Αντίσταση τώρα!

Δυο δραματικά γεγονότα σφραγίζουν την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, προμηνύοντας με τους χειρότερους οιωνούς την εξέλιξή της.

Η επιδεικτική, σχεδόν «θεατρική», απρόκλητη και απρόσκλητη παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου στο ΕΜΠ κατακαλόκαιρα και η ανακοίνωση με διαδικασίες “fast track” 1700 διαθεσιμοτήτων – απολύσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Το πανεπιστημιακό άσυλο, και μάλιστα ο ιστορικός χώρος του Πολυτεχνείου, είναι χαραγμένος στο συλλογικό υποσυνείδητο ως μια ιερή εστία αμφισβήτησης και αγώνων. Προσβεβλημένο και σκουριασμένο ίσως από τη συστηματική επιχείρηση φθοράς του από τους κρατούντες επί δεκαετίες, είναι ακόμη ζωντανό και ισχυρό, όπως όλα τα σύμβολα των καλύτερων στιγμών του λαού και της νεολαίας μας. Και πάντα “επικίνδυνο”.  Ιδιαίτερα σε μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, όταν μια ολόκληρη κοινωνία συμπιέζεται μέχρις ασφυξίας, μέχρις εξαθλίωσης. Γι’ αυτό και θέλουν να εξουδετερωθεί. Ξέρουν πολύ καλά ότι σε τέτοιες στιγμές οι υπόγειες διαδρομές μέχρι το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» γρήγορα ξανα-ανακαλύπτονται και απειλούν να διαλύσουν τα δεσμά του φόβου που κρατούν δεμένη την ελληνική κοινωνία. Πάντως, όποιος ξέρει λίγη ιστορία θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα σύμβολα δεν καταργούνται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και αστυνομικές επιχειρήσεις. Η ανατριχιαστική εικόνα πάνοπλων αστυνομικών να ελέγχουν ακόμη και τα καμαρίνια όπου εκτελούνται οι διπλωματικές εργασίες φοιτητών του ΕΜΠ θα φέρει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ελπίζουν.

Υπάρχει, όμως, και ένας πρόσθετος σημαντικός λόγος για την καλοκαιριάτικη «επίδειξη πυγμής» της κυβέρνησης.  Όχι, βέβαια, το φαρισαϊκό «να παραδοθούν δυο αίθουσες στην Πρυτανεία» από μια κυβέρνηση που κυνικά εγκαταλείπει ολοκληρωτικά το δημόσιο πανεπιστήμιο στο μαρασμό και την παρακμή, αλλά για να παρουσιαστούν τα πανεπιστήμια ως «κέντρα ανομίας και παρανομίας» και να εξουδετερωθούν οι αντιδράσεις τους στο νέο συντριπτικό χτύπημα προκαταβολικά. Και, προφανώς, τα πενιχρά, στα όρια του τραγέλαφου, «ευρήματα» (μέχρι και USB και υπολογιστές … “ανακαλύφθηκαν”!) καθόλου δεν εμπόδισαν τον ορυμαγδό των δημοσιευμάτων που ακολούθησαν στο ίδιο μοτίβο. “Αν η πραγματικότητα δεν βοηθάει, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα…”

Το νέο πλήγμα στο δημόσιο πανεπιστήμιο επιχειρείται κατ’ ευθείαν στην καρδιά του, στους ανθρώπους του. Αν μέχρι τώρα οι υλικοί όροι για την ύπαρξή του στερεύουν συνεχώς, υπήρχαν οι άνθρωποί του που πάντα, από το περίσσευμα της φιλοτιμίας και της αίσθησης καθήκοντος, προσπαθούσαν να περιορίσουν τη ζημιά, να κρατήσουν το πανεπιστήμιο όρθιο. Τώρα ένα μεγάλο κομμάτι τους, ένα τεράστιο κομμάτι τους, θεωρείται περιττό και αποβάλλεται. Στα όρια της ειρωνείας, μάλιστα, το Υπουργείο θέλει αυτό να γίνει με επίφαση αντικειμενικότητας. Παραγγέλλει μια “fast track” αξιολόγηση, μια ό,τι να’ναι αξιολόγηση, εντός μηνός, αρκεί να έχει ένα προαποφασισμένο αποτέλεσμα: να αποδειχτούν περιττοί 1700 άνθρωποι, με σημαντικό τμήμα τους, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, από το ΕΜΠ.

Έχουμε καθήκον να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην υλοποιηθεί η ερεβώδης αυτή προοπτική. Όχι μόνο ως έκφραση αλληλεγγύης σε συναδέλφους που αντιμετωπίζουν τον καιάδα των απολύσεων. Αλλά γιατί οι εκατοντάδες άνθρωποι που απειλούνται σήμερα αποτελούν οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της λειτουργίας του ΕΜΠ. Η απομάκρυνσή τους θα σημάνει καθοριστικό πλήγμα στη λειτουργία του. Το ΕΜΠ δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο, αν αυτοί οι άνθρωποι φύγουν. Η λογική της οριζόντιας αναλογίας (εργαζομένων ανά μονάδα, εργαζομένων προς μέλη ΔΕΠ ή φοιτητές κλπ.), η οποία χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν κάποιοι εργαζόμενοι περιττοί, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων εκπαιδευτικών συνθηκών κάθε ιδρύματος, είναι καταστροφική για την ανώτατη εκπαίδευση και ειδικά την τεχνική. Πολύ εύκολα δε και πολύ σύντομα θα στραφεί και εναντίον των ίδιων των μελών ΔΕΠ.

Στο νέο χτύπημα, το ΕΜΠ πρέπει να σταθεί ενωμένο και αποφασισμένο να δώσει σκληρό και νικηφόρο αγώνα, με τα μέσα που αυτό απαιτεί. Ουσιαστική συλλογικότητα, ειλικρινή αλληλεγγύη και πάνω απ’ όλα ενότητα λόγων και έργων. Αλλιώς, η δίνη των εσωτερικών αντιπαραθέσεων ή ακόμη και του κανιβαλισμού θα μας καταπιεί όλους.

Στο νέο χτύπημα, το ΕΜΠ πρέπει να σταθεί ενωμένο και αποφασισμένο να δώσει σκληρό και νικηφόρο αγώνα, με τα μέσα που αυτό απαιτεί. Ουσιαστική συλλογικότητα, ειλικρινή αλληλεγγύη και πάνω απ’ όλα ενότητα λόγων και έργων. Αλλιώς, η δίνη των εσωτερικών αντιπαραθέσεων ή ακόμη και του κανιβαλισμού θα μας καταπιεί όλους.

Όμως, βρίσκεται σε ένα βαθμό και στα δικά μας χέρια ένα πολύτιμο πράγμα, μια μεγάλη ευθύνη, οι ελπίδες και οι προοπτικές των νέων ανθρώπων. Και πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να μη βυθιστούν στο σκοτάδι, μαζί με τις ζωές μας.

 

Aντίταση τώρα!

Ο ρόλος του υποστηρικτικού προσωπικού των ΑΕΙ και η «ωρολογιακή βόμβα» των διαθεσιμοτήτων

Δ. Δαμίγος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠ

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή τις ανακοινώσεις για το νέο «κύμα» διαθεσιμότητας που αφορά, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, 1.765 υπαλλήλους (κυρίως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, αναζωπυρώθηκε μια – υφέρπουσα – συζήτηση αναφορικά με την αναγκαιότητα και το πλήθος του υποστηρικτικού προσωπικού[1] των ΑΕΙ. Όχι τυχαία, η συζήτηση αυτή πηγάζει βασικά από κυβερνητικούς κύκλους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές κι εντός των ΑΕΙ, κυρίως από μέλη ΔΕΠ.

τα ελληνικά ΑΕΙ λειτουργούν, σήμερα, όχι απλά με πολύ χειρότερους όρους από αυτά της αλλοδαπής αλλά σε οριακές συνθήκες ως προς το σκοπό που καλούνται να επιτελέσουν. Κι αυτό επιτυγχάνεται χάρη στο μεράκι, στο φιλότιμο, στην αυταπάρνηση του διδακτικού, ερευνητικού και υποστηρικτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων.

Μάλιστα, το Υπουργείο σε πρόσφατο έγγραφό του (το υπ’ αριθμ. 113287/14-8-2013/ΙΒ) επικαλείται κάποια αόριστα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και κάποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες (μία Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών ανά Σχολή, η οποία θα στελεχώνεται με 12 εργαζόμενους). Από τα δεδομένα αυτά και διάφορες «διαρροές», η εικόνα που διαμορφώνεται είναι τουλάχιστον εφιαλτική: μεταξύ 30% και 70% του υπηρετούντος προσωπικού φέρεται να οδηγείται σε διαθεσιμότητα και από εκεί στον προθάλαμο της απόλυσης!

Αν μπορέσει κάποιος να προσπεράσει την ανθρώπινη διάσταση αυτής της τραγωδίας (πράγμα ομολογουμένως δύσκολο, καθώς με τους ανθρώπους αυτούς έχουμε πολυετείς κοινές διαδρομές και αγωνίες μέσα στο Ίδρυμα) και τις πολιτικές πτυχές του προβλήματος υιοθετώντας το πλέον κοινότοπο «επιχείρημα» που δημιουργεί ο κοινωνικός αυτοματισμός («ξέρετε πόσοι άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους στον ιδιωτικό τομέα;»), τότε μια «τεχνοκρατική» προσέγγιση θα πρέπει να δώσει απάντηση σε δύο βασικά ερωτήματα, αξιοποιώντας και τη διεθνή εμπειρία:

(α)   Ποια είναι η σημασία του υποστηρικτικού προσωπικού στη διοικητική, εκπαιδευτική και ερευνητική λειτουργία ενός ΑΕΙ;

(β)   Ποιος αριθμός υποστηρικτικού προσωπικού θεωρείται επαρκής;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση για τη συντριπτική πλειοψηφία του διδακτικού προσωπικού, τουλάχιστον στο ΕΜΠ, ευελπιστώ ότι θα ήταν προφανής: δεν μπορεί να υπάρξει ΑΕΙ χωρίς το υποστηρικτικό του προσωπικό. Πολύ δε περισσότερο, από τη στιγμή που η ζοφερή πραγματικότητα έχει οδηγήσει το ΕΜΠ και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, σε μια πολύπλευρη αξιοποίηση του προσωπικού αυτού όχι μόνο στη διοικητική αλλά και στην εκπαιδευτική (π.χ. επιτηρήσεις, βοήθεια σε εργαστηριακά μαθήματα, κλπ.) και στην ερευνητική διαδικασία (όπως εύκολα αποδεικνύεται όχι μόνο από τα τυπικά υψηλά προσόντα του προσωπικού αλλά και από τα βιογραφικά τους, π.χ. συμμετοχή σε επιστημονικές εργασίες). Τα σημεία αυτά, άλλωστε, επισημαίνονται και στην από 25/8/2013 απόφαση της Συγκλήτου του ΕΜΠ.

Η αναγνώριση της βαρύτητας του ρόλου του υποστηρικτικού προσωπικού, έστω και σε αμιγώς διοικητικές και τεχνικές θέσεις, επισημαίνεται όμως και στη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική. Για παράδειγμα, στην Έκθεση Higher Education Management Review[2] (Graham, 2009[3]), αναφέρεται χαρακτηριστικά: “… the key resource for universities is their academic and general staff[4]…”, συνεχίζοντας “…general staff not only support and facilitate teaching and research, but also contribute significantly to the effectiveness of universities by providing expertise and skills in management, policy development, student administration, curriculum development, budget administration, infrastructure and marketing…”. Ο Middleton (2006)[5] περιγράφει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Νέας Ζηλανδίας[6], συνθέτοντας αποτελέσματα από 146 μελέτες αναφορικά με τις επιπτώσεις των υποστηρικτικών υπηρεσιών και των ακαδημαϊκών προγραμμάτων στις επιδόσεις των προπτυχιακών φοιτητών. Το κεντρικό συμπέρασμα ήταν ότι η συμβολή του υποστηρικτικού προσωπικού είναι κομβικής σημασίας στην επίτευξη των ακαδημαϊκών αποτελεσμάτων, αναφέροντας επί λέξει: “…the contribution of nonteaching staff is also central to those outcomes. In other words, while excellent teaching is necessary to achieve positive academic outcomes in a tertiary institution, it is in itself not sufficient…”. Επίσης, η Graham (2012)[7] αναδεικνύει, χρησιμοποιώντας ως περίπτωση μελέτης το University of Technology Sydney (UTS), τη συμβολή του υποστηρικτικού προσωπικού στην επίτευξη υψηλών ακαδημαϊκών επιδόσεων επισημαίνοντας την αλλαγή της «ταυτότητάς» του μέσα σε ένα ταχέως εξελισσόμενο ακαδημαϊκό και τεχνολογικό περιβάλλον, επισημαίνοντας και τα ευρήματα του Bassnett (2005)[8]: “…(professional staff) are having to take on all kinds of tasks that would once have been done by academics…”. Αντίστοιχα αποτελέσματα καταγράφονται σε μια σειρά άλλων επιστημονικών ερευνών (π.χ. Welsh & Metcalf, 2003[9], Szekeres, 2004[10], Whitchurch, 2008[11], Graham, 2010[12], κ.ά.).

Η σημασία και η βαρύτητα του υποστηρικτικού προσωπικού στο ρόλο που επιτελούν τα ΑΕΙ δεν απαντά ωστόσο στις θέσεις του Υπουργείου Παιδείας για πλεονάζον προσωπικό 1700 και πλέον εργαζομένων, με βάση «…ποιοτικούς και ποσοτικούς δείκτες σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική…»[13].  Μολονότι οι ποσοτικοί δείκτες δεν μπορούν να συλλάβουν και να απεικονίσουν τις ιδιαιτερότητες της εκπαιδευτικής διαδικασίας (π.χ. την ανάγκη υποστήριξης εργαστηριακών μαθημάτων), ακολούθως χρησιμοποιείται, χωρίς να υιοθετείται, η «ποσοτική» λογική που επικαλείται το Υπουργείο Παιδείας προκειμένου να αναδειχθεί, με τα δικά του επιχειρήματα, η διαστρέβλωση της πραγματικότητας για το δήθεν «πλεονάζον προσωπικό».

Σύμφωνα με ένα αρχείο EXCEL που είδε το φως της δημοσιότητας, στο οποίο στηρίχτηκε η επεξεργασία του κυβερνητικού επιτελείου για να καταλήξει στον αριθμό των 1.765 υπαλλήλων των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ  που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα[14], στα ελληνικά ΑΕΙ υπηρετούν 12.314 μέλη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (μέλη ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ/ΕΡΔΙΠ, μόνιμοι βοηθοί και επιστημονικοί συνεργάτες), εκ των οποίων 10.224 στα Πανεπιστήμια και 2.090 στα ΤΕΙ και 9.231 μέλη υποστηρικτικού προσωπικού (διοικητικοί υπάλληλοι μόνιμοι και ΙΔΑΧ, ΕΤΕΠ/ΕΤΠ, κλπ.), εκ των οποίων 7.254 στα Πανεπιστήμια και 1.977 στα ΤΕΙ. Με βάση τα παραπάνω, η αναλογία υποστηρικτικού: διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανέρχεται σε 0,75:1 συνολικά και 0,71:1 για τα Πανεπιστήμια και 0,95:1 για τα ΤΕΙ, αντίστοιχα.

Από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, οι εγγεγραμμένοι φοιτητές των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ της χώρας ανέρχονται σε 596.964 (οι 367.034 φοιτούν στα πανεπιστήμια και οι 229.930 στα ΤΕΙ), εκ των οποίων οι 303.026 είναι εγγεγραμμένοι πέραν των κανονικών εξάμηνων φοίτησης με βάση τα κριτήρια του Υπουργείου Παιδείας (Κάτσικας, 2013[15]). Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικών/ερευνητικών καθηκόντων για τα ελληνικά ΑΕΙ ανέρχεται σε  48:1 με βάση τους εγγεγραμμένους και 24:1 με βάση αυτούς που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα. Οι αναλογίες για Πανεπιστήμια και ΤΕΙ διαμορφώνονται σε 36:1 και 110:1, αντίστοιχα, για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών και σε 17:1 και 58:1, αντίστοιχα, για αυτούς που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα. Οι αναλογίες αυτές, τουλάχιστον για ορισμένα πανεπιστήμια, αναμένεται να επιδεινωθούν δεδομένης της αύξησης των εισακτέων για το ακαδημαϊκό έτος 2013-2014.

Όσον αφορά στο υποστηρικτικό προσωπικό, τα δεδομένα διαμορφώνονται ως εξής:

  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 65:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 32:1.
  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα Πανεπιστήμια η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 51:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα Πανεπιστήμια η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 24:1.
  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 116:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 62:1.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι αναλογίες αυτές αφορούν μόνο στους προπτυχιακούς και όχι στους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες.

Ποια είναι η αντίστοιχη, λοιπόν, εικόνα της διεθνούς πραγματικότητας που επικαλείται (αόριστα πάντα) το Υπουργείο Παιδείας;

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία της UK Higher Education Statistics Agency, στο Ηνωμένο Βασίλειο, για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012, ο αριθμός του διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανήλθε σε 181.385 άτομα (πλήρους και μερικής απασχόλησης), ενώ του υποστηρικτικού προσωπικού σε 196.860 άτομα[16]. Δηλαδή, η αναλογία μελών υποστηρικτικού:διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανέρχεται σε 1,1:1, ήτοι 45% περίπου υψηλότερη από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ. Επίσης, ο συνολικός αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών ανέρχεται σε 1.928.140 άτομα[17]. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικών/ερευνητικών καθηκόντων ανέρχεται σε περίπου 11:1, ήτοι 2,5 έως 4,5 περίπου φορές χαμηλότερη (και συνεπώς καλύτερη) από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ, και η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 10:1, ήτοι 3,2 έως 6,5 φορές χαμηλότερη (και συνεπώς καλύτερη) από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ.

Αντίστοιχη εικόνα σχηματίζεται από τη μελέτη των στοιχείων που αφορούν σε παγκοσμίου φήμης πανεπιστήμια, στα οποία στοχεύουν, υποτίθεται, οι «μεταρρυθμιστικές» προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας με τη συνδρομή μάλιστα ιθυνόντων νόων εξ Εσπερίας. Για παράδειγμα, το ΜΙΤ, το 2013, απασχολεί 11.000 περίπου άτομα, εκ των οποίων 1.022 είναι διδακτικό προσωπικό[18] με 4.503 προπτυχιακούς φοιτητές[19]. Η αναλογία προπτυχιακών φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού ανέρχεται σε 5:1, περίπου. Το Stanford, το 2012, απασχολούσε 10.979 μέλη για την υποστήριξη του διδακτικού/ερευνητικού έργου[20]. O συνολικός αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών ανερχόταν σε 7.063[21], δηλαδή 0,64 φοιτητές:μέλη υποστ. προσωπικού (δηλ. 38 έως 80 φορές χαμηλότερη από αυτή των ελληνικών Πανεπιστημίων!). Τα μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού (“tenure-line”) ανέρχονταν σε 1.995[22] και όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου, η αναλογία φοιτητών:μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ήταν 5:1[23]. Το California Institute of Technology έχει 300 μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού για 978 προπτυχιακούς φοιτητές, που διαμορφώνουν μια αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού 3:1 περίπου, ενώ ο συνολικός αριθμός των απασχολούμενων στο πανεπιστήμιο ανέρχεται σε 3.900 περίπου[24]. Το Princeton έχει 5.264 προπτυχιακούς φοιτητές και απασχολεί 5.974 εργαζόμενους, εκ των οποίων 1.148 είναι μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού (πλήρους και μερικής απασχόλησης), με αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού 6:1 περίπου[25].

Η σύγκριση των στοιχείων από την ελληνική και διεθνή πραγματικότητα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, γεννούν οργή για τον εμπαιγμό και την προσπάθεια παραπλάνησης της ακαδημαϊκής κοινότητας και της ελληνικής κοινωνίας από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας με αναφορές σε «πλεονάζον προσωπικό» με βάση «διεθνείς πρακτικές» και θλίψη για την κατάσταση που βρίσκονται τα ελληνικά ΑΕΙ, με την ευθύνη των εκάστοτε κυβερνώντων. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, δημιουργούν κι ένα αίσθημα περηφάνιας, γιατί με πενιχρούς προϋπολογισμούς και δαπάνες Ε&Α, απαράδεκτη υποστελέχωση, ελλιπείς υποδομές, εξαθλιωμένο μισθολογικά προσωπικό, το ΕΜΠ και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, καθώς και μεμονωμένες ελληνικές ερευνητικές ομάδες επιτυγχάνουν σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Ανεξάρτητα, πάντως, από τα όποια συναισθήματα, οι ποσοτικοί δείκτες, τους οποίους συχνά (αλλά πάντα αόριστα) επικαλείται η εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας για να λοιδορήσει τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, αποδεικνύουν ότι τα ελληνικά ΑΕΙ λειτουργούν, σήμερα, όχι απλά με πολύ χειρότερους όρους από αυτά της αλλοδαπής αλλά σε οριακές συνθήκες ως προς το σκοπό που καλούνται να επιτελέσουν. Κι αυτό επιτυγχάνεται χάρη στο μεράκι, στο φιλότιμο, στην αυταπάρνηση του διδακτικού, ερευνητικού και υποστηρικτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων.

Οποιαδήποτε διαθεσιμότητα-απόλυση υποστηρικτικού προσωπικού θα λειτουργήσει ως εκρηκτικός μηχανισμός που θα κατεδαφίσει ότι έχει μείνει όρθιο στα ελληνικά ΑΕΙ τα τρία τελευταία χρόνια των Μνημονίων. Οι συνέπειες δεν θα πλήξουν μόνο τα Ιδρύματα αλλά και τη σκληρά δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία, καθώς τα ΑΕΙ θα αδυνατούν αντικειμενικά να λειτουργήσουν. Πολλές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας τα τελευταία χρόνια υπονομεύουν, συστηματικά και σταθερά, το δημόσιο Πανεπιστήμιο (πάντα φυσικά με την επίκληση της «μεταρρύθμισης»). Η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, ωστόσο, υλοποιώντας απαρέγκλιτα τα προστάγματα της μνημονιακής πολιτικής θα μείνει στην Ιστορία ως αυτή που έβαλε την οριστική ταφόπλακα στη δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή pdf

 


[1]     Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος «υποστηρικτικό προσωπικό», συμπεριλαμβάνοντας διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, στο οποίο, επισήμως, δεν ανατίθενται διδακτικά καθήκοντα, για λόγους συγκρισιμότητας με τα διεθνή στατιστικά στοιχεία.

[2]     Hoare, D. (Chair) (1995). Higher education management review. Canberra: AGPS.

[3]     Graham, C. (2009). Investing in early career general staff, Journal of Higher Education Policy and Management, 31(2), pp.175-183.

[4]     Διεθνώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια απαλοιφής του όρου “non-academic staff”, καθώς θεωρείται υποτιμητικός και χρησιμοποιούνται οι όροι “general staff” ή “professional staff” (βλ. για παράδειγμα: Sebalj, D., Holbrook, A. & Bourke, S. (2012). The rise of ‘professional staff’ and demise of the ‘non-academic’: a study of university staffing nomenclature preferences, Journal of Higher Education Policy and Management, 34(5), pp. 463-472).

[5]     Middleton, S. (2006). The divided house in tertiary: The importance of service departments in positive academic outcomes. Paper presented at the Association for Tertiary Education Management Conference, Sydney, August 2006. Διαθέσιμο: http://pandora.nla.gov.au/pan/10533/20061010-0000/www.temc.org.au/downloads/papers/TheDividedHouseinTertiary_MIDDLETON.pdf

[6]     Prebble, T., Hargreaves, H., Leach, L., Naidoo., Suddaby, G., Zepoke, N., (2005). The impact of student support services and academic development programmes on student outcomes in undergraduate tertiary study: A synthesis of the research. NZ Ministry of Education.

[7]     Graham, C. (2012). Transforming spaces and identities: the contributions of professional staff to learning spaces in higher education, Journal of Higher Education Policy and Management, 34 (4), pp. 437-452.

[8]     Bassnett, S. (2005). The importance of professional university administration: A perspective from a senior university manager. Perspectives: Policy and Practice in Higher Education, 9, pp. 98–102.

[9]     Welsh, J.& Metcalf, J. (2003). Administrative support for institutional effectiveness activities: responses to the ‘new accountability’, Journal of Higher Education Policy and Management, 25(2), pp. 183-193.

[10]    Szekeres, J. (2004). The Invisible Workers, Journal of Higher Education Policy and Management, 26(1), pp. 7-22.

[11]    Whitchurch, C. (2008). Beyond administration and management: reconstructing the identities of professional staff in UK higher education, Journal of Higher Education Policy and Management, 30(4), pp. 375-386.

[12]    Graham (2010). Hearing the voices of general staff: a Delphi study of the contributions of general staff to student outcomes, Journal of Higher Education Policy and Management, 32(3), pp. 213-223.

[13]    βλ. υπ’ αριθμ. 113287/14-8-2013/ΙΒ έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων

[14]    Ρεπορτάζ του esos.gr με τίτλο «Η διαθεσιμότητα υπαλλήλων αφορά όλα τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ». Διαθέσιμο: http://esos.gr/article/eidisis-tritovathmia-ekpaidefsi/diathesimothta-ypallilon-afora-ola-panepisthmia-tei

[15]    Κάτσικας, Χ. (2013). Από το Σεπτέμβριο: Διαγράφουν έναν στους τρεις φοιτητές, Εφημερίδα των Συντακτών 8/4/2013. Διαθέσιμο: http://www.efsyn.gr/?p=38252

[16]    Περιληπτικά και αναλυτικά στατιστικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/index.php?option=com_content&task=view&id=1898&Itemid=239

[17]    Περιληπτικά και αναλυτικά στατιστικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/index.php?option=com_content&task=view&id=1897&Itemid=239. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η HESA καταγράφει μέσα στο φοιτητικό πληθυσμό φοιτητές που είναι εγγεγραμμένοι σε αγγλικά πανεπιστήμια αλλά δεν φοιτούν στο Ηνωμένο Βασίλειο (μέσω συμφωνιών συνεργασίας/franchising), φοιτητές που φοιτούν σε προγράμματα «από απόσταση», κ.ά., όπως φαίνεται από τους ορισμούς που δίνονται στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/content/view/1902/#SRP . Συνεπώς, οι αναλογούντες φοιτητές ανά διδακτικό και υποστηρικτικό προσωπικό στα πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου ενδέχεται να είναι ακόμη λιγότεροι.

[18]    MIT Facts 2013, Faculty and Staff. Διαθέσιμο: http://web.mit.edu/facts/faculty.html

[19]    MIT Facts 2013, ΜΙΤ at a Glance. Διαθέσιμο: http://web.mit.edu/facts/faqs.html

[20]    Stanford, Stanford Facts: Administration. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/administration/

[21]    Stanford, Stanford University Common Data Set 2012-2013. Διαθέσιμο: http://ucomm.stanford.edu/cds/2012

[22]    Stanford, Stanford Facts: Research. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/research/faculty

[23]    Stanford, Stanford Facts: Academics. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/academics/undergraduate

[24]    California Institute of Technology, At a glance. Διεύθυνση: http://www.caltech.edu/content/glance

[25]    Princeton University, Profile 2012-2013. Διεύθυνση: http://www.princeton.edu/pub/profile/PU-profile-2012-13.pdf

Το πανεπιστήμιο σήμερα & το Συμβούλιο Ιδρύματος ένα χρόνο μετά τη σύστασή του

Μ. Σπαθής, Καθηγητής ΕΜΠ

Αν και έχει περάσει μόνο ένας χρόνος από την υλοποίηση του νόμου Διαμαντοπούλου – Αρβανιτόπουλου στο Ελληνικό πανεπιστήμιο, η αίσθηση που είναι διάχυτη στον καθένα μας είναι ότι έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας. Γιατί κανένας μας δεν βιώνει την άνοιξη, την αναγέννηση, τον εκσυγχρονισμό και το σφρίγος που υπόσχονταν τρία χρόνια πριν οι “μέντορες” της πολιτικής που τον εμπνεύστηκαν και οι φανατικοί υποστηρικτές του που τον απαιτούσαν μέσα στο πανεπιστήμιο. Αντίθετα το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα καταρρέει, αποψιλώνεται, συρρικνώνεται, εγκαταλείπεται και τελικά γερνάει.

Τα ΣΙ απομονωμένα και αποκομμένα εντελώς από τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΑΕΙ, συσκέπτονται, δρουν και λειτουργούν χωρίς να αντιλαμβάνεται κανείς την ύπαρξή τους

  • Το εκπαιδευτικό του προσωπικό αποχωρεί χωρίς να ανανεώνεται. Το διοικητικό και τεχνικό του προσωπικό αν δεν έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί πριν την ώρα του με την αγωνία να αποφύγει τις δυσμενείς ρυθμίσεις που εφαρμόζονται, βρίσκεται αντιμέτωπο με τις επικείμενες μαζικές απολύσεις.
  • Οι φοιτητές που ολοκληρώνουν αγχωμένοι τις σπουδές τους, παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς γιατί το φάσμα της ανεργίας βρίσκεται μπροστά τους.
  • Οι εργαστηριακές του και κτηριακές του υποδομές, τα κυλικεία με τα κατεβασμένα ρολά απαρχαιώνονται, αποδομούνται χωρίς την παραμικρή δυνατότητα συντήρησης, ανανέωσης, εκσυγχρονισμού.
  • Τα χρηματικά κονδύλια που αιμοδοτούσαν την έρευνα και την ανάπτυξη της γνώσης τείνουν να εξαφανιστούν. Κανένας σήμερα δεν διανοείται, δεν τολμάει να προτείνει νέα γνωστικά αντικείμενα και την προσέλκυση επιστημονικών στελεχών για να τα υποστηρίζουν.
  • Μόνο η συρρίκνωση των προγραμμάτων σπουδών είναι αποδεκτή. Και αν μπεις στη λογική των συγχωνεύσεων και την κατάργηση ολοκληρωμένων γνωστικών περιοχών μπορεί να επιβραβευθείς και να γίνεις αποδεκτός από την πολιτεία.

Ο χρόνος συνακόλουθα μέσα στο αποδιαρθρωμένο ελληνικό πανεπιστήμιο, βιώνεται διασταλτικά. Και αυτό αποτυπώνεται με εμφανή τρόπο πάνω στα σώματα και τις διαθέσεις των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Και ενώ όλα αυτά συνιστούν αδιαμφισβήτητη καθημερινότητα για όλους μας “οι φωτισμένοι” πολιτικοί μας προϊστάμενοι εμφανίζονται στα τηλεοπτικά παράθυρα, μαζί με τους κατευθυνόμενους τηλεπαρουσιαστές προσπαθώντας να μας πείσουν για την προσωρινότητα της πολιτικής που μας εξαθλιώνει, προπαγανδίζοντας ξεδιάντροπα την αναγέννηση του έθνους που θα προκύψει από τις στάχτες και τα αποκαΐδια της πυρκαγιάς που κατακαίει σύμπασα τη χώρα.

Η ακαδημαϊκή περίοδος που αφήσαμε πίσω μας, ήταν όμως και η χρονιά των Συμβουλίων Ιδρύματος(ΣΙ). Ήταν η χρονιά όπου η μνημονιακή τρικομματική κυβέρνηση κατάφερε να κάμψει τις αντιστάσεις του πανεπιστημιακού κινήματος και να πετύχει τελικά την εκλογή τους σε όλα τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Οι φανατικοί θιασώτες του νέου θεσμικού πλαισίου μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια έδωσαν σκληρή μάχη για την επιτυχία αυτού του στόχου. Ο σημερινός υπουργός παιδείας που παρέλαβε την σκυτάλη για την υλοποίηση της μνημονιακής πολιτικής στα πανεπιστήμια, κατάφερε με δύο πρώτες κινήσεις να πετύχει την εκλογή των ΣΙ. Μετά από την ψήφιση οριακών τροποποιήσεων του θεσμικού πλαισίου, δυσκόλεψε την αποτελεσματικότητα των αντιστάσεων που είχαν αναπτυχθεί επί Α. Διαμαντοπούλου επιβάλλοντας την ντρίπλα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας αφ’ ενός, και αναθέτοντας στους πρυτάνεις την διεξαγωγή των εκλογών με αντάλλαγμα την παραμονή τους στη θέση των πρυτανικών αρχών μέχρι τη λήξη της θητείας τους αφ’ ετέρου.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε στοιχείο σοβαρών αμφισβητήσεων για το εάν ήταν ορθή η επιλογή του κινήματος φοιτητών διδασκόντων και εργαζομένων να προκρίνει ως τακτική για την ακύρωση του νέου θεσμικού πλαισίου τον αγώνα ενάντια στα ΣΙ. Είναι όμως τα πράγματα έτσι ; Μπορούμε σήμερα να κάνουμε μια πρώτη αποτίμηση της υποτιθέμενης κατίσχυσης του αντιπάλου; Και αν ναι, θα βοηθήσει αυτό στο να εμβαθύνουμε την προβληματική μας για τους στόχους που έχουμε σήμερα μπροστά μας ;

Κατ’ αρχήν δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας, ότι τα ΣΙ ήταν για τους θιασώτες του νόμου και για τους πανεπιστημιακούς που ασπάζονται τις κυβερνητικές μνημονιακές πολιτικές, “η κορυφαία καινοτομία” του νέου θεσμικού τους πλαισίου. Ήταν αυτή που επαγγέλλονταν το αποφασιστικό κέντρο εξουσίας και διαχείρισης του πειθαρχημένου, “αναβαθμισμένου” και απόλυτα προσαρμοσμένου στην κυριαρχία των αγορών πανεπιστήμιο. Ήταν το ΣΙ που θα υλοποιούσε το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα ενισχυμένο σε σημαντικό βαθμό με εκπροσώπους εκτός των ΑΕΙ. Ήταν αυτό που θα μας αποκαθιστούσε σε μια περίοπτη θέση στη διεθνή επιστημονική κοινότητα, που θα εξασφάλιζε νέες πηγές χρηματοδότησης, θα εφάρμοζε τους δύο κύκλους σπουδών και τις πιστωτικές μονάδες, θα καθιστούσε τα ελληνικά ΑΕΙ κέντρα αριστείας και θα μας εξωθούσε σε έναν εργασιακό οργασμό έρευνας, εκπαίδευσης, χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και τελικής απογείωσης σε ανώτερες σφαίρες δημιουργικότητας. Ήταν τα ΣΙ που θα επέβαλλαν τον νόμο και την τάξη μέσα στα πανεπιστήμια, θα διέλυαν τα υποτιθέμενα διεφθαρμένα και ιδιοτελή παράκεντρα εξουσίας, θα καταργούσαν τη στρέβλωση της δημοκρατίας και της συλλογικής έκφρασης, της φοιτητικής συμμετοχής στα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ και θα εγγυόταν την εφαρμογή του νόμου για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου.

Να είμαστε ειλικρινείς! Αλήθεια τι απ’ όλα αυτά είδαμε να δρομολογείται τη χρονιά που μας πέρασε; Τα ΣΙ απομονωμένα και αποκομμένα εντελώς από τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΑΕΙ, συσκέπτονται, δρουν και λειτουργούν χωρίς να αντιλαμβάνεται κανείς την ύπαρξή τους. Χαρακτηριστικά, ενώ το ΕΜΠ φλέγεται από την προοπτική μαζικών διαθεσιμοτήτων – απολύσεων, το ΣΙ τηρεί «σιγήν ιχθύος». Η παρουσία τους γίνεται μόνον αισθητή όταν αντιμετωπίζουν φωνές διαμαρτυρίας και κριτικής από φοιτητές, διδάσκοντες και εργαζομένους για τις αντιδραστικές και υπερφίαλες αναφορές τους στις ανάγκες που έχουν σήμερα τα ελληνικά πανεπιστήμια. Μας θυμίζουν τη λειτουργία τους όταν μετά από ηλεκτρονική διαβούλευση, καταλήγουν σε ανακοινώσεις στήριξης ή έστω ήπιας κριτικής των κυβερνητικών επιλογών συρρίκνωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μαθαίνουμε για την ύπαρξή τους όταν συνεστιάζονται με εκπροσώπους των ΑΕΙ για να “ενημερωθούν” για την καθημερινή μας ζωή και τις αγωνίες μας. Και τελικά αποκαλύπτονται με παταγώδη τρόπο όταν καλούν τις αστυνομικές αρχές να τους προστατεύσουν από τις ειρηνικές διαμαρτυρίες των φοιτητών που αρνούνται να συναινέσουν στην νομιμοποίηση και αποδοχή τους.

Στο ΕΜΠ ιδιαίτερα έδωσαν ένα ξεκάθαρο μήνυμα για το πώς αντιλαμβάνονται την συνεργασία και συλλογική λειτουργία με την πανεπιστημιακή κοινότητα. Απέρριψαν με περισσή απαξίωση το διερευνητικό αίτημα του συλλόγου ΔΕΠ, να λαμβάνει γνώση της ημερήσιας διάταξης των συναντήσεών τους, των αποφάσεων που λαμβάνουν και ει δυνατόν να συμμετέχει με δικαίωμα λόγου στις διασκέψεις τους. Όλα αυτά μπορεί να είναι δείγματα μιας σύντομης χρονικής περιόδου αλλά επιβεβαιώνουν αναμφισβήτητα όλους όσους αμφισβήτησαν από την αρχή, και αντιστάθηκαν στη συνέχεια στην υλοποίηση αυτού του θεσμού. Το αίτημα επομένως για άμεση κατάργησή τους παραμένει πάντα επίκαιρο.

Ένα δεύτερο όμως επιχείρημα που επιβεβαιώνει την ορθότητα της επιλογής για τις αντιστάσεις που αναπτύχθηκαν κατά τη διαδικασία εκλογής τους είναι και το ακόλουθο. Ο αγώνας μας ενάντια στα ΣΙ έγινε ο καταλύτης για τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού προοδευτικού αγωνιστικού ενωτικού πόλου από φοιτητές, καθηγητές εργαζομένους μέσα στα ΑΕΙ  που είναι άκρως απαραίτητος για τις μεγάλες μάχες που έχουμε σήμερα μπροστά μας.

Και για να τελειώσω το σύντομο αυτό σημείωμα με μια αισιόδοξη νότα, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη μαζική δυναμική με υψηλό βαθμό πολιτικοποίησης της παμπολυτεχνειακής συνέλευσης που έγινε στο ΕΜΠ πριν το τέλος Αυγούστου για τις απολύσεις των εργαζομένων που επέρχονται.

Μιας συνέλευσης, που όσοι συμμετείχαν εξέφρασαν με μια φωνή τις αγωνίες τους για το δικό τους σήμερα και το αύριο των παιδιών τους, μαζί όμως με την πεποίθηση ότι οι αγώνες που πρέπει να δοθούν δεν αρκεί να είναι αμυντικοί για επιμέρους αιτήματα, αλλά πρέπει να γίνονται με στόχο να ανατρέψουν τις πολιτικές εξαθλίωσης μαζί με αυτούς που τις επιχειρούν και κάθε στήριγμά τους.

Συμπερασματικά, οι αποσπασματικοί αγώνες δεν μπορούν να δικαιωθούν στην παρούσα ιστορική στιγμή, αν δεν ενταχθούν σε ένα συνολικό σχέδιο ανατροπής του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι, και αν δεν κατευθύνονται στην αντικατάστασή του με νέες κοινωνικές σχέσεις και δομές για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και όλους τους κατατρεγμένους.

Κατεβάστε το κέιμενο σε μορφή pdf

Δημοκρατία στα πανεπιστήμια: δύναμη ή βαρίδι;

Δ. Καλιαμπάκος, Καθηγητής ΕΜΠ

Είναι ίσως χαρακτηριστικό των καιρών ότι θεμελιώδεις έννοιες, όπως αυτή της δημοκρατίας, χάνουν την αυταξία τους στο έδαφος της κρίσης και πρέπει η αξία τους να αποδειχθεί ξανά, κυρίως στο έδαφος της αποτελεσματικότητας που προφέρουν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εν εξελίξει σαρωτική αλλαγή στον τρόπο διοίκησης και λειτουργίας των πανεπιστημίων στη χώρα. Κοινός παρανομαστής των επιχειρούμενων αλλαγών, άρρητος τις περισσότερες φορές αλλά πανταχού παρών, είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι μια «παγκόσμια παραφωνία», εξαιτίας της υπερβολικής δημοκρατίας του. Κι ακόμη περισσότερο ότι, ενώ έχει κάθε δυνατότητα να «απογειωθεί», είναι αυτή, «το βαρίδι της δημοκρατίας» που το κρατά καθηλωμένο στη μετριότητα.

είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι μια «παγκόσμια παραφωνία», εξαιτίας της υπερβολικής δημοκρατίας του. Κι ακόμη περισσότερο ότι, ενώ έχει κάθε δυνατότητα να «απογειωθεί», είναι αυτή, «το βαρίδι της δημοκρατίας» που το κρατά καθηλωμένο στη μετριότητα…

Προφανώς, συχνά λανθάνει της προσοχής ότι άλλες παράμετροι καθορίζουν κατά βάση την ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όπως το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας στην οποία βρίσκεται ένα πανεπιστήμιο,  η θέση της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, το ποσοστό της κρατικής ενίσχυσης της εκπαίδευσης, οι δημόσιες επενδύσεις γενικότερα στην έρευνα και στη τεχνολογία  κλπ. Οι καθοριστικοί αυτοί παράγοντες θέτουν τα γενικά όρια μέσα στα οποία η ανώτατη εκπαίδευση μιας χώρας μπορεί να κινηθεί.

Βεβαίως, τα όρια αυτά δεν προσδιορίζουν μονοσήμαντα την ποιότητα της παρεχόμενης ανώτατης εκπαίδευσης. Ο τρόπος διοίκησης, ακόμη περισσότερο «το κλίμα» μέσα σε αυτά, οι αξίες που καλλιεργούνται, μπορούν να αναβαθμίσουν σημαντικά τις δυνατότητες ενός πανεπιστημιακού χώρου, αν και δεν μπορούν να ανατρέψουν τα γενικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια, ακόμη και με βάση τους εξαιρετικά αμφισβητούμενους «δείκτες απόδοσης» βρίσκονται ψηλότερα από το μέσο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται κατά βάση στην απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων που μια ριζοσπαστική δημοκρατική τομή έφερε στον τρόπο λειτουργίας, τριάντα χρόνια πριν. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις διαδικασίες εκλογής μελών ΔΕΠ. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 ακόμη, όταν κανείς φυλλομετρούσε τον (λαδί!) τηλεφωνικό κατάλογο του ΕΜΠ οι διευθύνσεις των καθηγητών ήταν σχεδόν αποκλειστικά από Φιλοθέη και πάνω, ενώ οι γιοί και εγγονοί καθηγητών αφθονούσαν. Οι ανοικτές διαδικασίες, τα πολυμελή εκλεκτορικά σώματα, η παρουσία του υποψηφίου και δυνατότητα υπεράσπισης του έργου του κλπ, επέτρεψε σε αρκετούς άξιους νέους επιστήμονες να ξεπεράσουν ταξικούς φραγμούς (χωρίς αυτοί βέβαια ούτε να αδρανοποιηθούν ούτε να καταργηθούν) και να επιδράσουν σε σημαντικό βαθμό στο πανεπιστήμιο της νέας εποχής.  Ήταν, επίσης, αυτή η δημοκρατική τομή που επέτρεψε, μέσα στους Τομείς, το θεμελιώδες κύτταρο του πανεπιστημίου, το σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέων αντικειμένων, τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων της χώρας.

Βεβαίως, κάθε άλλο παρά τα πράγματα ήταν μόνο ρόδινα. Μια σειρά σημαντικές παθογένειες παράλληλα αναπτύχθηκαν στο ελληνικό πανεπιστήμιο την τελευταία τριακονταετία όπως η αντικατάσταση της ενιαίας πορείας των ιδρυμάτων από την ανάπτυξη επιμέρους και πολλές φορές ανταγωνιστικών τάσεων και ομάδων, η σημαντική διαφοροποίηση στους όρους λειτουργίας ακόμη και εντός των ίδιων ιδρυμάτων, το «παιχνίδι εξουσίας» που παίζονταν συχνά ενάντια σε μέλη ΔΕΠ από ισχυρές ομάδες (και μάλιστα συχνά στο όνομα της δημοκρατίας και αξιοκρατίας), η υποταγή στα κελεύσματα της εύκολης συσσώρευσης πλούτου και δύναμης κλπ.. Όμως, οι παθογένειες αυτές είναι αποτέλεσμα όχι της δημοκρατίας καθεαυτής, αλλά μιας παρακμιακής μετάλλαξής της σε τύπο, σε «κέλυφος», και όχι περιεχόμενο.

Η σημαντικότερη και ίσως η πλέον επώδυνη παθογένεια, που αναπτύχθηκε κατ’ αρχάς στην ίδια την κοινωνία και στη συνέχεια αυτή έγινε πασίδηλα ορατή και μέσα στο πανεπιστήμιο,  ήταν η απαξίωση της γνώσης ως κοινωνικής αξίας. Το «μάθε παιδί μου γράμματα» είτε ως μέσο χειραφέτησης είτε, έστω, ως μέσο κοινωνικής ανέλιξης, έχασε την αίγλη του, ηττήθηκε, αντικαταστάθηκε από άλλα κοινωνικά πρότυπα, που είχαν ως πυρήνα τους τον εύκολο πλουτισμό και την κενότητα του lifestyle. Η απαξίωση αυτή, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια, άγγιξε όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους, και τους λεγόμενους προοδευτικούς, επιταχύνοντας τη φθορά τους. Η απαξίωση αυτή απορρέει, επίσης, από την εξάτμιση της πραγματικής δημοκρατίας ως στάσης ζωής και ως φορέα απελευθερωτικών ιδεών.

Στη βάση των παραπάνω, το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στην άψυχη, άνευρη και πολλές φορές προσχηματική δημοκρατία των προηγούμενων χρόνων, όσο και αν το νεοεισαχθέν μοντέλο μοιάζει ως επιστροφή στην βαρβαρότητα της αναξιοκρατίας, των «δημοσίων σχέσεων» και στον αδηφάγο ανταγωνισμό της επιβίωσης. Το ζητούμενο είναι η αναγέννηση της πραγματικής δημοκρατίας στα πανεπιστήμια, μαζί με την αναγέννηση της αγάπης για τη μόρφωση και όχι απλά τη συλλογή προσόντων, σε ένα πανεπιστήμιο που δεν θα αποστρέφεται ελιτίστικα τα θεμελιώδη κοινωνικά προβλήματα αλλά θα τα υποδέχεται φιλόξενα και θα καλλιεργεί στο λαό μας την αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να σταθεί στα πόδια του, να σηκώσει ξανά το ανάστημά του.

Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή pdf