Τι επιδιώκεται και πώς με το σ/ν για τα Πανεπιστήμια;

Επί της διαδικασίας….

Πριν μιλήσουμε για την ουσία, ας μιλήσουμε για την διαδικασία, γιατί ίσως από μόνη της τα λέει όλα. Είναι ολοφάνερο ότι το σ/ν, ένα κείμενο 345 άρθρων και 408 σελίδων, προετοιμάστηκε μήνες, αν όχι χρόνια, με στόχο τον πλήρη και ασφυκτικό έλεγχο του δημοσίου πανεπιστημίου. Από την κυβέρνηση προτείνεται μια προκλητικά προσχηματική διαδικασία «διαβούλευσης»… δύο εβδομάδων. Θα το πούμε καθαρά: θα υπάρξει συλλογική έκφραση των πανεπιστημίων (Σύγκλητοι, Σύνοδος πρυτάνεων, κλπ) που θα αναγνωρίσει την τακτική «σοκ και δέος» που εφαρμόζει η κυβέρνηση ως διαδικασία διαλόγου, χάνοντας κάθε ίχνος ανεξαρτησίας;

Επί της ουσίας, τώρα:

Το σ/ν προτείνει ένα βαθιά αυταρχικό, συγκεντρωτικό και ταυτόχρονα αναποτελεσματικό μοντέλο διοίκησης. Επί της ουσίας καταργεί όσα στοιχεία δημοκρατικής διοίκησης είχαν απομείνει στην διοίκηση των πανεπιστημίων, ιδιαίτερα στα κρίσιμα κέντρα αποφάσεων. Έτσι, λοιπόν, μετά την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία όλων των άλλων μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας (φοιτητές, ΕΔΙΠ, ΕΤΕΠ, Διοικητικοί) ήρθε και η ώρα και τα μέλη ΔΕΠ επί της ουσίας να χρησιμοποιηθούν μόνο προσχηματικά στην εκλογική διαδικασία για τη διαμόρφωση της διοίκησης των ιδρυμάτων. Χρησιμοποιούνται άπαξ για τη διαμόρφωση των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου Διοίκησης (η νεκρανάσταση των Συμβουλίων Ιδρύματος, και μάλιστα σε μια πιο επιθετική μορφή), η πλειοψηφία του οποίου στη συνέχεια αυτο-διπλασιάζεται με την επί πρόσληψη των εξωτερικών μελών, διαμορφώνοντας έτσι ένα πανίσχυρο, απολύτως ανεξέλεγκτο όργανο, που αποφασίζει, εκτελεί, διορίζει πρυτάνεις, κοσμήτορες (ελέγχοντας και την, ούτως ή άλλως, «διακοσμητική» Σύγκλητο πια), τους παύει κατά το δοκούν, κοκ. Ας θυμηθούμε ότι η αρχική εισαγωγή των ΣΙ είχε γίνει στο όνομα του «θεσμικού αντίβαρου, που θα προσέφερε εγγυήσεις χρηστής διοίκησης στα πανεπιστήμια. Με το σ/ν δεν υπάρχει κανένα θεσμικό αντίβαρο στην υπερεξουσία του ΣΔ. Τα προσχήματα περιττεύουν.

Για μια ακόμη φορά, επιχειρείται τα ελληνικά πανεπιστήμια να τεθούν υπό την κηδεμονία των καθηγητών της αλλοδαπής, ως μια ακόμη επιδεικτική έκφραση της απαξίας της κυβέρνησης προς τα ελληνικά πανεπιστήμια (αλλά και μιας αποικιοκρατικής λογικής) ή άλλα πρόσωπα «αυξημένων τυπικών προσόντων» (που θα εκκινούν από το να έχουν τουλάχιστον… πτυχίο). Η λογική αυτή συνιστά ανοικτή προσβολή για κάθε πανεπιστημιακό. Ο συνδυασμός δε εξωτερικών μελών με καθολική άγνοια της ελληνικής πραγματικότητας των πανεπιστημίων (5 στους 11), που θα λειτουργούν ως επισκέπτες των συνεδριάσεων, σε ένα υπερσυγκεντρωτικό όργανο με αρμοδιότητες ακόμη και καθημερινής διαχείρισης είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε τραγελαφικά διαχειριστικά αποτελέσματα. Αλλά ποιος νοιάζεται;

Το σ/ν στοχεύει στη συρρίκνωση του δημόσιου πανεπιστημίου. Αποκαλύπτεται, πλέον, καθαρά η σκοπιμότητα της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, ως μηχανισμού εξόντωσης τμημάτων, με fast track διαδικασία. Ταυτόχρονα, ακόμη κι ένα ολόκληρο ΑΕΙ μπορεί να καταργηθεί όταν έχει «δυσανάλογα μεγάλο αριθμό φοιτητών σε σύγκριση με τον αριθμό των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού». Με απλά λόγια: το Υπουργείο μπορεί να κλείνει Τμήματα, Σχολές ή ακόμη και ΑΕΙ κατά το δοκούν εφευρίσκοντας, κατά περίπτωση, την «κατάλληλη» δικαιολογία.

Καθολικοποιούνται οι ελαστικές σχέσεις εργασίας του διδακτικού προσωπικού στα ΑΕΙ. Πράγματι, με την κατάργηση της μονιμότητας των επίκουρων καθηγητών, με τη ρητή αποδέσμευση της κυβέρνησης από την υποχρέωση αναπλήρωσης των θέσεων των αφυπηρετησάντων μελών ΔΕΠ, που σημαίνει μια ετήσια απώλεια θέσεων ακόμη και της τάξης του 10% στα παλιότερα πανεπιστήμια, σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση κάθε είδους και τύπου «μέλους ΔΕΠ» (επισκέπτη, χρηματοδοτούμενου από χορηγίες, χρηματοδοτούμενου από ερευνητικά προγράμματα για όσο αυτά διαρκούν κοκ) επιχειρείται να «εκσυγχρονιστεί» τα ελληνικά πανεπιστήμια, κατά τα πρότυπα της εργασιακής ζούγκλας του «σύγχρονου» επιχειρηματικού πανεπιστημίου των ελάχιστων μόνιμων θέσεων (της τάξης του 25%), των άπειρων ελαστικών και του μόνιμου άγχους για την επιβίωση των νέων επιστημόνων.

Προκλητική είναι, επίσης, η απάντηση της κυβέρνησης στη μισθολογική κατάντια των μελών ΔΕΠ. «Θα σας αυξήσουμε το μέγιστο όριο των απολαβών σας, αλλά θα τα βγάζετε μόνοι σας» (με απελευθερωμένα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, μέσω των ερευνητικών προγραμμάτων, μέσω επαγγελματικής απασχόλησης, με εκπαιδευτικές «αρπαχτές»). Εκτός από το γεγονός ότι κλείνει ευθέως το μάτι στο στρώμα των καθηγητών που έχουν μετατρέψει την έρευνα σε business, ωθεί ανοιχτά τα μέλη ΔΕΠ στην αναξιοπρεπή εκμετάλλευση της αγωνίας των νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους μπροστά στα εργασιακά αδιέξοδα.

Ενισχύεται με κάθε μέσο η επιχειρηματικοποίηση του πανεπιστημίου, ως μόνη απάντηση στα οικονομικά αδιέξοδα των πανεπιστημίων. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η θεσμοθέτηση των πιο απίθανων τίτλων σπουδών (κοινά, διπλά, πρωτεύοντα, δευτερεύοντα, ξενόγλωσσα, σύντομης διάρκειας, στην αλλοδαπή, πιστοποιητικά και άλλα ουκ έστιν αριθμός) είναι μια προσπάθεια να γεμίσει το προφανές κενό ιδεών για το περιεχόμενο σπουδών με πυροτεχνήματα ονομάτων, τάχα εκσυγχρονισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για βαθιά εμπορευματοποίηση κάθε εκπαιδευτικής δράσης, εδραζόμενη στο σκοτεινό «κυνήγι προσόντων» στο οποίο εξαναγκάζεται η νέα γενιά. Ταυτόχρονα, η επιχειρηματικοποίηση γίνεται πιο βαθιά, εσωτερικεύεται ως κριτήριο επιλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ. Έτσι, στα τυπικά προσόντα εκλογής ως μέλος ΔΕΠ στα κριτήρια πλέον συμπεριλαμβάνονται επίσημα η ίδρυση τεχνοβλαστών (spin offs) και η συμμετοχή του υποψηφίου ως μέλος ή μετόχου σε spin off εταιρεία (αλήθεια, έχει σκεφτεί κανείς στην κυβέρνηση ότι υπάρχουν πανεπιστήμια, σχολές και τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών που θα νοιώθουν εξ ορισμού απόκληροι μέσω τέτοιων διατάξεων;).

Σε κανένα άλλο σχέδιο νόμου πλαίσιο που έχει εμφανιστεί στα πανεπιστήμια δεν έχει προβλεφθεί με τόσο σπουδή και αποφασιστικότητα η πειθαρχική διαδικασία. Γεγονός απολύτως συμβατό με τη φύση του. Το σ/ν δεν ήρθε για να πείσει, ήρθε να επιβληθεί. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαία η πλήρης σύζευξή του με το νόμο για την πανεπιστημιακή αστυνομία, ακόμη και στα πιο σκοτεινά σημεία, όπως αυτό που προβλέπει ότι στα «τυχερά πανεπιστήμια» που θα πάρουν ΟΠΠΙ υπεύθυνη για τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων θα είναι απευθείας η αστυνομία.

Κι όσο για το περίφημο αυτοδιοίκητο των Ιδρυμάτων, μόνο ως αστείο μπορεί να λεχθεί μετά την επιβολή ενός κανονιστικού πλαισίου, που οριακά το μόνο που δεν ρυθμίζει είναι το πως θα… αναπνέουμε.

Η επίθεση ενάντια στην πανεπιστημιακή κοινότητα έχει ως προνομιακό στόχο τους φοιτητές, και μάλιστα σε θεμελιώδη ζητήματα: Καταργείται η εκπροσώπηση των φοιτητών στα όργανα διοίκησης μέσω των φοιτητικών συλλόγων και γίνεται η προσπάθεια δημιουργίας ανταγωνιστικής συλλογικής έκφρασης των φοιτητών, μέσω του Συμβουλίου των Φοιτητών. Φωτογραφίζονται συνδικαλιστικές δράσεις των φοιτητικών συλλόγων ως πειθαρχικά παραπτώματα που επιφέρουν ποινές ή ευθύνες σε όσους ασκούν διοίκηση και δεν τις επιδιώξουν. Θεσμοθετείται η ανώτατη διάρκεια των σπουδών (+2 χρόνια στις τετραετείς σχολές, +3 χρόνια στις πενταετείς) και οι διαγραφές των φοιτητών που υπερβαίνουν αυτή τη διάρκεια, περιορίζεται η δυνατότητα κάλυψης της πρακτικής άσκησης των φοιτητών από τον προϋπολογισμό κοκ.

Εν κατακλείδι…

Με το σ/ν επιχειρείται η εξόντωση όσων στοιχείων του δημοκρατικού, συμμετοχικού και αυτοδιοικούμενου πανεπιστήμιου της μεταπολίτευσης έχουν μείνει ζωντανά μετά τα διαδοχικά «ξεδοντιάσματα» των προηγούμενων νομοσχεδίων. Επιχειρείται πολύ απλά το οριστικό τέλος του. Όμως αυτά τα στοιχεία που επιμένουν κόντρα στους καιρούς, είναι αυτά που το κράτησαν και το κρατούν ακόμη ζωντανό μέσα στις αλλεπάλληλες κρίσεις, είναι αυτά που κρατούν ακόμη ανοιχτό το θέμα του προσανατολισμού του προς τις κοινωνικές ανάγκες, είναι αυτά που δημιουργούν τις αντιστάσεις στην πλήρη εμπορευματοποίησή του, είναι αυτά, μαζί με τον αγώνα μας για μια καλύτερη ζωή και μια καλύτερη κοινωνία, που κάνουν την δουλειά μας όμορφη. Και δεν θα επιτρέψουμε να χαθούν.

Το σ/ν επιτίθεται προς όλους. Γι’ αυτό και θα ηττηθεί, από όλους μαζί!

Ζητάμε άμεση απόσυρση του σ/ν! Όχι στην προσχηματική διαδικασία διαλόγου- άλλοθι για την προώθηση του απαράδεκτου σ/ν!

Τι επιδιώκεται και πώς με το σ/ν για τα Πανεπιστήμια_7-6-2022

H «τέλεια καταιγίδα»

Πανεπιστήμια χρεοκοπημένα, τα οποία προσπαθούν να επιβιώσουν «ροκανίζοντας» το αποθεματικό τους, αφού ο Τακτικός Προϋπολογισμός δεν καλύπτει ούτε τις στοιχειώδεις και απολύτως ανελαστικές δαπάνες. Πανεπιστήμια υποστελεχωμένα και με γερασμένο προσωπικό (η Ελλάδα έχει τη χειρότερη αναλογία φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ και κατατάσσεται στη 2η θέση ως προς τη γήρανση του διδακτικού προσωπικού), αφού επί σειρά ετών δεν δόθηκε καμία νέα θέση ΔΕΠ εξαιτίας των Μνημονίων και, σήμερα, η Υπουργός ΠΑΙΘ, παραβιάζοντας ετσιθελικά νόμο του ελληνικού κράτους, αρνείται να προκηρύξει θέσεις που κενώνονται λόγω συνταξιοδότησης ή άλλης αιτίας. Διδακτικό προσωπικό απαξιωμένο από την Πολιτεία ως ανίκανο, διαπλεκόμενο και αναξιοκρατικό (πάντοτε με τη βοήθεια συγκεκριμένων ΜΜΕ), αντιμέτωπο με έναν γραφειοκρατικό Γολγοθά δήθεν στο όνομα της μη διασπάθισης του δημόσιου χρήματος (την ίδια στιγμή βέβαια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έκανε απευθείας αναθέσεις άνω των 6,5 δισ. ευρώ σε 22 μήνες) και με μισθούς από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη (αφού η κυβέρνηση αρνείται να εφαρμόσει έστω την απόφαση του ΣτΕ για επαναφορά στα επίπεδα προ του Ν. 4093/2012), οι οποίοι εξατμίζονται πολύ πριν το τέλος του μήνα από τις εξοντωτικές αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών (ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 10%, ρεκόρ τριαντακονταετίας). Φοιτητές αντιμέτωποι με ένα αβέβαιο παρόν που αναζητούν σανίδα σωτηρίας στην ξενιτιά, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης και του ακόμη πιο ζοφερού εργασιακού μέλλοντος, μάλλον γιατί δεν βλέπουν την «καταπληκτική ποιότητα ζωής στην Ελλάδα» που βλέπει ο πρωθυπουργός (βέβαια, αυτή την καταπληκτική ποιότητα ζωής δεν πρέπει να την είδε ούτε ο γιος του πρωθυπουργού και γι’ αυτό προτίμησε μια ταπεινή θέση διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού στις Βρυξέλλες).

Και τι κάνει η Κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά; Το μόνο πράγμα που ξέρει: αστυνόμευση και καταστολή. Επιλέγει να προσλάβει 400 ειδικούς φρουρούς, με «οψιόν» για άλλους 630 και με ετήσιο κόστος 20 εκατομμύρια ευρώ (το ΕΜΠ έχει κρατική χρηματοδότηση περί τα 3,5 εκ ευρώ) για να τους εγκαταστήσει μόνιμα μέσα στο Πανεπιστήμιο, προς «γνώση και συμμόρφωση» όσων διαμαρτύρονται και αντιδρούν για τα δεινά της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το ίδιο εξάλλου δεν έκανε τον Ιανουάριο του 2022 στο Παίδων Πεντέλης ή το Νοέμβριο του 2021 με τους εποχικούς πυροσβέστες ή το Μάρτιο του 2021 σε οικογένειες με παιδιά στην πλατεία Νέας Σμύρνης; Δυστυχώς, είναι δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, τα περιστατικά αυταρχισμού και ακραίας καταστολής εκ μέρους των αστυνομικών δυνάμεων, ορμώμενα πρωτίστως από το ιδεολογικό δόγμα «νόμος και τάξη» της σημερινής κυβέρνησης. Κι επειδή η νεολαία δεν θα σταματήσει να διαμαρτύρεται και να κινητοποιείται, πολύ φοβούμαστε ότι η επικείμενη παρουσία της ΟΠΠΙ σε συνδυασμό με τα εκρηκτικά προβλήματα δεν θα δημιουργήσει απλά εντάσεις εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας, θα διαμορφώσει τις συνθήκες για μία «τέλεια καταιγίδα».

Σε αυτές τις ιστορικές στιγμές κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παραμένει σιωπηλός ή να δηλώνει «ουδέτερος». Η παθητική στάση, το «άσε και θα δούμε» ή το «εμένα δεν με αφορά», αποτελεί ουσιαστικά ενεργητική στήριξη των συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών. Και η ιστορία θα είναι αμείλικτη με όσους επιλέξουν αυτή την πλευρά. Εμείς, ως Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ, αρνούμαστε να μείνουμε απαθείς. Στηρίζοντας στην πράξη την ομόφωνη απόφαση της ΓΣ του Συλλόγου μας, και παρά τις παλινωδίες της πλειοψηφίας του ΔΣ και τη σιγήν ιχθύος της Διοίκησης του Ιδρύματος, καλούμε όλους τους δημοκράτες συναδέλφους σε αποχή από τα καθήκοντά τους και σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πύλη «Κατεχάκη», την Τρίτη 17 Μαΐου 2022 ή όποια ημέρα εισέλθει η ΟΠΠΙ στις εγκαταστάσεις του ΕΜΠ.

15.05.2022

Η τέλεια καταιγίδα_15-5-2022

Διεκδικώντας την ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια

Στις 25/1/2018, πραγματοποιήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ συνάντηση διαφόρων  Συλλόγων Μελών ΔΕΠ του ΕΚΠΑ και άλλων Πανεπιστημίων, μετά από πρόσκληση του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής. Το ζητούμενο της συνάντησης υπήρξε ο σχεδιασμός ενός κοινού πλαισίου δράσης ενάντια στις νέες μισθολογικές περικοπές και στην υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ. Στη συνάντηση αυτή, ως πρώτο βήμα, προτάθηκε να πραγματοποιηθούν Γ.Σ. στους Συλλόγους ώστε να αποφασιστεί από όλες τις Συνελεύσεις διήμερη προειδοποιητική απεργία στις 7 -8/3/2018.

Ο ΣΔΕΠ ΕΜΠ συμμετείχε στη συνάντηση και στήριξε την πρωτοβουλία. Ωστόσο, ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός, που γνωρίζουμε όλοι, επισκίασε τις προσπάθειες που καταβάλλονταν από το Σύλλογο στην κατεύθυνση αυτή.

Στις 7 και 8/3/2018, δεκατρείς Σύλλογοι Μελών ΔΕΠ (Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ, Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Σχολής Θετικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού ΕΚΠΑ, Ιατρικής ΕΚΠΑ, Παιδαγωγικoύ Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Ιατρικής ΑΠΘ, ΕΣΔΕΠ ΑΠΘ, Παντείου Πανεπιστημίου, Πανεπιστημίου Αιγαίου, Πανεπιστημίου Πατρών και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών), συμμετείχαν με διάφορες μορφές (απεργία ή στάσεις εργασίας) στις κινητοποιήσεις που είχαν αποφασιστεί στο πλαίσιο αυτής της συντονισμένης δράσης αλλά και της απόφασης της Ε.Γ. της ΠΟΣΔΕΠ της 1/3/2018.

Ο αγώνας απέναντι στην απαράδεκτη πολιτική της κυβέρνησης με τις νέες μειώσεις στις αποδοχές των καθηγητών Πανεπιστημίου και με τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων δεν κατέληξε με αυτή τη διήμερη κινητοποίηση. Τώρα άρχισε και θα είναι μακρύς και δύσκολος.

Ως Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ θα επιχειρήσουμε στο αμέσως επόμενο διάστημα να ξαναβρούμε τον βηματισμό μας ως Σύλλογος και να αναπτύξουμε, μαζί με όλους τους άλλους Συλλόγους ΔΕΠ, ένα κοινό μέτωπο δράσεων, διεκδικώντας:

  • εφαρμογή των αποφάσεων του ΣτΕ για επαναφορά των μισθών μας στα επίπεδα του 2012 με τη νομοθέτηση ενός νέου μισθολογίου, το οποίο θα ανταποκρίνεται στον ρόλο και στην προσφορά των Πανεπιστημιακών στην κοινωνία, καθώς και στις απαιτήσεις του έργου τους,
  • αύξηση της χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων και προκήρυξη νέων θέσεων προσωπικού για την αντιμετώπιση των σταθερά μεγάλων αναγκών της ακαδημαϊκής λειτουργίας τους
  • κατάργηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών που δυσχεραίνουν την εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας
  • συντάξεις στους αφυπηρετήσαντες καθηγητές, αντάξιες του λειτουργήματος που άσκησαν, ανάλογες προς τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλαν και ικανές να τους εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο μετά την αποχώρηση από το λειτούργημά τους.

Ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια

Εκεί που μας χρωστούσαν…

Στις 11.01.17, η Σύγκλητος του ΕΜΠ παραχώρησε συνέντευξη τύπου με σκοπό να ενημερώσει την ελληνική κοινωνία για την τραγική οικονομική πραγματικότητα του Ιδρύματος, μετά από τις διαρκώς μειούμενες, από το 2009 έως σήμερα, κρατικές επιχορηγήσεις.

Διερωτήθηκε άραγε το Υπουργείο ποιο ήταν το τίμημα που πλήρωσε (και πληρώνει) το ΕΜΠ, και προφανώς και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαιτίας της αναιμικής χρηματοδότησης όλα αυτά τα χρόνια;

Σε απάντηση της συνέντευξης αυτής, στις 12.01.17, το Υπ. Παιδείας εξέδωσε Δελτίο Τύπου, στο οποίο θα περιμέναμε, όπως μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια άλλωστε, να μας υπενθυμίσει την ανάγκη υλοποίησης των δεσμεύσεων που απορρέουν από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας κ.λπ. κ.λπ. (απεκδυόμενο φυσικά κάθε ευθύνης και για την υπογραφή των δεσμεύσεων και για τα αποτελέσματα των εφαρμοζόμενων πολιτικών). Ωστόσο, το Υπουργείο προχώρησε αυτή τη φορά ένα βήμα παραπάνω αναφέροντας στο Δελτίο Τύπου ότι «…προκαλούν εύλογες απορίες οι δραματικοί τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν …».

Πρόκειται για διαζύγιο με την πραγματικότητα ή περισσό θράσος; Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί μια τέτοια απάντηση όταν:

  • Η κρατική επιχορήγηση, σε σχέση με το 2009, έχει μειωθεί κατά 70% περίπου.
  • Οι πάγιες ανάγκες λειτουργίας του ΕΜΠ (ηλεκτρισμός, θέρμανση, τηλεπικοινωνίες, κ.λπ.) υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό (αποτελούν το 130% της κρατικής επιχορήγησης!).
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έχει συρρικνωθεί κατά 90% περίπου, στο μισό των απαιτούμενων δαπανών συντήρησης των εγκαταστάσεων. Για νέο έργο, ούτε λόγος!
  • Η επιχορήγηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών έχει μηδενιστεί. Τιμωρία, για το γεγονός ότι το ΕΜΠ επιμένει να παρέχει δωρεάν τη μεταπτυχιακή φοίτηση;

Και αυτά είναι μόνο ορισμένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν, με αδιαμφισβήτητο τρόπο, την εφιαλτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Ίδρυμα.

Ακόμη πιο ενοχλητικό είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο επιχείρησε να αιτιολογήσει τη στάση του υποστηρίζοντας ότι η κατάσταση δεν επιδεινώθηκε συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Διερωτήθηκε άραγε το Υπουργείο ποιο ήταν το τίμημα που πλήρωσε (και πληρώνει) το ΕΜΠ, και προφανώς και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαιτίας της αναιμικής χρηματοδότησης όλα αυτά τα χρόνια; Η αδυναμία των μελών ΔΕΠ να συμμετάσχουν σε διεθνή συνέδρια, η περιορισμένη πρόσβαση στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, η απαξίωση του ερευνητικού εξοπλισμού, οι τεράστιες δυσκολίες στα  εργαστηριακά  μαθήματα και στις διπλωματικές, η «αυτοχρηματοδοτούμενη» από τους φοιτητές Πρακτική Άσκηση και πλείστα άλλα δεινά, αφήνουν το Υπουργείο αδιάφορο; Ή, ακόμη χειρότερα, θεωρεί ότι δηλητηριάζοντας με μιθριδατισμό τα Πανεπιστήμια, με συνεχείς «μικρές» δόσεις ανέχειας και καχεξίας, θα μάθουν από εδώ και πέρα να ζουν έτσι; Τι ΔΕΝ θα προκαλούσε «εύλογες απορίες» στο Υπουργείο; Το «σφάξε με Αγά μ’ ν’ αγιάσω»;

Υπάρχει, επίσης, κι ένα δεύτερο σημείο που μόνο αγανάκτηση προκαλεί. Ας προσπεράσουμε το σουρεαλιστικό γεγονός ότι οι δημόσιοι φορείς (μέσα σε αυτούς και τα Πανεπιστήμια), λόγω των μνημονιακών υποχρεώσεων, θα πρέπει να εμφανίζουν και πλεόνασμα(!). Ας εστιάσουμε σε κάτι άλλο: στον τρόπο δημιουργίας των «πλεονασμάτων». Όποιος ζει την καθημερινότητα των Πανεπιστημίων γνωρίζει ότι έχει δημιουργηθεί ένας καλοστημένος γραφειοκρατικός γολγοθάς που εξασφαλίζει ένα και μόνο πράγμα: την αδυναμία απορρόφησης ακόμη και αυτών των πενιχρών κονδυλίων. Έτσι χτίζονται τα «ταμειακά διαθέσιμα» των Πανεπιστημίων (τα οποία «κουρεύονται» όταν τα Μνημόνια απαιτούν…), έτσι χτίζονται και τα «πλεονάσματα»: με την μη υλοποίηση των αποφάσεων του ΣτΕ για τη μισθολογική αποκατάσταση των μελών ΔΕΠ, με τις καθυστερήσεις στην έκδοση εκατοντάδων χιλιάδων εκκρεμών συντάξεων, με τις περικοπές φαρμακευτικών δαπανών, κ.λπ.

Για τους λόγους αυτούς, η αντίδραση του Υπουργείου μόνο ως πρόκληση μπορεί να ληφθεί.  Όταν τα ζωντανά κύτταρα της χώρας, μεταξύ αυτών και το ΕΜΠ, πλήττονται βάναυσα από τις αδιέξοδες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η ελληνική κοινωνία βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, η άρνηση αποδοχής της μίζερης πραγματικότητας ως «δεδομένης» και «μη αναστρέψιμης» αποτελεί όρο επιβίωσης για τα Πανεπιστήμια και ηθικό καθήκον απέναντι στο αύριο της χώρας.

Εκεί που μας χρωστούσαν…