Μια μεγάλη νίκη για τους εργαζόμενους! Μια μεγάλη νίκη για το ΕΜΠ!

Στα τέλη Αυγούστου 2013, η νέα ακαδημαϊκή χρονιά ξεκινούσε δραματικά με την ανακοίνωση του σχεδίου διαθεσιμότητας-απόλυσης αρχικά 1700 εργαζομένων στα Πανεπιστήμια, από αυτούς περισσότεροι από 450 στο ΕΜΠ, ποσοστό άνω του 50% του δυναμικού του. Από την πρώτη στιγμή, ως ΠΔ ΕΜΠ δηλώσαμε ότι είμαστε απερίφραστα στο πλευρό των εργαζόμενων και καλέσαμε όλο το ΕΜΠ, να σταθεί ενωμένο και αποφασισμένο και να δώσει ένα σκληρό αγώνα, με όποια μέσα απαιτούνται, μέχρι την τελική νίκη.

Είκοσι και πλέον μήνες μετά, λοιπόν, έχουμε κάθε δικαίωμα να χαιρόμαστε με τη χαρά όλων των εργαζομένων, όλων των Πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά μπορούμε να λέμε ότι ένας αγώνας μακρύς και δύσκολος οδήγησε σε μια πραγματική και καθαρή νίκη.

Ήταν περισσότερο από προφανές ότι ο αγώνας των εργαζόμενων του ΕΜΠ και των άλλων Ιδρυμάτων ήταν και δικό μας καθήκον, όχι μόνο ως έκφραση αλληλεγγύης στους ανθρώπους εκείνους που αντιμετώπιζαν άμεσα το φάσμα της απόλυσης, αλλά επειδή μετά τη διαθεσιμότητα το ΕΜΠ δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Επιπλέον, πολύ σύντομα θα ερχόταν και η σειρά των μελών ΔΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, τότε υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων είχαν αποκαλύψει στη Σύνοδο των Πρυτάνεων, πως υπήρξαν σκέψεις για ένταξη και μελών ΔΕΠ στη διαθεσιμότητα, αλλά τελικά αποφασίστηκε να αφεθούν για αργότερα, κάνοντας λόγο για ποσοστά γενικής μείωσης της τάξης του 40% του υπηρετούντος προσωπικού μέχρι το 2015.

Στο ΕΜΠ, στο ΕΚΠΑ και στα άλλα πανεπιστήμια, συγκροτήθηκε ένα μέτωπο από τους εργαζόμενους που αποδείχθηκε πολύ σκληρό για να ηττηθεί, παρά το γεγονός ότι ο αντίπαλος εμφάνισε το πιο σκληρό του πρόσωπο: ψήφιση κατά παραγγελία νόμου που καθιστούσε ιδιώνυμο αδίκημα την μη απογραφή κι έθετε τον υπάλληλο που εξασκούσε το δικαίωμά του στην απεργία σε αυτοδίκαιη αργία και στη συνέχεια στην απόλυση – ένα μεσαιωνικής σκληρότητας μέτρο -, συνεχείς και ανοιχτές απειλές για επέμβαση εισαγγελέων και αστυνομίας, κ.λπ. Δίπλα στους εργαζόμενους στάθηκε η συντριπτική πλειοψηφία της πολυτεχνειακής κοινότητας. Οι φοιτητές, οι οποίοι με μαζικές συνελεύσεις και συνεχείς κινητοποιήσεις, απέτρεψαν σε κρίσιμες στιγμές το σχέδιο της Κυβέρνησης να τους χρησιμοποιήσει ως πολιορκητικό κριό ενάντια στην απεργία, αρχικά με τον εκβιασμό της μη εγγραφής πρωτοετών και στη συνέχεια με την απειλή της απώλειας του εξαμήνου. Ο Σύλλογός μας, επίσης, μπήκε αποφασιστικά σε αυτήν τη μάχη. Επί οκτώ συνεχόμενες εβδομάδες, συνεδρίαζε με μεγάλη συμμετοχή και αποφάσιζε απεργιακές κινητοποιήσεις, σε ένδειξη συμπαράστασης στον αγώνα των εργαζομένων, αλλά και υπεράσπισης του ΕΜΠ. Η κρισιμότητα των στιγμών έφερε στην ίδια πλευρά του αγώνα πολλούς συναδέλφους, μακριά από στείρους διαχωρισμούς και αντιπαραθέσεις του παρελθόντος. Όπως είχαμε επισημάνει και τότε, η πραγματική δημοκρατία άρχισε να κυλάει και πάλι στις φλέβες του Συλλόγου και να του δίνει ζωή.

Στο πλευρό των εργαζομένων στάθηκαν, επίσης, οι Σύλλογοι ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ, πολλές φορές σε ανοιχτή αντίθεση με τις ηγεσίες των Ομοσπονδιών τους. Ένα πανίσχυρο μέτωπο όλων των συλλόγων του ΕΜΠ αγκάλιασε τους εργαζόμενους σε μια μάχη «ή ταν ή επί τας».

Βέβαια, δεν ήμασταν όλοι. Κάποιες υποτελείς προς την Κυβέρνηση δυνάμεις κρατούσαν (στην καλύτερη περίπτωση) ίσες αποστάσεις από το θύτη που κατέστρεφε το ΕΜΠ και το θύμα που αντιστεκόταν, απέχοντας επιδεικτικά στη διάρκεια αυτού του αγώνα. Ορισμένοι δε φρόντιζαν να προσφέρουν τροφή στον τηλεοπτικό κανιβαλισμό μιλώντας για «καθηγητές που πηδάνε από τα κάγκελα», που «καταδιώκονται από τάγματα εφόδου», κ.λπ. Μάλιστα, στην πιο κρίσιμη φάση της μάχης, όταν η Κυβέρνηση έριχνε όλες της τις δυνάμεις για να τσακίσει τον αγώνα, συμπαρατάχθηκαν ανοιχτά με αυτήν, ώστε να σταματήσει η απεργία του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ. Το δε Συμβούλιο Ιδρύματος του ΕΜΠ έφτασε στο σημείο να ζητά από το Υπουργείο Παιδείας να τροποποιήσει τον αριθμό των 399 τελικά διαθεσίμων για το ΕΜΠ, κι αν ο Υπουργός έκρινε ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν (sic!) να τροποποιήσει τα κριτήρια ώστε να απολυθούν αναλογικά κι εργαζόμενοι από κάθε άλλη υπηρεσία, εργαστήριο, κ.λπ.!

Οι εργαζόμενοι του ΕΜΠ, με τη συμπαράσταση των Συλλόγων των φοιτητών, του ΔΕΠ, των ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ του Ιδρύματος, μαζί με τους εργαζόμενους του ΕΚΠΑ και των άλλων πανεπιστημίων, έγραψαν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες αγώνα εντός και ενάντια στο Μνημόνιο, με ένα και μοναδικό στόχο: κανείς απολυμένος, όλοι στις θέσεις τους. Ο στόχος αυτός κατηγορήθηκε ως μαξιμαλιστικός, ουτοπικός. «Το μνημόνιο δεν ανατρέπεται, ας σώσουμε ότι σώζεται, ας πάμε παρακάτω», ψιθύριζαν στην αρχή και στη συνέχεια κραύγαζαν «οι φωνές της λογικής»… Πού θα ήμασταν τώρα αν είχαν επικρατήσει; Η επιμονή σε ένα ποικιλόμορφο αγώνα, με αλλαγές τακτικής αλλά με αδιαπραγμάτευτο πυρήνα το «θα συνεχίσουμε μέχρι και ο τελευταίος να γυρίσει στη δουλειά του», προκάλεσε σημαντική φθορά στη μνημονιακή Κυβέρνηση, απέσπασε σημαντικές νίκες (μεγάλος αριθμός συναδέλφων επέστρεψε στο ΕΜΠ, παρά τον κανόνα που πολλοί θεωρούσαν ανίκητο ότι «κανείς διαθέσιμος δεν επιστρέφει στη θέση του», και αρκετοί άλλοι δεν έχασαν τη δουλειά τους) και ολοκληρώθηκε μετά την εκκωφαντική κατάρρευση της μνημονιακής Κυβέρνησης. Η νέα Κυβέρνηση προφανώς πιστώνεται το γεγονός ότι υιοθέτησε έναν από τους εμβληματικούς στόχους του αντιμνημονιακού αγώνα, την επιστροφή όλων των απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων, και μάλιστα σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι η ατζέντα των προτεραιοτήτων δεν διαμορφώθηκε τώρα, αλλά με στους σκληρούς αγώνες της προηγούμενης περιόδου. Οι απεργίες διαρκείας, οι εκρηκτικές συνελεύσεις των εκατοντάδων εργαζομένων, η «αναπάντεχη» υποδοχή των πρωτοετών, τα αμέτρητα ξενύχτια στις πύλες, οι Παμπολυτεχνειακές, οι βουβές πορείες με τις μάσκες, το «ακουμπάμε στον διπλανό μας!», οι ηρωικοί «αργίτες», το κέντρο της Αρχιτεκτονικής, η συναυλία στην Πατησίων, η συνέντευξη τύπου με τις μάσκες, οι αντι-συγκεντρώσεις και η μαχητική συμπαράσταση των φοιτητών, τα πλημμυρισμένα με απεργούς Προπύλαια, η μετακίνηση εκατοντάδων εργαζομένων σε άλλο κλάδο «για να σωθεί ο συνάδελφος» και τόσα άλλα που σημάδεψαν τον αγώνα αυτό δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

Αξίζει, όμως, μια ειδικότερη αναφορά σε μια από τις πιο δύσκολες, αλλά και ηρωικές στιγμές αυτού του κινήματος όταν, μετά τις Ευρωεκλογές 2014, η μνημονιακή Κυβέρνηση αισθάνθηκε ότι δεν απειλείται άμεσα και προχώρησε σε ένα κρεσέντο αυταρχισμού, χρησιμοποιώντας την πολιτική επιστράτευση ακόμη και ενάντια σε πανίσχυρα συνδικάτα, όπως αυτό της ΔΕΗ. Τότε, υπαναχώρησε και από τις δεσμεύσεις που είχε δώσει για το θέμα της διαθεσιμότητας, με τριτεγγυητή μάλιστα τη Σύγκλητο του ΕΜΠ, και προχώρησε στην προκήρυξη της κινητικότητας στα ΑΕΙ. Παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων του ΕΜΠ είχε ήδη διασωθεί, οι εργαζόμενοι του Ιδρύματος με τη στήριξη κυρίως των φοιτητών, κινητοποιήθηκαν ξανά και με αποφασιστικό τρόπο, όχι μόνο για τους δικούς τους συναδέλφους που κινδύνευαν αλλά και για όλους τους άλλους εργαζόμενους των υπολοίπων Πανεπιστημίων. Η κινητοποίηση αυτή, μολονότι το ΕΜΠ είχε μείνει μόνο του στον αγώνα, ήταν που ανάγκασε τον τότε Υπουργό Παιδείας να ζητήσει νέα έκθεση αξιολόγησης από ιδιωτική εταιρεία πριν προβεί σε οποιαδήποτε απόλυση, δεσμευόμενος ότι θα πράξει με βάση τα αποτελέσματά της. Η αξιολόγηση αυτή επαναβεβαίωσε (ακόμη και με τα «δικά τους» μέτρα και σταθμά) αυτό που τα Πανεπιστήμια διακήρυσσαν σε όλους τους τόνους από την αρχή: ότι δεν περίσσευε κανένας εργαζόμενος. Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε εσωτερικές (έστω και προσχηματικές) αντιπαραθέσεις στην Κυβέρνηση, απονομιμοποίησε ακόμη περισσότερο στη συνείδηση της κοινωνίας τις απολύσεις και έδωσε τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό αίσιο τέλος, είκοσι και πλέον μήνες μετά.

Είκοσι και πλέον μήνες μετά, λοιπόν, έχουμε κάθε δικαίωμα να χαιρόμαστε με τη χαρά όλων των εργαζομένων, όλων των Πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά μπορούμε να λέμε ότι ένας αγώνας μακρύς και δύσκολος οδήγησε σε μια πραγματική και καθαρή νίκη. Στον αγώνα αυτό έγιναν λάθη, υπήρξαν και στιγμές που οι συνεχείς απόπειρες διάσπασης των εργαζομένων από την πλευρά της Κυβέρνησης, μέσω της αφόρητης και απάνθρωπης πίεσης, πέτυχαν το σκοπό τους. Είναι όμως αυτό ανθρώπινο. Το θαυμάσιο γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι, και μαζί με αυτούς όλοι εμείς, άνθρωποι απλοί, πολλές φορές αδύναμοι, καταφέραμε τελικά όλοι μαζί να αντέξουμε μέχρι η απάνθρωπη μηχανή του Μνημονίου να ηττηθεί. Και θα είμαστε εδώ αν και όποτε ξανατολμήσουν!

Ας χαρούμε λοιπόν τη νίκη των εργαζομένων, αλλά και ολόκληρου του ΕΜΠ, ας κρατήσουμε ως κεκτημένο ότι ένας αγώνας που δίνεται αποφασιστικά και με τη μέγιστη δυνατή ενότητα φέρνει αποτέλεσμα και ας μοιραστούμε συμπεράσματα κι εμπειρίες που θα συμβάλλουν σε ένα πιο δυνατό και αποτελεσματικό κίνημα μέχρι τη διαμόρφωση ενός Συλλογικού, Δημόσιου, Ακαδημαϊκού και Δημοκρατικού Πανεπιστημίου που οραματιζόμαστε.

 

Μια μεγάλη νίκη!!!

Αποκατάσταση της δημοκρατίας τώρα

Δ. Δαμίγος, Αναπλ. Καθηγητής ΕΜΠ

 

Πριν λίγες μέρες είδαν το φως της δημοσιότητας διατάξεις του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας  και Θρησκευμάτων (ΥΠΟΠΑΙΘ), για την αντιμετώπιση επειγόντων θεμάτων και στις τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης, το οποίο αποτελεί ένα μεταβατικό θεσμικό πλαίσιο και ως τέτοιο πρέπει να αξιολογηθεί. Το παρόν κείμενο επικεντρώνεται σε τέσσερα καίρια ζητήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία συζητούνται έντονα εντός κι εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Τα ζητήματα αυτά είναι: η κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος (ΣΙ), η ολοκλήρωση της θητείας των εκλεγμένων με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011 (και όσων τον τροποποίησαν) Πρυτάνεων στις 31.07.2016, η εκλογή των νέων Πρυτανικών Αρχών και άλλων μονοπρόσωπων οργάνων (Πρυτάνεων-Αντιπρυτάνεων, Κοσμητόρων, Προέδρων) μέσα από καθολική ψηφοφορία του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας (με αντίστοιχες σταθμίσεις φοιτητών κι εργαζομένων ως προς το σύνολο των μελών ΔΕΠ) και η ουσιαστική, και όχι κατ’ ευφημισμόν, εκπροσώπηση όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας στα συλλογικά όργανα. Επιλέγω να σταθώ μόνο στα ζητήματα αυτά και όχι σε άλλα (π.χ. άρση της διαγραφής φοιτητών, επαναφορά της διαφάνειας στις εκλογές των μελών ΔΕΠ, κ.ά.), όχι γιατί τα θεωρώ ήσσονος σημασίας, αλλά διότι τα τέσσερα αυτά ζητήματα αποτελούν θέματα αρχής για ένα πραγματικά Συλλογικό, Δημόσιο, Ακαδημαϊκό και Δημοκρατικό Πανεπιστήμιο. Και από αυτή την οπτική, οι προβλεπόμενες διατάξεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις διεκδικήσεις του κινήματος που αναπτύχθηκε στα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια ενάντια στην κονιορτοποίηση και των τελευταίων ψηγμάτων του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης με τους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου.

Η κατάργηση των ΣΙ δεν αποτελεί και δεν πρέπει να εκληφθεί απλά ως θέμα ειλημμένης πολιτικής απόφασης και προγραμματικής δήλωσης της νέας Κυβέρνησης. Ο θεσμός των ΣΙ αποδείχτηκε, στην πράξη, όχι απλά αποτυχημένος (αρκεί κάποιος να διαβάσει τους «απολογισμούς» των ΣΙ) αλλά και καταστροφικός για τα πανεπιστήμια, αφού σε πολλές περιπτώσεις, με κορωνίδα την απροσχημάτιστη απόρριψη μη αρεστών υποψηφίων για τα μονοπρόσωπα Όργανα, τα ΣΙ «δηλητηρίασαν» την ακαδημαϊκή ζωή.

Η διακοπή της θητείας των εκλεγμένων Πρυτάνεων με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011 στις 31.07.2016 αποτελεί, επίσης, στοιχειώδες μέτρο αποκατάστασης του περί δικαίου αισθήματος και της δημοκρατίας στα πανεπιστήμια. Ανακοινώσεις παρατάξεων που στήριξαν ένθερμα τους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, αλλά και η απόφαση της έκτακτης Συνόδου των Πρυτάνεων στις 25.04.2015, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην «κατάργηση νομίμως εκλεγμένων οργάνων». Τεχνηέντως όμως αποκρύπτουν ότι τα όργανα αυτά εκλέχτηκαν μέσα από αντιδημοκρατικές και αντιακαδημαϊκές διαδικασίες, με κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι»: με «προληπτικές εκκαθαρίσεις» μη αρεστών υποψηφίων (αλήθεια, θυμούνται μήπως ότι το κίνημα «Occupy-Central» στο Χονγκ Κονγκ είχε ως βασικό αίτημα τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών το 2017, χωρίς προεπιλογή των υποψηφίων από το Πεκίνο;), με αποκλεισμό των πολυπληθέστερων ομάδων της ακαδημαϊκής κοινότητας από τις εκλογές και με διαβλητές διαδικασίες ψηφοφορίας (βλ. ηλεκτρονική ψήφο). Η όποια επίκληση στις αρχές της δημοκρατίας είναι υποκριτική, ειδικά δε όταν εξασφαλίζεται το δικαίωμα συμμετοχής των σημερινών Πρυτάνεων στις επερχόμενες εκλογές.

Επίσης υποκριτικό είναι να υποστηρίζεται πως η εκλογή των μονοπρόσωπων Οργάνων μέσα από καθολική ψηφοφορία του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας, με στάθμιση και προσμέτρηση της αποχής βάσει του συνόλου των μελών κάθε ομάδας, συνιστά επιστροφή στη διαπλοκή επειδή «…θα μετέχουν κυρίως τα οργανωμένα μέλη των φοιτητικών παρατάξεων…», κατά ορισμένους. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι το ποσοστό συμμετοχής στις φοιτητικές εκλογές (περίπου 50%) αντανακλά τον κόσμο που κινητοποιούν οι φοιτητικές παρατάξεις, αυτό σημαίνει ότι στην καλύτερη περίπτωση η φοιτητική ψήφος θα αντιστοιχεί στο 1/3 (και λιγότερο) των ψήφων των μελών ΔΕΠ. Αυτό που στην πραγματικότητα κρύβεται πίσω από τα επιχειρήματα κατά της καθολικής ψηφοφορίας είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να διατηρηθεί το παιχνίδι της εξουσίας σε ένα ολιγομελές σώμα, των μελών ΔΕΠ, στο οποίο υπάρχουν έντονες σχέσεις εξουσίας και αλληλεξάρτησης. Και, εν πάση περιπτώσει, τον δήθεν εξοβελισμό της κομματοκρατίας από το Πανεπιστήμιο με το υφιστάμενο σύστημα τον είδαμε καθαρά στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές με τη μεταπήδηση του κ. Φορτσάκη, που είχε εκλεγεί με τις «ακομμάτιστες» διαδικασίες του υφιστάμενου νόμου, στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, ως επικεφαλής μάλιστα, πριν καν συμπληρώσει λίγους μήνες Πρυτανικής θητείας στο ΕΚΠΑ. Η συμμετοχή όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας στις Πρυτανικές, Κοσμητορικές και Προεδρικές εκλογές είναι απαραίτητη για δύο ακόμη λόγους, πέραν αυτών που σχετίζονται με δημοκρατικά δικαιώματα και αξίες. Πρώτον, η καθολική εκλογή εκ των πραγμάτων υποχρεώνει τους υποψήφιους Πρυτάνεις-Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους να λάβουν υπόψη τους τις απόψεις και θέσεις του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας και όχι μιας μόνο ομάδας, αυτής των μελών ΔΕΠ. Δεύτερον, τα εκλεγμένα, μέσα από καθολική ψηφοφορία, όργανα διαθέτουν ισχυρότερη νομιμοποίηση διότι αποτελούν «καρπό» συλλογικής έκφρασης.

Τέλος, οι αντιρρήσεις που εκφράζονται, με διάφορα έωλα επιχειρήματα, κατά της ουσιαστικής –  και με ικανοποιητικό αριθμό – αντιπροσώπευσης όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας στα συλλογικά όργανα, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα του Πανεπιστημίου του Διαφωτισμού και την αποστολή του, η οποία είναι πρωτίστως η διαμόρφωση ελεύθερα σκεπτόμενων και ενεργών πολιτών. Αυτοί που χαρακτηρίζουν τη συμμετοχική δημοκρατία ως «παθογένεια», εκμεταλλευόμενοι καταστάσεις του παρελθόντος που αμαύρωσαν την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έχουν αποδείξει στην πράξη ότι δεν έχουν καμία αναστολή να βάλουν «πέντε λύκους και ένα πρόβατο να ψηφίσουν τι θα φάνε για δείπνο», αγνοώντας στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικά κεκτημένα. Γι’ αυτό δεν είναι απλά αντίθετοι με το νομοσχέδιο που προετοιμάζεται. Είναι αντίθετοι με τα βάθρα πάνω στα οποία στηρίζεται η ίδια η Δημοκρατία.

Το ΥΠΟΠΑΙΘ οφείλει γρήγορα και χωρίς αναστολές να προχωρήσει σε αυτές τις στοιχειώδεις μεταβατικές αλλαγές, μέχρι να φέρει σε διαβούλευση έναν ολοκληρωμένο νόμο για την Ανώτατη Εκπαίδευση, προκειμένου να αποκατασταθούν στοιχειώδεις όροι δημοκρατικής λειτουργίας στα πανεπιστήμια. Διαφορετικά το ΥΠΟΠΑΙΘ, κατά τη ρήση του Βολταίρου, θ’ αφήσει αυτόν τον κόσμο ακριβώς έτσι όπως τον βρήκε: ανόητο, άδικο και κακό.

 

Αποκατάσταση της Δημοκρατίας τώρα