Τράπεζες και Δημόσιο, σε ρητή αντίθεση με τους σκοπούς της συγκεκριμένης επιχορήγησης[1]! Αναμφίβολα, λοιπόν, τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που τίθενται στο παρόν νομοσχέδιο είναι η συγκρότηση της ΕΘΑΑΕ και η σύνδεση της αξιολόγησης των ΑΕΙ με τη χρηματοδότησή τους σε ποσοστό 20% (χωρίς να υποτιμάται η σημασία άλλων διατάξεων όπως, για παράδειγμα, της παρ. 2 του Άρθρου 10 για την αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών που οδηγούν στην άσκηση «νομοθετικώς ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων», και τις επισφαλείς διαδικασίες  που ανοίγει).

Ένα πρώτο ερώτημα, που εύλογα δημιουργείται ακόμη και στον πλέον καλοπροαίρετο συνάδελφο, αφορά στους λόγους που ώθησαν το Υπουργείο στην κατάργηση της ΑΔΙΠ και στην αντικατάστασή της από την ΕΘΑΑΕ, αφού σε μια πρώτη ανάγνωση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των δύο Αρχών δεν εντοπίζονται διαφορές, τουλάχιστον ως προς τα ουσιαστικά ζητήματα. Χωρίς καμία διάθεση υποστήριξης του ρόλου και του έργου της ΑΔΙΠ, θα περιμέναμε από την νυν ηγεσία, για λόγους στοιχειώδους συνέπειας με τις θέσεις που εξέφραζε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση για τις «….άνευ ακαδημαϊκών κριτηρίων και μελετών βιωσιμότητας και σκοπιμότητας….» συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων και ΤΕΙ από την προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου, να προβεί – έστω για τα μάτια του κόσμου – στην αξιολόγηση της ΑΔΙΠ και στην αποτίμηση του έργου της για να τεκμηριώσει την ανάγκη κατάργησής της. Η νυν ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, όπως και η Κυβέρνηση της ΝΔ συνολικά κατά τους πρώτους έξι μήνες διακυβέρνησης, έχει αποδείξει ωστόσο ότι δεν ενδιαφέρεται να τηρήσει ούτε καν τα προσχήματα. Η κατάργηση της ΑΔΙΠ και η αντικατάστασή της από την ΕΘΑΑΕ έχει ως μοναδικό στόχο τον πλήρη έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής από την ηγεσία του Υπουργείου για να αποφευχθούν «προβλήματα» του παρελθόντος – όπως η κριτική που είχε ασκηθεί από την ΑΔΙΠ στο σχέδιο «Αθηνά» με αναφορές για «…πολλές αδυναμίες, η κυριότερη των οποίων αφορά την μη συνεπή και ομοιόμορφη εφαρμογή κριτηρίων…» (ένας très chic τρόπος για να θιγούν οι μικροκομματικές σκοπιμότητες του σχεδίου)[2] – αλλά και να διευκολυνθούν οι μελλοντικοί σχεδιασμοί της Κυβέρνησης. Για τους λόγους αυτούς επιλέγεται με τη συγκεκριμένη διαδικασία ο Προέδρος της ΕΘΑΑΕ (με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και σύμφωνη γνώμη της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής), ο οποίος και συγκεντρώνει σημαντικές εξουσίες στα χέρια του (είναι Πρόεδρος και του Ανώτατου Συμβουλίου και του Συμβουλίου Αξιολόγησης και Πιστοποίησης, είναι μέλος των επιτροπών αξιολόγησης και συγκροτεί με κρίση, χωρίς προβλεπόμενα κριτήρια, τις δύο τριμελείς επιτροπές που αξιολογούν τις υποψηφιότητες των δύο ανωτέρω Συμβουλίων, κ.ά.). Το επιτελικό κράτος, βλέπετε, απαιτεί την ύπαρξη επιβλέποντος «Σουλτάνου» στην ανώτατη εκπαίδευση, ώστε η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, με την επίφαση της αξιολόγησης μιας «Ανεξάρτητης» Αρχής, να εφαρμόζει επιθετικά και ασφυκτικά τις επιλογές της, καταστρατηγώντας τον αυτοδιοίκητο χαρακτήρα των Ιδρυμάτων.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό θα διαδραματίσει φυσικά η αξιολόγηση των Ιδρυμάτων και, ιδιαίτερα, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότησή τους. Τα έργο των πανεπιστημίων – εκπαιδευτικό και ερευνητικό – πρέπει να σχεδιάζεται, να αποτιμάται και να επανασχεδιάζεται, με σταθερό στόχο τη βελτίωσή του, ως νευραλγικής σημασίας κοινωνική διαδικασία. Όσο, όμως, σωστή είναι η θέση αυτή άλλο τόσο πραγματική είναι και η θέση ότι μέσω των κατάλληλων «κριτηρίων αξιολόγησης» προωθείται αποτελεσματικά ακόμη και η πιο σκληρή αντιεκπαιδευτική πολιτική. Η διαδικασία σχεδιασμός-αποτίμηση-επανασχεδιασμός του έργου των πανεπιστημίων είναι εκ των πραγμάτων σύνθετη, καθώς πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες κάθε επιστημονικού κλάδου και, κυρίως, πρέπει να είναι ικανή να αποτιμά τα ποιοτικά στοιχεία που συνθέτουν και διαμορφώνουν τον πολύπλευρο ακαδημαϊκό χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η χρήση «αντικειμενικών ποσοτικών» δεικτών, τόσο της  «μόδας» σήμερα, αποτελεί μια απλούστευση που σε πλείστες των περιπτώσεων αποτυγχάνει να περιγράψει με στοιχειώδη επάρκεια το επιτελούμενο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Ασφαλώς, το ανεκδοτολογικό εύρημα των Smeyers & Burbules (2011)[3], που φέρνουν ως παράδειγμα τη μελέτη των Fleischmann & Pons (1989)[4] στο πεδίο της «ψυχρής σύντηξης», η οποία έχει περισσότερες από 830 ετεροαναφορές, ως παράδειγμα, όμως, «ηλίθιου σφάλματος ή απάτης», δεν είναι μοναδικό.

Οι  πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος αναδεικνύονται όταν η αξιολόγηση συνδέεται (στην αρχή πάντα μερικά, στη συνέχεια όλο και περισσότερο) με τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων. Η σχετική εμπειρία των αγγλικών Πανεπιστημίων είναι άλλωστε χαρακτηριστική. Σύμφωνα με δημοσιευμένες έρευνες, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση με χρήση ποσοτικών δεικτών, όπως για παράδειγμα ο λόγος αποφοιτησάντων προς εγγεγραμμένων φοιτητών, μπορεί να οδηγήσει σε «χαλάρωση» των ακαδημαϊκών κριτηρίων (χαρακτηριστική η περίπτωση της «παρότρυνσης» του Προέδρου του Τμήματος  Design & Engineering του Bournemouth University, να ελαχιστοποιήσουν οι καθηγητές του Τμήματος τον αριθμό των αποτυχόντων στις εξετάσεις φοιτητών[5]). Επιπρόσθετα, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση γρήγορα οδηγεί και στη σύνδεση της ατομικής αξιολόγησης των μελών ΔΕΠ με το μισθό τους[6], επιταχύνει τις ανισότητες[7] και επιδρά αρνητικά στην ακαδημαϊκή ελευθερία[8],[9],[10],[11]. Επιπρόσθετα, συμβάλλει στη «διάβρωση» του ρόλου των Πανεπιστημίων, μετατρέποντάς τα από ακρογωνιαίο λίθο της ελεύθερης πρόσβασης σε ένα ύψιστο κοινωνικό αγαθό, την παιδεία, σε κέντρα εμπορίου κάτω από την επίθεση ενός ανελέητου οικονομικού ανταγωνισμού[12]. Τέλος, δεν απουσιάζουν κριτικές αναφορικά με την απουσία διαφάνειας και παραποίησης των αποτελεσμάτων στη διαδικασία αξιολόγησης[13], οι οποίες μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων (π.χ. αναφέρεται πως η πτώση του Πανεπιστημίου του Manchester από την 8η θέση το 2008, στην 17η το 2014 είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια ερευνητικών πόρων της τάξης των 69 εκατ. GBP). Και αν η αδιαφάνεια και ο «χειρισμός» της αξιολόγησης χαρακτηρίζουν ένα σύστημα όπως το Research Excellence Framework (REF) του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία να αναλογιστεί κάποιος πώς θα λειτουργήσει ένα αντίστοιχο σύστημα στην ελληνική πραγματικότητα (βλ. σχέδιο «Αθηνά», συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων-ΤΕΙ, κ.ά.). Έχει, τέλος, ενδιαφέρον να αναφερθούν τα στοιχεία που αφορούν στο κόστος που αυτή ενέχει σε οικονομικούς όρους και απαιτούμενες εργατοώρες για τη συλλογή και την επεξεργασία των στοιχείων. Για παράδειγμα, στα Πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου το κόστος αποτίμησης του έργου τους, στο πλαίσιο του REF 2014, ανήλθε σε 55 εκατ. GBP, ενώ κατά άλλες εκτιμήσεις σε 100 εκατ. GBP9.

Επιστρέφοντας στην πρόταση της Υπουργού, το 80% του προϋπολογισμού θα δίνεται με βάση το συνολικό αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή, κλπ. και το 20% με βάση τους «δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων». Ή η Υπουργός και η Κυβέρνηση συνολικά, είναι εκτός πραγματικότητας, ή επιχειρούν, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, μία τεράστια «λαθροχειρία» με στόχο την περαιτέρω μείωση της απολύτως ανεπαρκούς σημερινής κρατικής επιχορήγησης. Μάλιστα, δεν θα διστάσουν να επιρρίψουν την ευθύνη για την τραγική υποχρηματοδότηση στα ίδια τα Πανεπιστήμια, επικαλούμενοι την δήθεν απουσία ικανοποιητικών αποδόσεων! Πραγματικά, δεν μπορεί να δοθεί κάποια άλλη εξήγηση αν αναλογιστούμε, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το ΕΜΠ, την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας εξαιτίας των πολιτικών που ασκήθηκαν από όλες τις Κυβερνήσεις την τελευταία δεκαετία με αφορμή την οικονομική κρίση που ταλάνισε – και ταλανίζει – τη χώρα

Εξαιτίας της αύξησης του αριθμού των εισακτέων (και μάλιστα πριν από τους πρόσθετους εισακτέους από τις ειδικές κατηγορίες και τις μετεγγραφές, που σε ορισμένες Σχολές του ΕΜΠ αυξάνουν δραματικά τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών), ο λόγος πρωτοετών φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ έχει αυξηθεί στις Σχολές του ΕΜΠ κατά 71% (από 21% στη ΣΜΜ έως 122% στη ΣΕΜΦΕ)! Ο συνολικός προϋπολογισμός του ΕΜΠ έχει μειωθεί κατά 70% περίπου, ενώ η αντίστοιχη μείωση στη χρηματοδότηση των Σχολών αγγίζει το 91%! Αυτό που «εγγυάται» η Υπουργός είναι να αφήσει το ΕΜΠ και τις Σχολές με το 24% και το 7,2% του προϋπολογισμού του 2009, αντίστοιχα, κι εφόσον αποδειχτούμε «καλοί» να μας επαναφέρει στο 9%, χρησιμοποιώντας δείκτες εκτός ελέγχου των Πανεπιστημίων, όπως για παράδειγμα «την απορρόφηση των αποφοίτων από την αγορά εργασίας» (με την ανεργία στους νέους μηχανικούς να αγγίζει το 50%), ή «την αριθμητική σχέση αποφοίτων προς τους εισερχόμενους φοιτητές» (ο παρονομαστής ως γνωστόν καθορίζεται από το Υπουργείο…)! Αν αυτή η διάταξη περάσει, νομιμοποιείται και μονιμοποιείται η χρόνια οικονομική αναιμία και ο προμελετημένος θάνατος των δημόσιων πανεπιστημίων. Τι καλύτερο δώρο για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, τον διακαή πόθο της Κυβέρνησης;!

Είναι προφανές πως το συγκεκριμένο νομοσχέδιο όχι απλά δεν συμβάλλει στη βελτίωση των ελληνικών πανεπιστημίων, αντιθέτως υπονομεύει τη λειτουργία τους, μονιμοποιώντας την κρατική εγκατάλειψη έναντι της συνταγματικής επιταγής για την πλήρη στήριξή τους. Το Υπουργείο αντί να φροντίσει για την εξασφάλιση των απαιτούμενων πόρων για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών τους, περιορίζει και αλλοιώνει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της Πολιτείας να χρηματοδοτεί τα Δημόσια Πανεπιστήμια, στο πλαίσιο του πλήρους αυτοδιοίκητου που πρέπει να απολαμβάνουν. Αντί να ενισχύσει τις κατά κεφαλή δαπάνες για Έρευνα & Ανάπτυξη, οι οποίες είναι περίπου στο 40% του μέσου όρου της ΕΕ-28[14], επιχειρεί να μειώσει τα διαθέσιμα κονδύλια μέσω της δήθεν αντικειμενικής αξιολόγησης της επιτυγχανόμενης ερευνητικής δραστηριότητας με δείκτες όπως ο αριθμός Κέντρων Αριστείας κάθε Ιδρύματος (που θα αναδεικνύονται με γενικόλογα και αόριστα κριτήρια προς εξυπηρέτηση ημετέρων…).

Η απόρριψη του εν λόγω νομοσχεδίου, και ειδικότερα η θέσπιση της ΕΘΑΑΕ με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά οργάνωσης και τρόπου λειτουργίας και το προτεινόμενο πλαίσιο αξιολόγησης και η διασύνδεση αυτής με την απολύτως ανεπαρκή σημερινή χρηματοδότηση, δεν αποτελεί απλά μονόδρομο αλλά στάση ευθύνης και αξιοπρέπειας.

[1] https://vouliwatch.gr/actions/article/vouliwatch-vs-epitropi-eleghoy-tis-voylis-gia-ta-oikonomika-ton-kommaton-vol-2

[2]     https://www.adip.gr/sites/default/files/pages/13/723-hqa_opinionathenai.pdf

[3]     Smeyers, P. & Burbules, N. (2011). How to Improve your Impact Factor: Questioning the Quantification of Academic Quality, Journal of Philosophy of Education, 45(1), pp. 1-17. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1111/j.1467-9752.2011.00787.x

[4]     Fleischmann, M. and Pons, S. (1989) Electrochemically Induced Nuclear Fusion of Deuterium, Journal of Electroanalytical Chemistry, 261/2A, pp. 301–308. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0022072889800063

[5] The Guardian (2004). ‘Degrees for sale’ at UK universities. https://www.theguardian.com/uk/2004/aug/01/universityfunding.highereducation

[6] De Fraja, Gianni and Facchini, Giovanni and Gathergood, John, Academic Salaries and Public Evaluation of University Research: Evidence from the UK Research Excellence Framework (September 30, 2018). Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=2815174 or http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.2815174

[7] Schäfer, L. O. (2016). Performance assessment in science and academia: Effects of the RAE/REF on academic life. Working paper no. 7, Centre for Global Higher Education. https://www.researchcghe.org/perch/resources/publications/wp7.pdf

[8] Ladyman, J. (2011). Don’t Play Politics with Academic Freedom. New Statesman, March 30.

[9] Smith, A. (2012). Making an Impact: When Science and Politics Collide. Guardian, June 14.

[10] Watermeyer, R. (2016). Impact in the REF: issues and obstacles. Studies in Higher Education, 41(2), 199–214. https://doi.org/10.1080/03075079.2014.915303

[11] Watermeyer, R., & Hedgecoe, A. (2016). Selling ‘impact’: peer reviewer projections of what is needed and what counts in REF impact case studies. A retrospective analysis. Journal of Education Policy, 31(5), 651–665. https://doi.org/10.1080/02680939.2016.1170885

[12] Giroux, H. A. (2011). Beyond the Swindle of the Corporate University. In The Assault on Universities: A Manifesto for Resistance, edited by M. Bailey and D. Freedman, 145–156. London: Pluto.

[13] Kelly, A. (2016). Funding in English Universities and its relationship to the Research Excellence Framework. British Educational Research Journal, 42(4), 665–681. https://doi.org/10.1002/berj.3229

[14] https://metrics.ekt.gr/datatables/172

 

Θέση των Πανεπιστημιακών Δασκάλων ΕΜΠ για το Σχέδιο Νόμου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις»

Η θέση των ΠΔ ΕΜΠ για το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ

Μετά από δύο και πλέον χρόνια αναμονής και τρομακτικές παλινωδίες, κατατέθηκε το πρώτο σχετικά ολοκληρωμένο σχέδιο νόμου της κυβέρνησης για την Ανώτατη Εκπαίδευση, το οποίο μοιάζει με νόμο-πλαίσιο, χωρίς να είναι, με αποτέλεσμα να ανοίγει μια σειρά ζητημάτων που περισσότερο περιπλέκονται παρά επιλύονται. Ανεξάρτητα όμως των «τεχνικών» ζητημάτων, εύλογα θα ανέμενε κάποιος ότι  ένα σχέδιο νόμου που κατατίθεται από μια κυβέρνηση με κορμό ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό, θα αντανακλούσε τις διατυπωμένες θέσεις και διεκδικήσεις του αγωνιζόμενου Πανεπιστημιακού κινήματος. Εις μάτην όμως…

Κατ’ αρχάς, το σχέδιο νόμου αποδέχεται και υιοθετεί ανεπιφύλακτα το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών της Μπολόνια, όχι απλά ως προς το «τυπικό» σκέλος της διάρθρωσης των σπουδών (που μόνο τέτοιο δεν είναι) αλλά, κυρίως, ως προς την ουσιαστική μεταμόρφωση του πανεπιστημίου σε επιχείρηση που παρέχει πολυποίκιλες υπηρεσίες. Το μοντέλο του (καθόλου) νέου πανεπιστημίου περιλαμβάνει έναν πρώτο κύκλο σπουδών άνευ διδάκτρων (αλλά όχι δωρεάν επί της ουσίας), ένα δεύτερο, επί πληρωμή, κύκλο σπουδών («μεταπτυχιακές σπουδές») κι έναν τρίτο (εκπόνηση διδακτορικής διατριβής), πρακτικά μόνο μέσα από χρηματοδοτούμενη έρευνα. Το νέο πανεπιστήμιο που θα συντηρείται όλο και περισσότερο από την πώληση υπηρεσιών χρειάζεται και νέα πεδία «δράσης»: Κέντρα Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης που θα παρέχουν προγράμματα επί πληρωμή, δημιουργία παραρτημάτων (επιχείρηση franchise δηλαδή…) σε άλλες χώρες, κλπ.

Ως προς το μοντέλο διοίκησης, το πάγιο αίτημα του προοδευτικού πανεπιστημιακού κινήματος για συμμετοχική δημοκρατία μετασχηματίστηκε σε … προσχηματική δημοκρατία. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα: στις εκλογές των μονοπρόσωπων Οργάνων υπάρχει πλήρης απουσία της φοιτητικής συμμετοχής και μια σαφώς υποτιμητική συμμετοχή (10%) όλου του λοιπού επιστημονικού, εργαστηριακού και διοικητικού προσωπικού. Τα συλλογικά όργανα διοίκησης συντίθενται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τα μονοπρόσωπα, με ουσιαστικά άνευ πρακτικής βαρύτητας συμμετοχή φοιτητών και λοιπού προσωπικού. Έτσι, λοιπόν, το ν/σ, με χρήση των κατάλληλων «φύλλων συκής», εμπεδώνει αυτό που ο N. 4009/2011 είχε εισάγει, δηλαδή ένα σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν καθηγητοκεντρικό σύστημα διοίκησης. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση υιοθετεί πλήρως τα στερεότυπα του τύπου «η συμμετοχή των φοιτητών αποτελεί την εστία διαπλοκής» (λες και το σώμα των καθηγητών είναι άμωμο κάθε υποψίας διαπλοκής) ή ότι «μέσω της ενίσχυσης της συμμετοχής των φοιτητών ενισχύεται η κομματικοποίηση στα πανεπιστήμια» (προφανώς όταν εν ενεργεία Πρύτανης παραιτείται για να πολιτευτεί, δηλώνοντας μόλις μια μέρα πριν ότι έχει εκλεγεί πρόσφατα και θα παραμείνει προσηλωμένος στο έργο του, το κάνει προφανώς για μη κομματικούς λόγους…). Ενδεικτική, τέλος, της προσχηματικής επίκλησης της δημοκρατίας και της διαφάνειας είναι ο πλήρης αποκλεισμός όλων των εκπροσώπων (Συλλόγων ΔΕΠ, λοιπού προσωπικού και φοιτητών, από τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ερευνών, ικανοποιώντας έτσι ένα αθέατο αλλά πάγιο αίτημα μιας μερίδας καθηγητών (ούτε άλλωστε τυχαίο είναι ότι στην Επιτροπή Ερευνών δεν τίθεται θέμα περιορισμένου αριθμού θητειών, όπως σε όλες τις βασικές θέσεις διοίκησης). Η «στεγανοποίηση» της Έρευνας επιτυγχάνεται με κινήσεις συνειδητές, χειρουργικής ακρίβειας.

Εμβληματικό στοιχείο για τον μετασχηματισμό του Δημόσιου Πανεπιστημίου σε Κέντρο Υπηρεσιών, είναι η επίσημη υιοθέτηση της καταβολής διδάκτρων (υπό τη μορφή τελών φοίτησης) για την υλοποίηση «μεταπτυχιακών σπουδών». Θα είμαστε πιο συγκεκριμένοι στο σημείο αυτό:

Πρώτον, δεν πρόκειται για μεταπτυχιακές σπουδές (αν και η Εκπαίδευση πρέπει να είναι δημόσιο αγαθό σε όλες τις βαθμίδες της), αφού αφορά σε μια μαζική βαθμίδα που οδηγεί σε κάποιου τύπου επαγγελματική διέξοδο. Βαφτίζεται «μεταπτυχιακή» για να υποτεθεί ότι το Κράτος έκανε το καθήκον του, κι αυτό είναι κάτι παραπάνω, που για να το αποκτήσει κανείς είναι λογικό να πληρώσει.

Δεύτερον, αποτελεί πρόκληση η τοποθέτηση ότι με τη δικλείδα του 70% του εθνικού διάμεσου διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος εξασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση στα μεταπτυχιακά των οικονομικά αδυνάτων. Κάνοντας απλώς τις πράξεις, βγαίνει ότι το δικαίωμα αυτό αφορά όσους έχουν ατομικό εισόδημα 440 ευρώ περίπου το μήνα (ή οικογενειακό, για τετραμελή οικογένεια με δύο προστατευόμενα τέκνα, περίπου 900 ευρώ το μήνα)! Είναι τα περίφημα μαθηματικά που δείχνουν ότι στην Ελλάδα η φτώχεια μειώθηκε!

Παρ’ όλα αυτά, από την πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ αλλά και από διοικήσεις Πανεπιστημίων, ασκείται πίεση για άρση οποιουδήποτε εμποδίου στην πλήρη απελευθέρωση των διδάκτρων, ώστε να γίνουν τα Π.Μ.Σ. πεδίο ασύδοτης εκμετάλλευσης της βαθιά δοκιμαζόμενης ελληνικής οικογένειας. Αντί να διεκδικούν, κατ’ ελάχιστον, την  επαναφορά των μισθών μας στα προ του 2012 επίπεδα, βάσει της απόφασης του ΣτΕ, καταπίνουν το δηλητηριώδες τυράκι των πρόσθετων αμοιβών από τα Π.Μ.Σ., βάζοντάς μας απέναντι από την υπόλοιπη κοινωνία και θέτοντας σε κίνδυνο τις όποιες  μισθολογικές διεκδικήσεις (ας μην ξεχνάμε ότι παλαιότερη απόφαση του ΣτΕ ανέφερε ότι έχουμε δυνατότητα πρόσθετων αμοιβών, άρα δεν είναι τόσο δραματικές οι περικοπές στους μισθούς).

Κατά τα άλλα, επισημοποιείται η δέσμευση των αποθεματικών των πανεπιστημίων (μάλιστα το ποσοστό που υποχρεωτικά θα βρίσκεται στην Τράπεζα της Ελλάδος δεν ορίζεται καν) μιας που υποτάσσονται στον νέο «εθνικό στόχο»: την παραγωγή πλεονασμάτων πάσει θυσία. Ακόμη, εισάγεται και επεκτείνεται μια δαιδαλώδης γραφειοκρατική διαδικασία για προμήθειες και υπηρεσίες, η οποία έχει ένα και μόνο σκοπό: να εμπεδωθεί το αίσθημα της αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα (και μάλιστα στο όνομα της διαφάνειας), ωθώντας έτσι στην αναζήτηση λύσεων τύπου Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, με ακόμη μικρότερο έλεγχο και λογοδοσία στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε χαλαρώνει κάπως τη θηλειά του νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου σε ορισμένα ακραία – και ίσως ήδη νεκρά σημεία – σημεία (π.χ. κατάργηση Σ.Ι., κατάργηση της διαδικασίας προεπιλογής Πρύτανη, αναφορά στο ακαδημαϊκό άσυλο, κ.ά.). Αναγνωρίζει, όμως, όλα τα βασικά κελεύσματα του φιλελευθερισμού στα πανεπιστήμια και προσχωρεί σε αυτά. Εκεί βρίσκεται και η παγίδα για το αριστερό πανεπιστημιακό κίνημα. Να συγκρίνει, δηλαδή, το «κακό» με το «χειρότερο», ξεχνώντας πόσο μακριά, βρίσκεται το παρόν σχέδιο νόμου από τις πάγιες διεκδικήσεις της αριστεράς στα πανεπιστήμια αλλά και το όραμα για ένα ανανεωμένο, δυναμικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο που θα βρίσκεται στον πυρήνα της προσπάθειας για την παραγωγική και κοινωνική αναγέννηση της χώρας.

Θέσεις των ΠΔ για το Νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ…