Μαχόμενη επιστημονική άποψη ή σιωπή?

της Σοφίας Σταματάκη, Καθηγήτριας Ε.Μ.Π.

Όταν κάποιοι από μας στα χρόνια της νιότης τους ξεφύλλιζαν το βιβλίο του Δ. Μπάτση «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα» μελέτη που κατέρριπτε το μύθο  της «ψωροκώσταινας» και  έβαζε  τις βάσεις για το κτίσιμο της μεταπολεμικής Ελλάδας,  ίσως δεν περίμεναν πως η ζωή μπορούσε να τους έφερνε κάποτε μπροστά σε ανάλογα διλήμματα.

Να πάρουν θέση δημόσια, να «εκτεθούν» με την κατάθεση της επιστημονικής τους άποψης, να συνδράμουν με τρόπο πρακτικό και όχι μηρυκάζοντας θεωρητικές προσεγγίσεις για τις δυνατότητες και τις προοπτικές αυτής της χώρας, αλλά κυρίως για τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτές οι δυνατότητες μπορούν να γίνουν κινητήρια δύναμη για την οικονομία και την κοινωνία.

Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Καθηγητής και Πρύτανης του ΕΜΠ Ν. Κιτσίκης, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Στο έργο του Δ. Μπάτση, […] δίνονται τα συμπεράσματα των τεχνικών μελετών, αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων, δηλαδή του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου, διατυπώνονται κρίσεις για την αξία των αριθμών που χαρακτηρίζουν τον όγκο των αποθεμάτων και το ενεργειακό δυναμικό. […]

Αν μεταφερθούμε στο σήμερα (δεν διαφέρει και πολύ από το τότε), η ορθολογική διάγνωση ύπαρξης τέτοιων προϋποθέσεων και η διατύπωση συγκεκριμένων και επιστημονικά θεμελιωμένων λύσεων για τους τρόπους αξιοποίησης τους είναι καίριας σημασίας για τη δημιουργία σύγχρονης τεχνικής βάσης πάνω στην οποία μπορεί να σχεδιαστεί μια νέου τύπου ανάπτυξη και που μπορεί να δώσει την  ευκαιρία  για τη συσσώρευση οικονομικών δυνατοτήτων και μέσων στην πάλη των κοινωνικών δυνάμεων για μια ανεξάρτητη και προοδευτική πορεία της χώρας.

Αυτό είναι και το βασικό ζητούμενο στο θέμα που μας έχει απασχολήσει τις τελευταίες μέρες. Σε μια χώρα που περνά μια τεράστια οικονομική και κοινωνική κρίση, που έχει ανάγκη ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για το οποία απαιτείται η ενεργοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεών της, δεν αξίζει άραγε να απαντηθεί το ερώτημα: Τι  διαθέτουμε, Που και Πόσο?

Αυτό το ερώτημα γίνεται ακόμα ποιο έντονο στον τομέα των υδρογονανθράκων όπου τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα. Και ποιο είναι αλήθεια το καθήκον της επιστημονικής κοινότητας σε τέτοιου είδους ερωτήματα? Να ανέχεται και να αποδέχεται ανερμάτιστες δηλώσεις και εκτιμήσεις που με άνεση μάλιστα αξιοποιούνται για την ύπνωση και την αδρανοποίηση της κοινωνίας ή να  προβάλει το ορθολογικό και επιστημονικό πλαίσιο για την αναζήτηση των απαντήσεων?

Η περί ου ο λόγος Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, είναι η πρώτη και η μόνη (και επιτρέψετε μου να το γνωρίζω καλά) από όσες κατ΄ αναλογία έχουν εκπονηθεί που υπερβαίνει τα  συμβατικά πρότυπα αυτών των μελετών και ορίζει με τον πλέον αυστηρό επιστημονικά τρόπο το πλαίσιο των εργασιών έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων και τις προϋποθέσεις (όχι σαν κατευθυντήριες γραμμές, αλλά ως συγκεκριμένες απαιτήσεις και δράσεις) για την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μα περισσότερο διακρίνεται γιατί είναι η μόνη μελέτη που επιχειρεί να προσεγγίσει δείκτες κόστους-οφέλους για την τοπική κοινωνία, αναλύοντας τα οικονομικά – αναπτυξιακά-κοινωνικά χαρακτηριστικά της Ηπείρου και αποτολμά να προσδιορίσει, σε ένα εντελώς καινούργιο τομέα, τις δυνητικές άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία, στην απασχόληση, στις υφισταμένες και τις παράπλευρες/συνοδευτικές οικονομικές δραστηριότητες. Και πάνω από όλα είναι η μόνη μελέτη που δίνει καθοριστικό ρόλο και λόγο στην τοπική κοινωνία συνεχώς και ιδιαίτερα όταν τεθεί το κρίσιμο ερώτημα αν αυτό που τυχόν βρεθεί αξίζει να εκμεταλλευτεί και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Η σφραγίδα της πολιτικής θέσης του επικεφαλής της μελέτης είναι έκδηλη.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην πλειοψηφία της η τοπική κοινωνία είτε μέσα από τις θεσμοθετημένες εκφράσεις της, είτε μέσα από διάφορες συλλογικότητες πολιτών έχει σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήσει τη μελέτη αυτή για να θωρακίσει τις απόψεις της, αλλά και για να διεκδικήσει από την Πολιτεία την απόλυτη και πλήρη εφαρμογή της.

Τι να γίνει όμως? Κάποιες φορές ακόμα και αυτοαποκαλούμενες ακτιβιστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις χάνουν, αλληθωρίζοντας θελημένα ή όχι, το στόχο τους…….

Πάντα θα συγκρούεται οποιοσδήποτε αποτολμά να αντικρούσει το εσκεμμένο παραλήρημα της ανευθυνότητας και της πλειοδοσίας ενός συστήματος, με τον επιστημονικό ορθολογισμό και ρεαλισμό και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν αυτά διατυπώνονται στη βάση μιας σαφούς πολιτικής θεώρησης για τα πράγματα………….

Μαχόμενη άποψη ή σιωπή?

Επιστήμη και πολιτική

του Δ. Δαμίγου, Αν. Καθηγητή Ε.Μ.Π.

Αποφάσισα να γράψω για το γνωστό θέμα της παρέμβασης «Ρουβίκωνα» στο συνάδελφο Δ. Καλιαμπάκο, για προφανείς λόγους, αλλά και για ακόμη έναν. Στα Τεχνικά Χρονικά, το 1956(!), ένα αναδημοσιευμένο άρθρο του R.W. Cloues «Η ηθική του Μηχανικού είναι δυνατόν να καθορισθή;» ανέφερε για τη σχέση του Μηχανικού με το Κοινό: «….Ως επιστήμων επαγγελματίας, ο Μηχανικός υπέχει ευθύνας έναντι του κοινού και της κοινότητος, της οποίας ζωτικόν τμήμα αποτελεί και ο ίδιος. Πρέπει να προσπαθή να επεκτείνη τας γνώσεις του κοινού περί της επιστήμης του και να αποτρέπη την διάδοσιν αναληθών, αδίκων ή υπερβολικών κρίσεων αφοροσών εις ταύτην….». Αισθάνομαι, λοιπόν, διπλή υποχρέωση να τοποθετηθώ: και για το συμβάν και για τα όσα εκτός πραγματικότητας ακούγονται για το ζήτημα των υδρογονανθράκων γενικότερα.

Ας ξεκινήσουμε από τη σχέση πολιτικής και επιστήμης. Και δη της αριστερής πολιτικής. Και μιας που διανύουμε το 200ό έτος από τη γέννηση του Μαρξ, ας θυμηθούμε ότι κατά πολλούς η κύρια συμβολή του ήταν ότι συνέδεσε την κοινωνική αλλαγή με την επιστήμη, μετέτρεψε τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό, από ηθικολογία, σε επιστήμη. Παρατηρεί κανείς, αρκετά συχνά, πόσο εύκολα παίρνει διαζύγιο η πολιτική από την επιστήμη, θεωρώντας μάλιστα ότι η προσέγγιση αυτή είναι και «αριστερή». Ας πάμε λοιπόν στο θέμα της χρήσης υδρογονανθράκων. Η άποψη ότι «δεν χρειαζόμαστε πετρέλαια γιατί έχουμε τις ΑΠΕ» είναι αντίστοιχης επιστημονικής τεκμηρίωσης και βάθους με την άποψη ότι «δεν  χρειαζόμαστε σχέδια διαχείρισης των απορριμμάτων γιατί θα κάνουμε ανακύκλωση στο 100% των απορριμμάτων». Δυστυχώς τα νούμερα καθώς και μια σειρά περιορισμοί (τεχνολογικοί και άλλοι) λένε άλλα. Όσον αφορά στους ενεργειακούς πόρους, οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών δείχνουν πως τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, δηλαδή στον ορατό ορίζοντα, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι θα καλύπτουν πάνω από το 75% της πρωτογενούς παραγωγής ενέργειας, με την πιο συντηρητική εκτίμηση περίπου στο 60% (βλ. π.χ. https://www.worldenergy.org/wp-content/uploads/2013/10/World-Energy-Scenarios_Composing-energy-futures-to-2050_Executive-summary.pdf). Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη διείσδυση των ΑΠΕ, γεγονός αναμφισβήτητα θετικό, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι παραμένουν σημαντικοί. Πρέπει, λοιπόν,  να βρεθεί η βέλτιστη ισορροπία με χρήση πολλών και διαφορετικών τρόπων παραγωγής (αλλά και εξοικονόμησης) ενέργειας, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το όφελος από την πλευρά του λαού. Ας μη ξεχνάμε, ότι η παραγωγή ενέργειας, εκτός από ευκαιρία παραγωγής πλούτου για τους κρατούντες (όπως, άλλωστε,  και όλες οι ανάγκες στον καπιταλισμό) είναι θεμελιώδης για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι οποίες βαίνουν συνεχώς αυξανόμενες (μεταξύ 1990-2015 η αύξηση στην πρωτογενή παραγωγή ενέργειας ήταν περίπου 150%, ενώ εκτιμάται ότι μεταξύ 2015-2040 θα αυξηθεί επιπλέον 30% περίπου).

Επομένως,  υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές αλλά και πολιτικές) η εκμετάλλευση των εγχώριων υδρογονανθράκων μπορεί να βοηθήσει τη χώρα και το λαό της. Αντίθετα, η εκ προοιμίου άρνηση «εξ ορισμού» στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων πάσχει επιστημονικά, από πολλές πλευρές. Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα ότι είμαστε ενάντια στις εξορύξεις τώρα, γιατί τα κέρδη πάνε μόνο (ή έστω κυρίως) στις μεγάλες εταιρείες. Απολύτως αληθές, και κάποιοι υπερασπιζόμαστε σθεναρά μια άλλου τύπου εκμετάλλευση, προς όφελος του λαού. Αλλά από αυτό μέχρι τη θέση «όχι στην εξόρυξη υδρογονανθράκων γενικά» υπάρχει τεράστια απόσταση και, κυρίως επιστημονικό …χάος. Θα ήταν, για παράδειγμα, σαν να υποστήριζε παράλογα κάποιος ότι επειδή υπάρχει κερδοφορία των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, θα πρέπει να σταματήσουμε τους …εμβολιασμούς.

Η παρέμβαση που έγινε από το «Ρουβίκωνα», όσο ειρηνική και να ήταν, ήταν λάθος και άδικη. Εγείρει δε και ερωτηματικά ως προς το χρόνο που πραγματοποιήθηκε. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικός ο τρόπος που επιχείρησαν ορισμένα ΜΜΕ να «εκμεταλλευτούν» την είδηση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Δ.Κ. αρνήθηκε να μιλήσει σε αυτά και προτίμησε να δώσει μια απάντηση μέσω του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων (αν δεν την έχετε δει είναι εδώ:

http://www.dimotikoradiofono.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BC/).

Γιατί όμως λάθος και άδικη; Καταρχάς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Οποιαδήποτε άποψη, από όποιον και αν εκφέρεται, μπορεί (και πρέπει) να υφίσταται κριτική. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση (δηλ. λέω μόνο την άποψή μου,  δεν σου επιτρέπω να αντιπαραθέσεις τη δική σου και χρησιμοποιώ το προϊόν ως στοιχείο «μιντιακής διαπόμπευσης») είναι λάθος.  Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό σημείο είναι η προσωπική και άδικη στοχοποίηση.

Η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για την οποία γίνεται λόγος, είναι μια υποχρεωτική διαδικασία εκτίμησης, αξιολόγησης και αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου, έτσι ώστε με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων, όρων και διαδικασιών να προωθείται μία υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος. ΣΜΠΕ είναι υποχρεωτικό να εκπονούνται και έχουν εκπονηθεί για τα πιο ετερόκλητα πράγματα, για παράδειγμα, την απορρόφηση κονδυλίων Π.Ε.Π. για έργα σε διάφορες Περιφέρειες, για αναθεώρηση πολεοδομικών σχεδίων, για προγράμματα υποδομών μεταφοράς και πολλά άλλα. Ο ρόλος της δεν είναι να αποτιμήσει επιπτώσεις μιας δράσης, συγκεκριμένα, μιας που επειδή διενεργείται σε πολύ πρώιμο στάδιο αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει, π.χ. στην περίπτωση που συζητάμε δεν έχει προσδιορισθεί καν η ύπαρξη και πιθανή θέση κοιτάσματος. Ο ρόλος της είναι να εισάγει μελέτες, αλλά και όρους εκπόνησης των μελετών, ή άλλου τύπου περιορισμούς για τα επόμενα στάδια, π.χ. της έρευνας στην αρχή και της εκμετάλλευσης, αργότερα, αν αυτό αποφασιστεί.  Για παράδειγμα, η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ (η οποία είναι αναρτημένη σε αρκετά site στο διαδίκτυο) εισήγαγε εκτός των αυστηρών περιβαλλοντικών περιορισμών και άλλου τύπου μελέτες, απαραίτητες για τη διαμόρφωση γνώμης και τοποθέτησης, όπως π.χ. η κοινωνική ανάλυση κόστους – οφέλους που πρέπει να τεκμηριώνει γιατί η ενδεχόμενη εκμετάλλευση είναι κοινωνικά ωφέλιμη (για παράδειγμα, πόσες θέσεις εργασίας παράγει σε σχέση με το πόσες θέσεις εργασίας ενδέχεται να καταργεί, ποιο είναι το όφελος της τοπικής κοινωνίας σε σχέση με το ενδεχόμενο κόστος, κ.λπ.). Όμως, καθοριστικό στοιχείο της συγκεκριμένης μελέτης είναι η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού σε όλα τα στάδια, και ιδιαίτερα η θέσπιση μιας ισχυρής διαδικασίας απόφασης για το αν θα γίνει ή όχι εκμετάλλευση, που μεσολαβεί ανάμεσα στην έρευνα και πριν την εκμετάλλευση. Στη διαδικασία αυτή, η τοπική κοινωνία έχει ουσιαστική και βαθιά συμμετοχή και πολύ ισχυρό ρόλο. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση χωρίς τοπική συναίνεση. Από την παραίνεση και τα ευχολόγια, στη θεσμική κατοχύρωση. Αυτό είναι κάτι που η συγκεκριμένη μελέτη εισάγει, για πρώτη φορά, τόσο καθαρά. Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι αυτό συνάντησε λυσσαλέα αντίδραση.

Κατά τη γνώμη μου, ο Δ.Κ. έκανε το καθήκον του και με το παραπάνω ως μαχόμενος επιστήμονας και είναι τρομερά άδικο να διαστρεβλώνεται τόσο κραυγαλέα η πραγματικότητα, με επιχειρήματα πέρα από κάθε έννοια επιστημονικότητας και, συχνά, λογικής.

Επιστήμη και Πολιτική

Τρεις τρόποι ενταφιασμού του Μελκιάδες «Παιδείας»

Μάκης Σπαθής, Καθηγητής ΣΕΜΦΕ ΕΜΠ

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Η Εποχή” της 20.10.2015

Μετά την απόφαση της σημερινής κυβέρνησης να αποσύρει από τη Βουλή το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία, γνωστό ως «νόμο Μπαλτά», το τοπίο στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο. Με δεδομένη την απομάκρυνση από το ΥΠΕΘ του πρώην υπουργού Αριστείδη Μπαλτά, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, όμως θα μπορούσε να μην είχε επισυμβεί αν η κυβέρνηση παρέμενε σταθερή στην ίδια πολιτική και στις εξαγγελίες για την παιδεία που επαγγέλλονταν διαχρονικά από την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι χτες. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί αμείλικτα ερωτήματα τόσο για τη συνολική μεταμνημονιακή μετεξέλιξη της κυβερνητικής πολιτικής όσο και για τις εξειδικεύσεις της στον τομέα της παιδείας.

Από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ και τα προβεβλημένα στελέχη του, με αποδέκτες τη μεγάλη πλειοψηφία όσων έχουν απομείνει μετά την επώδυνη συμφωνία του τρίτου μνημονίου, διακηρύσσονταν σε όλους τους τόνους κατά την προεκλογική περίοδο, οι ακόλουθες υποσχέσεις: «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα τιμήσει την υπογραφή του και θα εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε απέναντι στους δανειστές, αλλά με γνώμονα πάντα την προστασία των κοινωνικών ομάδων που πλήττονταν βάναυσα, θα εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, την υγεία, τις εργασιακές σχέσεις και το κοινωνικό κράτος γενικότερα. Θα λειάνει τις επιθετικές αιχμές των εφαρμοστικών ρυθμίσεων, θα αναζητά επίμονα ισοδύναμα μέτρα και τέλος θα αναδεικνύει καθημερινά τη σταθερή προσήλωσή του στον αριστερό του ριζοσπαστισμό». Παράλληλα, ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει μεταξύ των άλλων στο υπουργικό συμβούλιο μετά τις εκλογές ότι το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία θα ψηφιστεί αμέσως με την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής. Τι συνέβη στη συνέχεια, μια βδομάδα μετά; Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί η κυβέρνηση κάνει στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείπει τις δεσμεύσεις της για την κατάργηση των νόμων Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, ειδικά όταν στις προγραμματικές δηλώσεις του Α. Τσίπρα (Ιανουάριος 2015) υπήρχε η άμεση κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος (Σ.Ι.), δηλαδή του πιο επιθετικού οργάνου διοίκησης κατά τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα. Γιατί η σημερινή κυβέρνηση ενταφιάζει τη δημοκρατία στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Εκδοχή πρώτη: Η κυβέρνηση της Αριστεράς αντιμέτωπη με το μαύρο μέτωπο για την παιδεία

Από τον περασμένο Απρίλιο, όταν το νομοσχέδιο για την παιδεία βγήκε για πρώτη στο φως της δημοσιότητας, αμέσως συγκροτήθηκε ένα μέτωπο «αντίστασης» και «αγώνα» με το σύνθημα «όχι Μπαλτάς για την παιδεία». Ένα μέτωπο που εκτός από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΠΟΤΑΜΙ, τους πρώην υπουργούς Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλο, συνδικαλιστές των παρατάξεών τους στην ΠΟΣΔΕΠ, πρυτάνεις και άλλα μέλη των διοικήσεων των ΑΕΙ, έτυχε μεγάλης υποστήριξης από τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες και τα ΜΜΕ. Έκτοτε οι αρχηγοί και των τριών συστημικών κομμάτων τόνιζαν στις δημόσιες εμφανίσεις τους την επικείμενη «καταστροφή» της παιδείας στο σύνολό της από το νόμο Μπαλτά. Αποκορύφωμα αυτού ήταν οι ψηφοφορίες από αντιπολιτευόμενους βουλευτές για τις μνημονιακές συμφωνίες το κατακαλόκαιρο, που υπαινίσσονταν ότι αν ο Τσίπρας τους αναγκάζει να υπερψηφίσουν το τρίτο μνημόνιο, θα έπρεπε να μην επαναπαύεται στην εξασφάλιση της ψήφου τους στο βαθμό που ο «νόμος Μπαλτά» δεν αποσυρθεί. Μπορεί ο πρωθυπουργός να αγνοούσε τις απειλές τους προεκλογικά, στη συνέχεια όμως εύλογο είναι να σκεφτεί κανείς την ανάγκη να κατευναστούν οι αντιθέσεις προσφέροντας ως τροφή στο Μινώταυρο της αντίδρασης την πολυπόθητη Δημοκρατία στα πανεπιστήμια. Ο φόβος, εξάλλου, για τις πιθανές κοινωνικές εκρήξεις που μπορούν να πυροδοτήσουν οι εφαρμοστικοί νόμοι του μνημονίου, στη συνέχεια, ωθεί τη σημερινή κυβέρνηση να έχει στις αποσκευές της την προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με τη συμμετοχή κάποιων ή και των τριών συστημικών κομμάτων του μνημονιακού τόξου.

Εκδοχή δεύτερη: Η ενσωμάτωση της ήττας από την κυβέρνηση της Αριστεράς

Μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου η στρατηγική της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ τροποποιείται καθοριστικά. Με δεδομένο πλέον το ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργεί η εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής τα περιθώρια ανάδειξης αριστερών φιλολαϊκών πρωτοβουλιών στενεύουν δραματικά. Η υπόσχεση για την ακύρωση της εσωτερικής υποτίμησης και της συνακόλουθης λιτότητας αναβάλλεται για ευθετότερο χρόνο. Αυτό που προέχει σήμερα είναι μια ταχύρρυθμη υλοποίηση των εφαρμοστικών νόμων για την επιτυχή αξιολόγηση εκ μέρους των δανειστών, η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας με την ανάπτυξη να ακολουθεί και η πολυπόθητη έξοδος στις αγορές. Οι προεκλογικές υποσχέσεις για την προστασία των αδυνάμων σε ένα ριζοσπαστικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων υποκύπτει πλέον πλήρως στη λογική της ανάθεσης για την υπεράσπιση των εργαζομένων. Πέρα, όμως, από τις πολιτικές ανακολουθίες και τις ιστορικές αποτυχίες που εμπεριέχει μια τέτοια στρατηγική, η εκ των πραγμάτων ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ στην επτάμηνη διαπραγμάτευση, προσθέτει ένα ακόμη λόγο που προεξοφλεί την αποτυχία αυτής της εκδοχής στην παρούσα ιστορική στιγμή.
Οι υπουργοί της κυβέρνησης της Αριστεράς, βασικοί μοχλοί υλοποίησης αυτής της πολιτικής, συχνά πλειοδοτούν αγχωτικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών στον τομέα ευθύνης τους, ώστε να μην επωμιστούν οι ίδιοι αυτοί την αποτυχία των συμφωνηθέντων. Όμως δεδομένης της δέσμευσης κάθε νομοθετική πρωτοβουλία να έχει την έγκριση των δανειστών, ακόμα και όταν οι ρυθμίσεις που προβλέπει δεν περιλαμβάνονται ρητά στα προαπαιτούμενα της συμφωνίας, το να τρέπεται κανείς σε φυγή με την απόσυρσή τους σηματοδοτεί την πλήρη συντριβή του κοινοβουλευτισμού από την ίδια την Αριστερά. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η θέση του σημερινού υπουργού Παιδείας ότι το μνημόνιο απαιτεί την αξιολόγηση των Σ.Ι. πριν την κατάργησή τους. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί ο ενταφιασμός του νομοσχεδίου διότι η έκθεση του ΟΟΣΑ, που είχε παραγγελθεί από τη Διαμαντοπούλου ειδικά για να νομιμοποιήσει τις θεσμικές της ρυθμίσεις, δεν συνάδει με τις ανάγκες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που επιχειρούσαν οι πρώτες ρυθμίσεις της αριστερής κυβέρνησης για την παιδεία.

Εκδοχή τρίτη: Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των αριστερών κομμάτων δεν είναι πάντοτε πολιτικές

Η ύπαρξη αντιθέσεων μεταξύ μελών στα πολιτικά επίδικα κάθε συγκυρίας αποτελεί μια αποδεκτή και υγιή λειτουργία για τα αριστερά κόμματα της μετασταλινικής περιόδου. Όμως κάτι τέτοιο γίνεται συχνά ο μανδύας που καλύπτει αντιθέσεις και διαφορές που απορρέουν από προσωπικά, ιδιοτελή, εγωιστικά ή υλικά συμφέροντα. Αν αυτή η παραδοχή γίνει αποδεκτή, τότε υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή για τον ενταφιασμό του πολυνομοσχέδιου από τη νέα πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ. Κατά την επτάμηνη επεξεργασία του, το εν λόγω νομοσχέδιο αποτέλεσε αντικείμενο εξαντλητικών συζητήσεων στα τμήματα παιδείας και έρευνας του ΣΥΡΙΖΑ, οργανώσεις των πανεπιστημιακών, κοινοβουλευτική ομάδα, υπουργικό συμβούλιο, αλλά και με πλήθος μεμονωμένων συντρόφων και συναδέλφων χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Οι εύλογες διαφωνίες και συγκεκριμένες επισημάνσεις είχαν πολυσυζητηθεί και πολλές εξ αυτών είχαν ενσωματωθεί στην τελική μορφή του πριν από τη δημόσια διαβούλευση εξασφαλίζοντας ευρύτατη συναίνεση από το σύνολο των πανεπιστημιακών. Ξαφνικά, όμως, και αφού το νομοσχέδιο πήρε το δρόμο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας (που διεκόπη με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου) αρχίζει ένας δεύτερος γύρος αμφισβήτησης και κριτικής από τα ίδια κομματικά μέλη και συντρόφους με διαφορετικό όμως περιεχόμενο από τις διαφωνίες /συμφωνίες της προηγούμενης περιόδου. Έτσι, για παράδειγμα, το Μάιο διαβάζαμε σε άρθρο μέλους του ΣΥΡΙΖΑ που κατακεραύνωνε τις επιθέσεις του «μαύρου» μετώπου διατυπώσεις όπως η ακόλουθη:
Το πολυνομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα αποπειράται να προχωρήσει σε ένα σύνολο ρυθμίσεων ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια πλατειά συζήτηση που θα οδηγήσει σε αλλαγές οι οποίες θα αποτυπωθούν σε ένα νέο νόμο πλαίσιο. Οι επιφυλάξεις που έχουμε αρκετοί, όπως η συγκρότηση των πρυτανικών σχημάτων και η έλλειψη συζήτησης για μια ουσιαστική και όχι γραφειοκρατική συμμετοχή των φοιτητών και για τα οποία το υπουργείο συζητάει εναλλακτικές προτάσεις, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καθυστερήσουν την ψήφιση του νομοσχεδίου, η άμεση ψήφισή του αποτελεί πολιτική και εκπαιδευτική προτεραιότητα.
Ο ίδιος σύντροφος αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου επανέρχεται σε άρθρο του με μια νέα ατζέντα για τα πανεπιστήμια:
Οι προτεινόμενες από το υπουργείο ρυθμίσεις (οι οποίες ουδέποτε ψηφίστηκαν) αντιμετώπιζαν, ως έπρεπε, ορισμένα από τα απαράδεκτα στοιχεία των νόμων Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, που είχαν οδηγήσει σε πλήρη αποδιοργάνωση τα πανεπιστήμια, αλλά διατυπώθηκαν σε ένα μακροσκελέστατο, πολιτικά αντιφατικό και νομοτεχνικά ανεπαρκές κείμενο. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις επαναφέρουν το μοντέλο του πανεπιστημίου του 1980 που θεμελίωσε ο νόμος 1268 του ΠΑΣΟΚ.
Αν αυτό δεν αποτελεί την πλήρη υιοθέτηση της κριτικής του μαύρου μετώπου που κατακεραύνωνε ο ίδιος αρθρογράφος τρεις μήνες πριν τις εκλογές, ας αναζητήσουμε πέρα από την κοινή λογική τις απαντήσεις σε αυτή τη μεταστροφή!
Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση αν αναζητήσει κανείς τις διαφοροποιήσεις συντρόφων στις διαδικτυακές λίστες. Θα διακρίνει τότε περιπτώσεις όπου η προσωπική μεροληψία αναδεικνύεται από δηλώσεις του τύπου «με το νόμο αυτό και με τη φοιτητική συμμετοχή που προβλέπει εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να εκλεγώ πρύτανης στο πανεπιστήμιο που υπηρετώ». Αυτά απλά συνιστούν την ηγεμονία μέσα στην Αριστερά της αστικής ιδεολογίας και της εξατομικευμένης συμπεριφοράς για την ικανοποίηση ιδιαίτερων επιθυμιών. Τώρα το ότι το πολιτικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την τελική απόφαση μεταξύ μιας πολιτικής θέσης (πολυνομοσχέδιο) και ατομικών απαιτήσεων (απόσυρση) επιλέγει τη δεύτερη δικαιώνει απόλυτα τη μαρξιστική θέση ως προς την ενσωμάτωση των εκπροσώπων της Αριστεράς στο δίκτυο των κρατικών σχέσεων, όταν αυτοί αντιλαμβάνονται το κράτος στην εργαλειακή του εκδοχή που στην Ελλάδα περιλαμβάνει κατεξοχήν ατομικά ή μεμονωμένα αιτήματα. Σε οποιαδήποτε από τις τρεις εκδοχές ή και σε συνδυασμό τους, αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η μεταστροφή της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε συντηρητικές αναδιπλώσεις

Το σκοτεινό χωριό

Δ. Καλιαμπάκος, Καθηγητής ΕΜΠ

Σε μια όχι πολύ παλιά ταινία (“The Village”, «Tο σκοτεινό χωριό»), οι κάτοικοι ενός απομονωμένου χωριού ζουν με το φόβο της ύπαρξης τρομακτικών μυθικών πλασμάτων στο γειτονικό δάσος που τους περικυκλώνει. Οι μεγαλύτεροι, για να κρατήσουν αμετάβλητη την κοινωνία που έχουν οικοδομήσει, μεταμφιέζονται σε τέρατα και δίνουν ένα γερό μάθημα σε όποιον αποπειράται να ξεφύγει. Όταν, όμως, ένας νεαρός τραυματίζεται σοβαρά, η τυφλή αγαπημένη του αποφασίζει, επιτυχώς, να διασχίσει το δάσος για να φέρει φάρμακα. Κάτι μου θυμίζει…

Τα μεγάλα κύματα φόβου που έσπερναν στην ελληνική κοινωνία νικήθηκαν από το τσουνάμι της απόγνωσης και της οικονομικής εξαθλίωσης που βιώνει σήμερα η τεράστια πλειονότητα του ελληνικού λαού. Όταν το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 (!)- έξω από την τερατολογία- δε σημαίνει τίποτε για εκατομμύρια Έλληνες, όταν εκατομμύρια, επίσης, Έλληνες βρίσκονται μόνιμα πια στην ανεργία, τότε συστηματικά καλλιεργημένα ιδεολογήματα υποταγής επί δεκαετίες και πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης αρχίζουν να καταρρέουν

Ήταν μια μεγάλη νίκη. Η φράση ότι ο λαός κατάφερε στα σταθεί όρθιος σε αντίξοες συνθήκες την αδικεί. Συνέβη κάτι πολύ παραπάνω.

Ο λαός είχε να αντιμετωπίσει: α. την χωρίς όρια τρομοκρατία των εγχώριων μέσων μαζικής ενημέρωσης, κλιμακούμενης μέχρι το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 ευρώ (!) στο παρά πέντε. β. σύσσωμο το πολιτικό σύστημα που ενώθηκε πάνω από την ιερή εστία της ευρωπαϊκής προοπτικής. Σε αυτό πρέπει να συνυπολογιστούν εκτός από τα «κόμματα της ευρωπαϊκής προοπτικής», και όλες οι εφεδρείες του συστήματος, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες όλων των κοινωνικών τάξεων (ΣΕΒ και ΓΣΣΕΕ και ΓΣΕΒΕ μαζί- συμπεριλαμβανομένης και της απόπειρας της πλειοψηφίας της ΠΟΣΔΕΠ να κάνει «προσφορά σώματος» στην εκλογική επιτροπή του Σαμαρά, οι δικηγορικοί σύλλογοι κλπ), η τοπική αυτοδιοίκηση, οι «ημέτεροι» διανοούμενοι. γ. Την ωμή, απροσχημάτιστη και κυνική επέμβαση της Ευρώπης στα εσωτερικό μιας τυπικά ανεξάρτητης χώρας, από το «εμείς ορίζουμε το ερώτημα στο οποίο ψηφίζετε» μέχρι την παραγγελία «κυβέρνησης τεχνοκρατών» δ. τη συσσωρευμένη επίδραση της ιδεολογικής παντοκρατορίας τριάντα χρόνων της ευρωπαϊκής προοπτικής ως μονόδρομου για τη χώρα. Το πολιτικό κατεστημένο και οι ευρωπαίοι «σύμμαχοι» διάλεξαν αυτό ως πεδίο αντιπαράθεσης, αυτό που θεωρούσαν ανίκητο, και – ω του θαύματος – έχασαν!

Μα πάνω από όλα είχε να αντιμετωπίσει τον χειρότερο εφιάλτη του ΟΧΙ, τις κλειστές τράπεζες, προεξοφλημένο. Κάθε μέρα στα ΑΤΜ, η ιδεολογική τρομοκρατία αποκτούσε έμπρακτες διαστάσεις. Δεν ήταν μόνο ο φόβος για τα αμέτρητα κακά που θα έρθουν. Αυτά, και τα χειρότερα μάλιστα, συνέβαιναν ήδη!

Η αιτιολόγηση που δίνεται για το μεγαλειώδες αυτό ΟΧΙ είναι ανεπαρκής. Πρώτον, ότι ο κόσμος αγανάκτησε με την υπερβολική προπαγάνδα. Και, δεύτερον, ότι η υπερβολική χρήση «του παλιού πολιτικού κατεστημένου» απώθησε αντί να συσπειρώσει.

Όσον αφορά στο πρώτο: Η πολιτική γραμμή της άρχουσας τάξης ήταν (και είναι) ο με κάθε τρόπο εξαναγκασμός των πολλών σε μια έμπρακτη στάση υποταγής. Ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι στη συνέχεια μηχανισμοί άμυνας του ανθρώπου θα γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο «θέλω» και στο «κάνω», με υποταγή του πρώτου στο δεύτερο. Η γραμμή αυτή έχει αποδειχτεί ανίκητη, διαχρονικά, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Αλλά θα επιστρέψουμε σε αυτό.

Όσον αφορά στο δεύτερο. Ας θυμηθούμε, κατ’ αρχάς, ότι τα ποσοστά του «παλιού πολιτικού κατεστημένου» δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα, λίγους μόλις μήνες πριν. Επίσης, ότι σε αυτό «τσουρουφλίστηκαν», για να μην πούμε κάηκαν οριστικά, το «Ποτάμι», μια εναλλακτική στην οποία επένδυαν πολλοί και πολλά, η Γεννηματά, μια απέλπιδα προσπάθεια «επανάκαμψης» του ΠΑΣΟΚ κλπ. Για να μην πούμε, ότι η γραμμή Σαμαρά, «της αριστερής παρένθεσης» φαινόταν να υλοποιείται κατά γράμμα. Άρα ούτε τόσο παλιό ήταν, ούτε τόσο ξοφλημένο.

Αυτό που συνέβη ήταν κάτι βαθύτερο. Τα μεγάλα κύματα φόβου που έσπερναν στην ελληνική κοινωνία νικήθηκαν από το τσουνάμι της απόγνωσης και της οικονομικής εξαθλίωσης που βιώνει σήμερα η τεράστια πλειονότητα του ελληνικού λαού. Όταν το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 (!)- έξω από την τερατολογία- δε σημαίνει τίποτε για εκατομμύρια Έλληνες, όταν εκατομμύρια, επίσης, Έλληνες βρίσκονται μόνιμα πια στην ανεργία, τότε συστηματικά καλλιεργημένα ιδεολογήματα υποταγής επί δεκαετίες και πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης αρχίζουν να καταρρέουν. Βεβαίως, και η προσβολή του αισθήματος της αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού έπαιξε σημαντικό ρόλο. Αλλά οι αφόρητες υλικές συνθήκες είναι αυτές που κονιορτοποιούν το «παλιό πολιτικό σύστημα». Και θα κονιορτοποιήσουν και το επόμενο, αν δεν μπορέσει να δώσει λύσεις στα οικονομικά προβλήματα. Προς το παρόν, πάντως, οι πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης της κοινής γνώμης γνώρισαν μια δραματική ήττα και μάλιστα σε κεντρικές επιλογές. Αυτό είναι ένα υπέροχο νέο. Ένα δεύτερο υπέροχο νέο είναι ότι η νίκη αυτή έχει εξόφθαλμα ταξική βάση. Στην οποία προτίθεται πολύ καθαρά, και μετά από πολλά χρόνια, ο ρόλος τη νέας γενιάς. Κάτι έχει αλλάξει ήδη και πολύ βαθιά στην ελληνική κοινωνία.

Ας κοιτάξουμε τώρα προς τα αριστερά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βαρύνεται με το λάθος της υποτίμησης (ή της μεγάλης αυταπάτης- από πρακτική πολιτική σκοπιά είναι το ίδιο) της πιθανότητας να οδηγηθεί η χώρα σε έναν ακραίο εκβιασμό και σε ανοιχτή υπονόμευση της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Δεν προετοιμάστηκε, ούτε ιδεολογικά ούτε υλικά, γι’ αυτό. Και παρά λίγο να το πληρώσει ακριβά. Όμως, «τα παραλίγο» στην πολιτική έχουν μικρή σημασία. Την κρίσιμη στιγμή δεν υπέγραψε μια ιταμή συμφωνία και απευθύνθηκε στο λαό. Όταν, μάλιστα, συνειδητοποίησε ότι νίκη του «ναι» σήμαινε και την απώλεια της κυβέρνησης και αποφάσισε να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στο «όχι» γύρισε τη ζυγαριά. Όσο κρατούσε επαμφοτερίζουσα στάση, π.χ. μέχρι και την Τετάρτη («λέμε μεν όχι, αλλά μέχρι το βράδυ μπορεί να έχουμε συμφωνία και να μη χρειαστεί δημοψήφισμα») έσπρωχνε πιο πολύ το «ναι», παρά το «όχι». Με σημείο καθοριστικής αλλαγής τη γραμμή των τελευταίων μόλις ημερών, ότι «με το ΟΧΙ θα έχουμε ανοιχτές τις τράπεζες σε 48 ώρες», που ήταν μεν απίθανο πολιτικά αλλά έριχνε το μήνυμα ότι παλεύουμε το με αποφασιστικότητα, κέρδισε πολιτικά ότι είχε απολέσει όλο το προηγούμενο διάστημα. Ηγήθηκε, εξ αντικειμένου, πολιτικά του κινήματος του ΟΧΙ και ανταμοίφτηκε με τη συντριβή των πολιτικών του αντιπάλων. Παρεμπιπτόντως, μια οριακή ήττα του ΟΧΙ (και του ΣΥΡΙΖΑ) δε θα ήταν κακό αποτέλεσμα, με τους παλιούς όρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κρατούσε τη στάση αντίστασης και την ηρωική έξοδο από έξωθεν πολιτική παρέμβαση, θα άφηνε τους άλλους να πάρουν στις πλάτες τους την υπογραφή μιας επώδυνης συμφωνίας και θα ήλπιζε σε μια δεύτερη ευκαιρία. Αλλά αυτά με τους παλιούς όρους. Όταν για την αριστερά μια βολική ήττα ήταν προτιμότερη από μια εξαιρετικά δύσκολη στη διαχείρισή της νίκη. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν τραγικό για τον λαό που υποφέρει. Και, ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε την υφιστάμενη πολιτική πρωτοβουλία και την υφιστάμενη τεράστια κοινωνική δυναμική για ένα «γύρευε πότε και πώς» μιας άλλης ευκαιρίας.

Το ΚΚΕ έκανε μια τελείως λανθασμένη επιλογή. Με μοναδικό πραγματικό κριτήριο της γραμμής του τη θωράκιση του κόσμου «του» και τον περιορισμό των διαρροών προς το ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε στην απομόνωση από το παλλαϊκό ρεύμα του ΟΧΙ. Έτσι, όμως, έχασε και τα δύο. Και τους οπαδούς του σε μεγάλο βαθμό, γιατί το ταξικό και πολιτικό τους κριτήριο είναι σίγουρα υγιέστερο της ηγεσίας του, και διεύρυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα που το χωρίζει με τις ζωντανές και μαχόμενες δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Η γραμμή του ότι «δε θα μπούμε στο δίλημμα ανάμεσα στο μεγαλύτερο ή στο μικρότερο κακό», δεν φαινόταν ως ασυμβίβαστη και αταλάντευτη στάση, αλλά μάλλον ως αφασία έναντι μιας πραγματικότητας στην οποία ο λαός που υποφέρει επιζητά και την παραμικρή ανακούφιση. Η τρέχουσα, δε, ρητορική του χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους μηχανισμούς προπαγάνδας για να διαβληθεί το ΟΧΙ ως στάση αντίστασης.

Αντίθετα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συνέβαλε με τρόπο σημαντικότερο από το μέγεθός της στη νίκη του ΟΧΙ. Θωράκισε το ΟΧΙ από αριστερά, συνέβαλε να αμφισβητηθεί ο πυρήνας της υποταγής, ο ευρωπαϊκός μονόδρομος. Απέκτησε ισχυρότερους δεσμούς με το αγωνιζόμενο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας και έχει κάθε λόγο να ελπίζει σε μια δεύτερη ευκαιρία που θα της δίνει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Και τώρα τι;

Οι δυσκολίες παραμένουν. Ο πυρήνας τους είναι βαθύς. Η εξάμηνη διαπραγμάτευση έδειξε ότι η «απλή» αντιμνημονιακή πάλη, ακόμη και η σχετική χαλάρωση της ασφυκτικής λιτότητας, δεν χωράει στο πλαίσιο της ΕΕ. Η ειλικρινής και συνεπής υπεράσπιση ακόμη και στοιχειωδών δικαιωμάτων προκαλεί ρήξη με την ΕΕ. Δεν είναι θέμα επιλογής. Αν διαλέξεις («απλά»…) να υπερασπιστείς το δικαίωμα του λαού να μην καταστραφεί, το ερώτημα για το πλαίσιο της ΕΕ συνεπάγεται αυτόματα. Από την άλλη πλευρά, αν η ΕΕ είχε μια φορά πρόβλημα να δείξει ότι υποχωρεί σε μια αριστερή κυβέρνηση μιας μικρής χώρας, τώρα έχει δεκάδες φορές μεγαλύτερο πρόβλημα να υποχωρήσει κάτω από την απευθείας επίδραση του λαϊκού παράγοντα. Οι φόβοι από την πλευρά τους ότι το παιχνίδι μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτη τροπή θα μεγαλώσουν.

Όμως, η συνυπογραφή από τον ΣΥΡΙΖΑ αντιλαϊκών μέτρων μπορεί να στρέψει τις δυνάμεις του ΟΧΙ εναντίον του. Και μάλιστα γρηγορότερα από ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Η πολιτική συμμαχία με τις δυνάμεις του ΝΑΙ, έτσι ώστε να αμβλυνθεί η αντιπολίτευση σε μια τέτοια προοπτική, καθόλου δε μειώνει αυτό το ενδεχόμενο. Η πολιτική «προίκα» του ΟΧΙ, που έχει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαργυρώνεται προς κάθε κατεύθυνση. Κάθε άλλο.

Αυτό δε σημαίνει ότι κανένας συμβιβασμός δεν είναι επιτρεπτός. Αντιθέτως, με δεδομένο την ταχύτατη ωρίμανση του πολιτικού κριτηρίου του ελληνικού λαού, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτός θα καταλάβει την ειδοποιό διαφορά του συμβιβασμού που δίνει χρόνο και οξυγόνο για να προετοιμάσεις μια καλύτερη προοπτική για τη χώρα και αυτού που παρατείνει, με όποιο πρόσχημα, την ίδια αντιλαϊκή πολιτική.

Η αντοχή του λαού στο κλείσιμο των τραπεζών ή στην πρωτοφανή για τα ιστορικά δεδομένα επίθεση υποταγής (με το CNN να μετράει σε παγκόσμια μετάδοση την αντίστροφη μέτρηση της καταστροφής της χώρας) το αποδεικνύει.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνουν μέσα σε ελάχιστους μήνες όσα δεν έγιναν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά, τουλάχιστον, ο ελληνικός λαός έχει την ευκαιρία. Μια ευκαιρία που την κέρδισε ενάντια σε θεούς και δαίμονες.

Το σκοτεινό χωριό

Αποκατάσταση της δημοκρατίας τώρα

Δ. Δαμίγος, Αναπλ. Καθηγητής ΕΜΠ

 

Πριν λίγες μέρες είδαν το φως της δημοσιότητας διατάξεις του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας  και Θρησκευμάτων (ΥΠΟΠΑΙΘ), για την αντιμετώπιση επειγόντων θεμάτων και στις τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης, το οποίο αποτελεί ένα μεταβατικό θεσμικό πλαίσιο και ως τέτοιο πρέπει να αξιολογηθεί. Το παρόν κείμενο επικεντρώνεται σε τέσσερα καίρια ζητήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία συζητούνται έντονα εντός κι εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Τα ζητήματα αυτά είναι: η κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος (ΣΙ), η ολοκλήρωση της θητείας των εκλεγμένων με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011 (και όσων τον τροποποίησαν) Πρυτάνεων στις 31.07.2016, η εκλογή των νέων Πρυτανικών Αρχών και άλλων μονοπρόσωπων οργάνων (Πρυτάνεων-Αντιπρυτάνεων, Κοσμητόρων, Προέδρων) μέσα από καθολική ψηφοφορία του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας (με αντίστοιχες σταθμίσεις φοιτητών κι εργαζομένων ως προς το σύνολο των μελών ΔΕΠ) και η ουσιαστική, και όχι κατ’ ευφημισμόν, εκπροσώπηση όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας στα συλλογικά όργανα. Επιλέγω να σταθώ μόνο στα ζητήματα αυτά και όχι σε άλλα (π.χ. άρση της διαγραφής φοιτητών, επαναφορά της διαφάνειας στις εκλογές των μελών ΔΕΠ, κ.ά.), όχι γιατί τα θεωρώ ήσσονος σημασίας, αλλά διότι τα τέσσερα αυτά ζητήματα αποτελούν θέματα αρχής για ένα πραγματικά Συλλογικό, Δημόσιο, Ακαδημαϊκό και Δημοκρατικό Πανεπιστήμιο. Και από αυτή την οπτική, οι προβλεπόμενες διατάξεις κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις διεκδικήσεις του κινήματος που αναπτύχθηκε στα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια ενάντια στην κονιορτοποίηση και των τελευταίων ψηγμάτων του δημόσιου και δημοκρατικού χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης με τους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου.

Η κατάργηση των ΣΙ δεν αποτελεί και δεν πρέπει να εκληφθεί απλά ως θέμα ειλημμένης πολιτικής απόφασης και προγραμματικής δήλωσης της νέας Κυβέρνησης. Ο θεσμός των ΣΙ αποδείχτηκε, στην πράξη, όχι απλά αποτυχημένος (αρκεί κάποιος να διαβάσει τους «απολογισμούς» των ΣΙ) αλλά και καταστροφικός για τα πανεπιστήμια, αφού σε πολλές περιπτώσεις, με κορωνίδα την απροσχημάτιστη απόρριψη μη αρεστών υποψηφίων για τα μονοπρόσωπα Όργανα, τα ΣΙ «δηλητηρίασαν» την ακαδημαϊκή ζωή.

Η διακοπή της θητείας των εκλεγμένων Πρυτάνεων με τις διατάξεις του Ν. 4009/2011 στις 31.07.2016 αποτελεί, επίσης, στοιχειώδες μέτρο αποκατάστασης του περί δικαίου αισθήματος και της δημοκρατίας στα πανεπιστήμια. Ανακοινώσεις παρατάξεων που στήριξαν ένθερμα τους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, αλλά και η απόφαση της έκτακτης Συνόδου των Πρυτάνεων στις 25.04.2015, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην «κατάργηση νομίμως εκλεγμένων οργάνων». Τεχνηέντως όμως αποκρύπτουν ότι τα όργανα αυτά εκλέχτηκαν μέσα από αντιδημοκρατικές και αντιακαδημαϊκές διαδικασίες, με κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι»: με «προληπτικές εκκαθαρίσεις» μη αρεστών υποψηφίων (αλήθεια, θυμούνται μήπως ότι το κίνημα «Occupy-Central» στο Χονγκ Κονγκ είχε ως βασικό αίτημα τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών το 2017, χωρίς προεπιλογή των υποψηφίων από το Πεκίνο;), με αποκλεισμό των πολυπληθέστερων ομάδων της ακαδημαϊκής κοινότητας από τις εκλογές και με διαβλητές διαδικασίες ψηφοφορίας (βλ. ηλεκτρονική ψήφο). Η όποια επίκληση στις αρχές της δημοκρατίας είναι υποκριτική, ειδικά δε όταν εξασφαλίζεται το δικαίωμα συμμετοχής των σημερινών Πρυτάνεων στις επερχόμενες εκλογές.

Επίσης υποκριτικό είναι να υποστηρίζεται πως η εκλογή των μονοπρόσωπων Οργάνων μέσα από καθολική ψηφοφορία του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας, με στάθμιση και προσμέτρηση της αποχής βάσει του συνόλου των μελών κάθε ομάδας, συνιστά επιστροφή στη διαπλοκή επειδή «…θα μετέχουν κυρίως τα οργανωμένα μέλη των φοιτητικών παρατάξεων…», κατά ορισμένους. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι το ποσοστό συμμετοχής στις φοιτητικές εκλογές (περίπου 50%) αντανακλά τον κόσμο που κινητοποιούν οι φοιτητικές παρατάξεις, αυτό σημαίνει ότι στην καλύτερη περίπτωση η φοιτητική ψήφος θα αντιστοιχεί στο 1/3 (και λιγότερο) των ψήφων των μελών ΔΕΠ. Αυτό που στην πραγματικότητα κρύβεται πίσω από τα επιχειρήματα κατά της καθολικής ψηφοφορίας είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να διατηρηθεί το παιχνίδι της εξουσίας σε ένα ολιγομελές σώμα, των μελών ΔΕΠ, στο οποίο υπάρχουν έντονες σχέσεις εξουσίας και αλληλεξάρτησης. Και, εν πάση περιπτώσει, τον δήθεν εξοβελισμό της κομματοκρατίας από το Πανεπιστήμιο με το υφιστάμενο σύστημα τον είδαμε καθαρά στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές με τη μεταπήδηση του κ. Φορτσάκη, που είχε εκλεγεί με τις «ακομμάτιστες» διαδικασίες του υφιστάμενου νόμου, στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, ως επικεφαλής μάλιστα, πριν καν συμπληρώσει λίγους μήνες Πρυτανικής θητείας στο ΕΚΠΑ. Η συμμετοχή όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας στις Πρυτανικές, Κοσμητορικές και Προεδρικές εκλογές είναι απαραίτητη για δύο ακόμη λόγους, πέραν αυτών που σχετίζονται με δημοκρατικά δικαιώματα και αξίες. Πρώτον, η καθολική εκλογή εκ των πραγμάτων υποχρεώνει τους υποψήφιους Πρυτάνεις-Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους να λάβουν υπόψη τους τις απόψεις και θέσεις του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας και όχι μιας μόνο ομάδας, αυτής των μελών ΔΕΠ. Δεύτερον, τα εκλεγμένα, μέσα από καθολική ψηφοφορία, όργανα διαθέτουν ισχυρότερη νομιμοποίηση διότι αποτελούν «καρπό» συλλογικής έκφρασης.

Τέλος, οι αντιρρήσεις που εκφράζονται, με διάφορα έωλα επιχειρήματα, κατά της ουσιαστικής –  και με ικανοποιητικό αριθμό – αντιπροσώπευσης όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας στα συλλογικά όργανα, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα του Πανεπιστημίου του Διαφωτισμού και την αποστολή του, η οποία είναι πρωτίστως η διαμόρφωση ελεύθερα σκεπτόμενων και ενεργών πολιτών. Αυτοί που χαρακτηρίζουν τη συμμετοχική δημοκρατία ως «παθογένεια», εκμεταλλευόμενοι καταστάσεις του παρελθόντος που αμαύρωσαν την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας, έχουν αποδείξει στην πράξη ότι δεν έχουν καμία αναστολή να βάλουν «πέντε λύκους και ένα πρόβατο να ψηφίσουν τι θα φάνε για δείπνο», αγνοώντας στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικά κεκτημένα. Γι’ αυτό δεν είναι απλά αντίθετοι με το νομοσχέδιο που προετοιμάζεται. Είναι αντίθετοι με τα βάθρα πάνω στα οποία στηρίζεται η ίδια η Δημοκρατία.

Το ΥΠΟΠΑΙΘ οφείλει γρήγορα και χωρίς αναστολές να προχωρήσει σε αυτές τις στοιχειώδεις μεταβατικές αλλαγές, μέχρι να φέρει σε διαβούλευση έναν ολοκληρωμένο νόμο για την Ανώτατη Εκπαίδευση, προκειμένου να αποκατασταθούν στοιχειώδεις όροι δημοκρατικής λειτουργίας στα πανεπιστήμια. Διαφορετικά το ΥΠΟΠΑΙΘ, κατά τη ρήση του Βολταίρου, θ’ αφήσει αυτόν τον κόσμο ακριβώς έτσι όπως τον βρήκε: ανόητο, άδικο και κακό.

 

Αποκατάσταση της Δημοκρατίας τώρα