Μαχόμενη επιστημονική άποψη ή σιωπή?

της Σοφίας Σταματάκη, Καθηγήτριας Ε.Μ.Π.

Όταν κάποιοι από μας στα χρόνια της νιότης τους ξεφύλλιζαν το βιβλίο του Δ. Μπάτση «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα» μελέτη που κατέρριπτε το μύθο  της «ψωροκώσταινας» και  έβαζε  τις βάσεις για το κτίσιμο της μεταπολεμικής Ελλάδας,  ίσως δεν περίμεναν πως η ζωή μπορούσε να τους έφερνε κάποτε μπροστά σε ανάλογα διλήμματα.

Να πάρουν θέση δημόσια, να «εκτεθούν» με την κατάθεση της επιστημονικής τους άποψης, να συνδράμουν με τρόπο πρακτικό και όχι μηρυκάζοντας θεωρητικές προσεγγίσεις για τις δυνατότητες και τις προοπτικές αυτής της χώρας, αλλά κυρίως για τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτές οι δυνατότητες μπορούν να γίνουν κινητήρια δύναμη για την οικονομία και την κοινωνία.

Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Καθηγητής και Πρύτανης του ΕΜΠ Ν. Κιτσίκης, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Στο έργο του Δ. Μπάτση, […] δίνονται τα συμπεράσματα των τεχνικών μελετών, αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων, δηλαδή του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου, διατυπώνονται κρίσεις για την αξία των αριθμών που χαρακτηρίζουν τον όγκο των αποθεμάτων και το ενεργειακό δυναμικό. […]

Αν μεταφερθούμε στο σήμερα (δεν διαφέρει και πολύ από το τότε), η ορθολογική διάγνωση ύπαρξης τέτοιων προϋποθέσεων και η διατύπωση συγκεκριμένων και επιστημονικά θεμελιωμένων λύσεων για τους τρόπους αξιοποίησης τους είναι καίριας σημασίας για τη δημιουργία σύγχρονης τεχνικής βάσης πάνω στην οποία μπορεί να σχεδιαστεί μια νέου τύπου ανάπτυξη και που μπορεί να δώσει την  ευκαιρία  για τη συσσώρευση οικονομικών δυνατοτήτων και μέσων στην πάλη των κοινωνικών δυνάμεων για μια ανεξάρτητη και προοδευτική πορεία της χώρας.

Αυτό είναι και το βασικό ζητούμενο στο θέμα που μας έχει απασχολήσει τις τελευταίες μέρες. Σε μια χώρα που περνά μια τεράστια οικονομική και κοινωνική κρίση, που έχει ανάγκη ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για το οποία απαιτείται η ενεργοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεών της, δεν αξίζει άραγε να απαντηθεί το ερώτημα: Τι  διαθέτουμε, Που και Πόσο?

Αυτό το ερώτημα γίνεται ακόμα ποιο έντονο στον τομέα των υδρογονανθράκων όπου τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα. Και ποιο είναι αλήθεια το καθήκον της επιστημονικής κοινότητας σε τέτοιου είδους ερωτήματα? Να ανέχεται και να αποδέχεται ανερμάτιστες δηλώσεις και εκτιμήσεις που με άνεση μάλιστα αξιοποιούνται για την ύπνωση και την αδρανοποίηση της κοινωνίας ή να  προβάλει το ορθολογικό και επιστημονικό πλαίσιο για την αναζήτηση των απαντήσεων?

Η περί ου ο λόγος Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, είναι η πρώτη και η μόνη (και επιτρέψετε μου να το γνωρίζω καλά) από όσες κατ΄ αναλογία έχουν εκπονηθεί που υπερβαίνει τα  συμβατικά πρότυπα αυτών των μελετών και ορίζει με τον πλέον αυστηρό επιστημονικά τρόπο το πλαίσιο των εργασιών έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων και τις προϋποθέσεις (όχι σαν κατευθυντήριες γραμμές, αλλά ως συγκεκριμένες απαιτήσεις και δράσεις) για την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μα περισσότερο διακρίνεται γιατί είναι η μόνη μελέτη που επιχειρεί να προσεγγίσει δείκτες κόστους-οφέλους για την τοπική κοινωνία, αναλύοντας τα οικονομικά – αναπτυξιακά-κοινωνικά χαρακτηριστικά της Ηπείρου και αποτολμά να προσδιορίσει, σε ένα εντελώς καινούργιο τομέα, τις δυνητικές άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία, στην απασχόληση, στις υφισταμένες και τις παράπλευρες/συνοδευτικές οικονομικές δραστηριότητες. Και πάνω από όλα είναι η μόνη μελέτη που δίνει καθοριστικό ρόλο και λόγο στην τοπική κοινωνία συνεχώς και ιδιαίτερα όταν τεθεί το κρίσιμο ερώτημα αν αυτό που τυχόν βρεθεί αξίζει να εκμεταλλευτεί και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Η σφραγίδα της πολιτικής θέσης του επικεφαλής της μελέτης είναι έκδηλη.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην πλειοψηφία της η τοπική κοινωνία είτε μέσα από τις θεσμοθετημένες εκφράσεις της, είτε μέσα από διάφορες συλλογικότητες πολιτών έχει σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήσει τη μελέτη αυτή για να θωρακίσει τις απόψεις της, αλλά και για να διεκδικήσει από την Πολιτεία την απόλυτη και πλήρη εφαρμογή της.

Τι να γίνει όμως? Κάποιες φορές ακόμα και αυτοαποκαλούμενες ακτιβιστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις χάνουν, αλληθωρίζοντας θελημένα ή όχι, το στόχο τους…….

Πάντα θα συγκρούεται οποιοσδήποτε αποτολμά να αντικρούσει το εσκεμμένο παραλήρημα της ανευθυνότητας και της πλειοδοσίας ενός συστήματος, με τον επιστημονικό ορθολογισμό και ρεαλισμό και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν αυτά διατυπώνονται στη βάση μιας σαφούς πολιτικής θεώρησης για τα πράγματα………….

Μαχόμενη άποψη ή σιωπή?

Επιστήμη και πολιτική

του Δ. Δαμίγου, Αν. Καθηγητή Ε.Μ.Π.

Αποφάσισα να γράψω για το γνωστό θέμα της παρέμβασης «Ρουβίκωνα» στο συνάδελφο Δ. Καλιαμπάκο, για προφανείς λόγους, αλλά και για ακόμη έναν. Στα Τεχνικά Χρονικά, το 1956(!), ένα αναδημοσιευμένο άρθρο του R.W. Cloues «Η ηθική του Μηχανικού είναι δυνατόν να καθορισθή;» ανέφερε για τη σχέση του Μηχανικού με το Κοινό: «….Ως επιστήμων επαγγελματίας, ο Μηχανικός υπέχει ευθύνας έναντι του κοινού και της κοινότητος, της οποίας ζωτικόν τμήμα αποτελεί και ο ίδιος. Πρέπει να προσπαθή να επεκτείνη τας γνώσεις του κοινού περί της επιστήμης του και να αποτρέπη την διάδοσιν αναληθών, αδίκων ή υπερβολικών κρίσεων αφοροσών εις ταύτην….». Αισθάνομαι, λοιπόν, διπλή υποχρέωση να τοποθετηθώ: και για το συμβάν και για τα όσα εκτός πραγματικότητας ακούγονται για το ζήτημα των υδρογονανθράκων γενικότερα.

Ας ξεκινήσουμε από τη σχέση πολιτικής και επιστήμης. Και δη της αριστερής πολιτικής. Και μιας που διανύουμε το 200ό έτος από τη γέννηση του Μαρξ, ας θυμηθούμε ότι κατά πολλούς η κύρια συμβολή του ήταν ότι συνέδεσε την κοινωνική αλλαγή με την επιστήμη, μετέτρεψε τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό, από ηθικολογία, σε επιστήμη. Παρατηρεί κανείς, αρκετά συχνά, πόσο εύκολα παίρνει διαζύγιο η πολιτική από την επιστήμη, θεωρώντας μάλιστα ότι η προσέγγιση αυτή είναι και «αριστερή». Ας πάμε λοιπόν στο θέμα της χρήσης υδρογονανθράκων. Η άποψη ότι «δεν χρειαζόμαστε πετρέλαια γιατί έχουμε τις ΑΠΕ» είναι αντίστοιχης επιστημονικής τεκμηρίωσης και βάθους με την άποψη ότι «δεν  χρειαζόμαστε σχέδια διαχείρισης των απορριμμάτων γιατί θα κάνουμε ανακύκλωση στο 100% των απορριμμάτων». Δυστυχώς τα νούμερα καθώς και μια σειρά περιορισμοί (τεχνολογικοί και άλλοι) λένε άλλα. Όσον αφορά στους ενεργειακούς πόρους, οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών δείχνουν πως τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, δηλαδή στον ορατό ορίζοντα, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι θα καλύπτουν πάνω από το 75% της πρωτογενούς παραγωγής ενέργειας, με την πιο συντηρητική εκτίμηση περίπου στο 60% (βλ. π.χ. https://www.worldenergy.org/wp-content/uploads/2013/10/World-Energy-Scenarios_Composing-energy-futures-to-2050_Executive-summary.pdf). Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη διείσδυση των ΑΠΕ, γεγονός αναμφισβήτητα θετικό, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι παραμένουν σημαντικοί. Πρέπει, λοιπόν,  να βρεθεί η βέλτιστη ισορροπία με χρήση πολλών και διαφορετικών τρόπων παραγωγής (αλλά και εξοικονόμησης) ενέργειας, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το όφελος από την πλευρά του λαού. Ας μη ξεχνάμε, ότι η παραγωγή ενέργειας, εκτός από ευκαιρία παραγωγής πλούτου για τους κρατούντες (όπως, άλλωστε,  και όλες οι ανάγκες στον καπιταλισμό) είναι θεμελιώδης για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι οποίες βαίνουν συνεχώς αυξανόμενες (μεταξύ 1990-2015 η αύξηση στην πρωτογενή παραγωγή ενέργειας ήταν περίπου 150%, ενώ εκτιμάται ότι μεταξύ 2015-2040 θα αυξηθεί επιπλέον 30% περίπου).

Επομένως,  υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές αλλά και πολιτικές) η εκμετάλλευση των εγχώριων υδρογονανθράκων μπορεί να βοηθήσει τη χώρα και το λαό της. Αντίθετα, η εκ προοιμίου άρνηση «εξ ορισμού» στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων πάσχει επιστημονικά, από πολλές πλευρές. Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα ότι είμαστε ενάντια στις εξορύξεις τώρα, γιατί τα κέρδη πάνε μόνο (ή έστω κυρίως) στις μεγάλες εταιρείες. Απολύτως αληθές, και κάποιοι υπερασπιζόμαστε σθεναρά μια άλλου τύπου εκμετάλλευση, προς όφελος του λαού. Αλλά από αυτό μέχρι τη θέση «όχι στην εξόρυξη υδρογονανθράκων γενικά» υπάρχει τεράστια απόσταση και, κυρίως επιστημονικό …χάος. Θα ήταν, για παράδειγμα, σαν να υποστήριζε παράλογα κάποιος ότι επειδή υπάρχει κερδοφορία των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, θα πρέπει να σταματήσουμε τους …εμβολιασμούς.

Η παρέμβαση που έγινε από το «Ρουβίκωνα», όσο ειρηνική και να ήταν, ήταν λάθος και άδικη. Εγείρει δε και ερωτηματικά ως προς το χρόνο που πραγματοποιήθηκε. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικός ο τρόπος που επιχείρησαν ορισμένα ΜΜΕ να «εκμεταλλευτούν» την είδηση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Δ.Κ. αρνήθηκε να μιλήσει σε αυτά και προτίμησε να δώσει μια απάντηση μέσω του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων (αν δεν την έχετε δει είναι εδώ:

http://www.dimotikoradiofono.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BC/).

Γιατί όμως λάθος και άδικη; Καταρχάς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Οποιαδήποτε άποψη, από όποιον και αν εκφέρεται, μπορεί (και πρέπει) να υφίσταται κριτική. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση (δηλ. λέω μόνο την άποψή μου,  δεν σου επιτρέπω να αντιπαραθέσεις τη δική σου και χρησιμοποιώ το προϊόν ως στοιχείο «μιντιακής διαπόμπευσης») είναι λάθος.  Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό σημείο είναι η προσωπική και άδικη στοχοποίηση.

Η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για την οποία γίνεται λόγος, είναι μια υποχρεωτική διαδικασία εκτίμησης, αξιολόγησης και αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου, έτσι ώστε με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων, όρων και διαδικασιών να προωθείται μία υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος. ΣΜΠΕ είναι υποχρεωτικό να εκπονούνται και έχουν εκπονηθεί για τα πιο ετερόκλητα πράγματα, για παράδειγμα, την απορρόφηση κονδυλίων Π.Ε.Π. για έργα σε διάφορες Περιφέρειες, για αναθεώρηση πολεοδομικών σχεδίων, για προγράμματα υποδομών μεταφοράς και πολλά άλλα. Ο ρόλος της δεν είναι να αποτιμήσει επιπτώσεις μιας δράσης, συγκεκριμένα, μιας που επειδή διενεργείται σε πολύ πρώιμο στάδιο αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει, π.χ. στην περίπτωση που συζητάμε δεν έχει προσδιορισθεί καν η ύπαρξη και πιθανή θέση κοιτάσματος. Ο ρόλος της είναι να εισάγει μελέτες, αλλά και όρους εκπόνησης των μελετών, ή άλλου τύπου περιορισμούς για τα επόμενα στάδια, π.χ. της έρευνας στην αρχή και της εκμετάλλευσης, αργότερα, αν αυτό αποφασιστεί.  Για παράδειγμα, η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ (η οποία είναι αναρτημένη σε αρκετά site στο διαδίκτυο) εισήγαγε εκτός των αυστηρών περιβαλλοντικών περιορισμών και άλλου τύπου μελέτες, απαραίτητες για τη διαμόρφωση γνώμης και τοποθέτησης, όπως π.χ. η κοινωνική ανάλυση κόστους – οφέλους που πρέπει να τεκμηριώνει γιατί η ενδεχόμενη εκμετάλλευση είναι κοινωνικά ωφέλιμη (για παράδειγμα, πόσες θέσεις εργασίας παράγει σε σχέση με το πόσες θέσεις εργασίας ενδέχεται να καταργεί, ποιο είναι το όφελος της τοπικής κοινωνίας σε σχέση με το ενδεχόμενο κόστος, κ.λπ.). Όμως, καθοριστικό στοιχείο της συγκεκριμένης μελέτης είναι η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού σε όλα τα στάδια, και ιδιαίτερα η θέσπιση μιας ισχυρής διαδικασίας απόφασης για το αν θα γίνει ή όχι εκμετάλλευση, που μεσολαβεί ανάμεσα στην έρευνα και πριν την εκμετάλλευση. Στη διαδικασία αυτή, η τοπική κοινωνία έχει ουσιαστική και βαθιά συμμετοχή και πολύ ισχυρό ρόλο. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση χωρίς τοπική συναίνεση. Από την παραίνεση και τα ευχολόγια, στη θεσμική κατοχύρωση. Αυτό είναι κάτι που η συγκεκριμένη μελέτη εισάγει, για πρώτη φορά, τόσο καθαρά. Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι αυτό συνάντησε λυσσαλέα αντίδραση.

Κατά τη γνώμη μου, ο Δ.Κ. έκανε το καθήκον του και με το παραπάνω ως μαχόμενος επιστήμονας και είναι τρομερά άδικο να διαστρεβλώνεται τόσο κραυγαλέα η πραγματικότητα, με επιχειρήματα πέρα από κάθε έννοια επιστημονικότητας και, συχνά, λογικής.

Επιστήμη και Πολιτική