Να είμαστε εκεί!

Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο προσφέρει δωρεάν όλα τα μεταπτυχιακά του προγράμματα. Η στάση του αυτή υπήρξε εμβληματική για τον κοινωνικό ρόλο του ΕΜΠ. Ήταν, επίσης, μια στάση έμπρακτης υποστήριξης της ελληνικής κοινωνίας σε χαλεπούς καιρούς από ένα κορυφαίο (δια των πράξεών του) ανώτατο δημόσιο Ίδρυμα. Μια στάση που έκανε το ΕΜΠ να ξεχωρίζει («να αριστεύει») σε ηθικό επίπεδο.

Σήμερα, η διοίκηση αλλάζει γραμμή. Μια μέρα μετά την επέτειο του Πολυτεχνείου και το «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» (τι ειρωνεία!) προσπαθεί να εντάξει το ΕΜΠ «στο σωρό» των εμπορευματοποιημένων μεταπτυχιακών προγραμμάτων, εκεί που τα πρώην ΤΕΙ «πρωτοπορούν» μοιράζοντας επ’ αμοιβή πτυχία με τηλεπαρουσίες. Γιατί όχι; «μικρά και ευέλικτα» προγράμματα, που να «πιάνουν τα λεφτά τους».

Ας το κάνει, όμως, «φόρα παρτίδα». Όχι να προσπερνά ένα κορυφαίο ζήτημα πολιτικής του Ιδρύματος ως «προσαρμογή στον νόμο». Ακόμη και αυτός ο νόμος που προωθεί πλησίστια την εμπορευματικοποίηση δεν απαγορεύει τα δωρεάν μεταπτυχιακά. Και βέβαια δεν μπορεί να καταργήσει το αυτοδιοίκητο. Αν το ΕΜΠ το επιθυμεί τίποτε δεν το εμποδίζει να διατηρήσει τη γενναία στάση του. Βεβαίως, η κυβέρνηση πιέζει, την ενοχλεί το μέχρι τώρα αντι-παράδειγμα του ΕΜΠ με τα δωρεάν μεταπτυχιακά. Η διοίκηση ας αναλάβει ανοιχτά τις ευθύνες της «προσαρμογής». Να συγκαλέσει τη Σύγκλητο, να ακυρώσει, αν μπορεί, τις υπογραφές όσων διαχρονικά με διαδοχικές αποφάσεις Συγκλήτων, σε δύσκολες συνθήκες, στήριξαν τη απόφαση. Εκτός, αν το ΕΜΠ δεν έχει πια πολιτική και όραμα, αρχές και στρατηγική ως Ίδρυμα, και λειτουργεί ως κοινοπραξία συστεγαζόμενων προγραμμάτων σπουδών, με διαφορετικές αρχές κατά περίπτωση. Ή, απλά, θα κινείται στα τυφλά «ψάχνοντας για ψίχουλα» για να επιβιώσει, θυσιάζοντας την ιστορία του και τη φυσιογνωμία του και υπονομεύοντας το μέλλον του ακυρώνοντας οποιαδήποτε επιχειρήματα για αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης.

Την Παρασκευή 22/11/2024 στις 15:30 πραγματοποιείται η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ. Για του εξανεμιζόμενους μισθούς, για τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, για τη «φάρσα» του ιδιωτικού Παραρτήματος του ΕΜΠ στην Κύπρο, για τον ζόφο στην καθημερινότητά μας.

Να είμαστε εκεί! Να ακουστεί η φωνή μας! Να σταματήσει ο κατήφορος!

Όλες-οι στη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ, Πέμπτη 14/11/2024, στις 3.00μμ!

Μισθοί: σταθερά γλίσχροι και αναξιοπρεπείς, εξανεμιζόμενοι ολοένα και πιο γρήγορα από την ακρίβεια. Υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση, μόνιμοι συγκάτοικοί μας στο ΕΜΠ. Τραγικές συνθήκες εργασίας. Ο Σύλλογος ΔΕΠ ΕΜΠ θα αντιδράσει ανάλογα με την οξύτητα των προβλημάτων ή θα «διαμαρτυρηθεί» απλά, τυπικά, έτσι για τα μάτια του κόσμου, ανώδυνα;

Δίδακτρα στα μεταπτυχιακά: Το άλλοθι της κυβέρνησης για την κατάντια των μισθών επανέρχεται από τη διοίκηση και επισημοποιείται, τάχα ως «εναρμόνιση με τον νόμο». Η υψηλής κοινωνικής ευθύνης στάση του ΕΜΠ που είπε ΟΧΙ ως Ίδρυμα στην εμπορευματοποίηση του ονόματός του, με απόφαση της Συγκλήτου, κουρελιάζεται και η ανατροπή της επιχειρείται δια της «σαλαμοποίησης». Ο Σύλλογος ΔΕΠ- ΕΜΠ θα δει την φάκα, πίσω από το «τυράκι» ;

Ιδιωτικό Παράρτημα του ΕΜΠ στην Κύπρο: το ΕΜΠ αυτοκαταργείται και ως δημόσιο πανεπιστήμιο και ως πολυτεχνείο υψηλών προδιαγραφών, στο όνομα μιας «ευκαιρίας» (για ποιόν άραγε;). Η ΠΟΣΔΕΠ, κατανοώντας την κερκόπορτα που ανοίγει για την πλήρη διάλυση του Δημόσιου πανεπιστήμιου κινείται δικαστικά ενάντια στο νόμο που το επιτρέπει. Ο Σύλλογος ΔΕΠ ΕΜΠ;

Ας ξεκινήσουμε από το πρώτο βήμα: Να πάρει αποφάσεις ο Σύλλογος! Να είμαστε όλες και
όλοι παρόντες στη σημερινή Γενική Συνέλευση του Συλλόγου στις 3.00μμ. Διαδικτυακά αυτή τη φορά λόγω των προβλημάτων στο Κτήριο Διοίκησης, και από κοντά ελπίζουμε την επόμενη, συνάδελφος
με συνάδελφο, δίπλα δίπλα, να ξαναβρούμε των κοινό βηματισμό μας.

Το ΟΧΙ της τιμής και της αξιοπρέπειας

Πανηγυρικές επέτειοι με face control. Τιμητικές εκδηλώσεις για τους συνταξιοδοτηθέντες καθηγητές με πλημμυρισμένο το κτήριο διοίκησης με μυστικούς, και στο πρώτο κιχ με ένστολους αστυνομικούς σε όλη την Πολυτεχνειούπολη. Πειθαρχικό σε συνδικαλίστρια φοιτήτρια για ένα πανό. Κατάντια. Η διοίκηση, και όσοι μοιράζονται τις απόψεις της ή, κλείνοντας τα μάτια τις υποστηρίζουν, παίζουν με τη φωτιά. Η επιχείρηση «σιγή νεκροταφείου» βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Δεν μπορεί να μην γνωρίζουν ότι κι άλλοι, σε μαύρες εποχές, επιχείρησαν να αποστειρώσουν τα πανεπιστήμια από τη φοιτητική διαμαρτυρία και τη νεανική αμφισβήτηση. Εις μάτην. Αλλά μέχρι να αποδειχθεί αυτό είχαν μεσολαβήσει τραγωδίες. Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε την 17η Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο, μια επέτειο που συμβολίζει ότι ούτε με τανκς δεν «σιγούν» τα πανεπιστήμια. Πρέπει αυτό να ξανα-αποδειχθεί μέσω μιας τραγωδίας;

Στη λογική του «τώρα, καθαρίζουμε», η διοίκηση επιλέγει την επιθετική προώθηση των πιο αντιδραστικών επιλογών, των απολύτως αρεστών, βέβαια, στην κυβέρνηση. Ξεκίνησε τη χρονιά με την απόπειρα ίδρυσης ιδιωτικού παραρτήματος του ΕΜΠ στη Κύπρο, πράγμα που μέχρις στιγμής συναντά από ειρωνικά μειδιάματα (σε σχέση με τις χαίνουσες πληγές του ΕΜΠ) έως ισχυρότατες και επιχειρηματολογημένες αντιδράσεις Σχολών. Κι αντί να προβληματιστεί, αποπειράται να αλλάξει ένα ακόμη βασικό στοιχείο της πολιτικής και της φυσιογνωμίας του ΕΜΠ, τα δωρεάν μεταπτυχιακά προγράμματα. Η Σύγκλητος του ΕΜΠ, έσωσε μεν τα προσχήματα, καταψηφίζοντας την πρόταση της διοίκησης για fast-track διαδικασία που δεν θα συζητηθεί στις Σχολές (ποιος ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία και τη συμμετοχή; ξεπερασμένα πράγματα…), αλλά…

Ας μπούμε στην ουσία.

Κάποιοι θεωρούν ότι τα δωρεάν μεταπτυχιακά είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος, ένα περιττό βαρίδι. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο: αποτελεί μια εμβληματική κίνηση του δημόσιου χαρακτήρα του ΕΜΠ και, αν θέλετε, της μεγαλοσύνης του: εμείς δεν είμαστε «μπακάληδες», είμαστε το ΕΜΠ, και δεν θα βάλουμε χέρι στην τσέπη της ασθμαίνουσας ελληνικής κοινωνίας. Αυτό συμβόλιζε η ομόφωνη απόφαση της Συγκλήτου του ΕΜΠ για δωρεάν μεταπτυχιακά κι αυτό επιχειρείται να αλλάξει, με πρόσχημα την «εναρμόνιση με τις πλέον πρόσφατες νομοθετικές προβλέψεις» (οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, υφίστανται εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια, από το Ν. 3685/2008). Αγνοώντας ότι αυτό που κέρδισε το ΕΜΠ σε κύρος στην ελληνική κοινωνία δεν συγκρίνεται με τις πενταροδέκαρες των διδάκτρων, όσο κι αν η οικονομική εξαθλίωση ωθεί σε αυτό.

Γιατί για πενταροδέκαρες πρόκειται σε σύγκριση με τις δαπάνες που έχουν περικοπεί και πρέπει να διεκδικηθούν για να μπορέσει το ΕΜΠ και τα άλλα δημόσια πανεπιστήμια να υπηρετήσουν το υψηλό καθήκον τους έναντι της κοινωνίας. Απεναντίας, η αποδοχή των διδάκτρων ως μέσου αντιμετώπισης του προβλήματος της υποχρηματοδότησης σημαίνει αποδοχή και παγίωση της κατάστασης.

Ακόμη πιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα, όσον αφορά στα μισθολογικά μας. Κάποιοι κλείνουν πονηρά το μάτι θεωρώντας ότι μέσω των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά μπορεί να καλυφθεί ένα τμήμα των βαρύτατων μισθολογικών απωλειών μας, ξεχνώντας ότι ακριβώς αυτή η

«δυνατότητα» έδωσε την βάση της εξαίρεσής μας ακόμη και από μισθολογικές αναπληρώσεις που το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε αποφασίσει για άλλους δημόσιους λειτουργούς. Το τυράκι το βλέπουμε. Τη φάκα;

Το θέμα των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα πρέπει, όπως τελικά αποφάσισε η Σύγκλητος, να συζητηθεί σε όλες τις Σχολές. Και είναι η ώρα να ξαναπούμε το ΟΧΙ της λογικής, αλλά κυρίως το ΟΧΙ της τιμής και της αξιοπρέπειάς μας. Ορθώνουμε, επίσης, το ΟΧΙ μας, έναντι της κατρακύλας του αυταρχισμού, γιατί όρκο δώσαμε στην κοινωνία όταν διοριστήκαμε ότι στο δημόσιο Πανεπιστήμιο θα υπηρετούμε, διαφυλάττοντας τη δημοκρατία, την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα στην κριτική, την διαμαρτυρία και την διεκδίκηση, όταν όλα αυτά απειλούνται.

Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Τα πανεπιστήμια πληρώνουν τρομακτικά μεγάλο τίμημα στη μνημονιακή πολιτική υποσκάπτοντας και τις προοπτικές της ίδιας της χώρας. Ο κρατικός προϋπολογισμός για τα πανεπιστήμια έμεινε στα ίδια με πέρυσι επίπεδα, δηλαδή μεσοσταθμικά κατά 70% μικρότερος των προϋπολογισμών πριν την κρίση. Καμιά άλλη κοινωνική δαπάνη δεν μειώθηκε την περίοδο της κρίσης σε τέτοιο βαθμό. Οι μικρές σποραδικές «ενισχύσεις», παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως αντιστροφή της κατάστασης. Η πραγματικότητα όμως (η πραγματική, όχι η εικονική), είναι αντίθετη. Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα (πολλά από αυτά, αδυνατούν ακόμη να πληρώσουν και τους λογαριασμούς της ΔΕΗ) σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Ταυτόχρονα, ένας πρόσθετος γραφειοκρατικός μηχανισμός απορρόφησης – πραγματικό «καψόνι», στο όνομα της «διαφάνειας», κάνει και τα πενιχρά αυτά κονδύλια εικονικά. Παγιδευμένα μόνιμα σε ανεπαρκείς προϋπολογισμούς, τα πανεπιστήμια ωθούνται στην πλήρη επιχειρηματικοποίηση «πουλώντας» υπηρεσίες. Αρχικά, με δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, στη συνέχεια με οτιδήποτε άλλο μπορούν. Και όποιος επιβιώσει. Άλλωστε, ο πρόσφατος νόμος 4485/2017 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση προετοίμασε συνειδητά αυτή την κατεύθυνση.

Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα  σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Η συνεχής συσσώρευση προβλημάτων στα πανεπιστήμια πήρε πρόσφατα εκρηκτική μορφή στις φοιτητικές εστίες, στις οποίες ζει σε κυριολεκτικά αβίωτες συνθήκες το πιο ευάλωτο κοινωνικά στρώμα των φοιτητών. Η προκλητική εγκατάλειψη των εστιών από την κυβέρνηση, μέσω του εποπτευόμενου ΙΝΕΔΙΒΙΜ, οδήγησε σε μια εφιαλτική κατάσταση. Αντί δε να λάβει άμεσα μέτρα βελτίωσης της κατάστασης, το Υπουργείο Παιδείας άρχισε έναν παρελκυστικό πόλεμο ενάντια στους οικοτρόφους (και με επιστροφή στην «κλασική» παιδαγωγική μέθοδο του «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος») κι επιχείρησε να μεταθέσει τις ευθύνες στα ΑΕΙ, στο όνομα μιας μεγαλύτερης «αυτονομίας», χωρίς τους αναγκαίους πόρους ή, σε πρώτη φάση, με μεταφορά εξαιρετικά καχεκτικών πόρων.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μέσω της συνένωσης των ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, ανήκει δυστυχώς στην κατηγορία των μέτρων «αντί για άρτο, θεάματα». Αφού η κυβέρνηση αδυνατεί να βελτιώσει την κατάσταση στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ, «αναβαθμίζει» τα τελευταία με ….«βαφτίσια», ικανοποιώντας παράλληλα και τις μνημονιακές απαιτήσεις για συγχώνευση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τμημάτων. Η εν μία νυκτί, συλλήβδην, «πανεπιστημιοποίηση των ΤΕΙ» κραυγάζει και για το εμπόριο φρούδων ελπίδων, κατά την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τέλος, η δημιουργία τετραετών προγραμμάτων σπουδών μηχανικών, θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για τη διάσπαση των ενιαίων πενταετών σπουδών μηχανικού και την εφαρμογή του μοντέλου της Μπολόνια.

Στο ίδιο νομοσχέδιο, ο Υπουργός Παιδείας επαναφέρει (με ακόμη ευνοϊκότερους όρους) τη σκανδαλώδη ρύθμιση των χρεών των «μπαταχτσήδων» επαγγελματιών-καθηγητών, που δεν απέδωσαν στα πανεπιστήμια αυτά που κατά νόμο όφειλαν (και ανέρχονται στο ποσό αρκετών εκατομμυρίων ευρώ). Η φωτογραφική αυτή ρύθμιση είχε αποσυρθεί, το καλοκαίρι, μετά την κατακραυγή και η επαναφορά της, με μια εξόχως χαριστική περαίωση οφειλών, προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Κι ενώ κάποιοι λίγοι απολαμβάνουν «δώρο» δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, η συντριπτική πλειονότητα των μισθοσυντήρητων συναδέλφων βλέπει, ακόμη μια φορά, μείωση μισθού με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου. Και δεν ενοχλεί μόνο η συρρίκνωση του μισθού που οδηγεί σε μη αξιοπρεπή επίπεδα διαβίωσης, είναι και ο τρόπος με τον οποίο συντελείται: με έναν άνευ προηγουμένου εμπαιγμό. Ο Υπουργός Παιδείας διατυμπάνιζε ότι θα δοθούν αυξήσεις, με ταυτόχρονη μάλιστα ικανοποίηση ενός πάγιου αιτήματος της πανεπιστημιακής κοινότητας, ήτοι της ενσωμάτωσης των επιδομάτων στο βασικό μισθό. Στην πράξη, όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του ΣτΕ για επαναφορά των μισθών στα επίπεδα του 2012, αλλά μειώθηκαν περαιτέρω οι καθαρές αποδοχές των πανεπιστημιακών ενσωματώνοντας στο βασικό μισθό το μοναδικό αφορολόγητο επίδομα και αφήνοντας εκτός βασικού μισθού όσα επιδόματα φορολογούνταν!

Η κατάσταση στα πανεπιστήμια δεν είναι παρά μια μικρογραφία της πραγματικότητας. Στο δημόσιο επίπεδο καλλιεργείται ένα κλίμα τεχνητής ευφορίας για έξοδο από τα μνημόνια, αλλά την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης, υιοθετούνται απνευστί τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα. Βάλλεται ευθέως το δικαίωμα στην απεργία, επιταχύνεται η λεηλασία της μικρής ιδιοκτησίας με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ιδιωτικοποιείται η δημόσια περιουσία, συνεχίζεται η περικοπή μισθών-συντάξεων, αυξάνονται σε εξοντωτικά επίπεδα οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές, κ.ά. Μια νέα γενιά εργαζόμενων αναδύεται, οι καλούμενοι «εργαζόμενοι-φτωχοί», η οποία βρίσκεται – κυριολεκτικά – αντιμέτωπη με το φάσμα της πείνας (τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι περισσότεροι από το 30% των εργαζομένων αμείβονται με μισθούς χαμηλότερους του κατώτατου μισθού των 586 Ευρώ). Αν αυτό είναι το ξημέρωμα μιας άλλης μέρας, τότε το μόνο που αποδεικνύεται ξανά είναι ότι «ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος».

Η συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ και η περαιτέρω μείωση του πανεπιστημιακού μισθολογίου απαξιώνουν πλήρως τη θέση και το λειτούργημα των πανεπιστημιακών δασκάλων, υποσκάπτοντας παραπέρα την αποστολή και λειτουργία του δημόσιου Πανεπιστημίου. Ας αρνηθούμε το ρόλο του πειθήνιου υποζυγίου, ας τολμήσουμε να σκεφτούμε ψύχραιμα και ανεξάρτητα. Ας αναλάβουμε το δικό μας συλλογικό μερίδιο ευθύνης και ας δώσουμε ένα μαζικό και δυναμικό «παρών» στην επερχόμενη ΓΣ του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ, για να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε από κοινού τις επόμενες δράσεις μας για την προάσπιση του δικαιώματός μας σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον εργασίας και επίπεδο διαβίωσης.

Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά: «καταπίνοντες την κάμηλον…»

Το πρόσφατο Ν/Σ που κατέθεσε η Κυβέρνηση για τα μεταπτυχιακά αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη παρέμβαση στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, και ως τέτοια αξίζει να αναλυθεί και ως προς τις συνέπειές της στις σπουδές και ως γενικότερο δείγμα γραφής. Όχι πως η απουσία παρέμβασης, ακόμη και σε θεσμούς πλήρως απαξιωμένους στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως τα Συμβούλια Ιδρύματος, δεν λέει πολλά. Οπωσδήποτε, όμως, η κατάθεση μιας δικής της ρύθμισης για το πώς σχεδιάζει τη λειτουργία των μεταπτυχιακών προγραμμάτων λέει πολύ περισσότερα.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του νομοσχεδίου αυτού:

Α. Στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η λειτουργία των μεταπτυχιακών, όπως και κάθε πανεπιστημιακή δραστηριότητα, απαντά με την επίσημη θεσμοθέτηση διδάκτρων. Μια αριστερή κυβέρνηση κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει καμιά συντηρητική κυβέρνηση. Όχι πως οι προηγούμενοι δεν είχαν αφήσει συνειδητά διάπλατα «παράθυρα» για να ξεφυτρώσουν εκατοντάδες μεταπτυχιακά προγράμματα αμφιβόλου ποιότητας ή ακόμη και διαπιστευμένης κακής ποιότητας, με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση της αγωνίας της ελληνικής οικογένειας να δώσει κάποια προοπτική στα παιδιά της. Όμως, η αποδοχή και αναγνώριση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης από την Κυβέρνηση, η προσχώρηση στο κεντρικό κάλεσμα του νεοφιλελευθερισμού, το «πουλήστε τη γνώση σας για να επιβιώσετε», αποτελεί και πολιτική παρακμή και απόλυτα αδιέξοδη «λύση».

Β. Με το Ν/Σ η Κυβέρνηση ωθεί τα ΑΕΙ στην πλήρη ευθυγράμμιση με το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών, γνωστού ως μοντέλου της Μπολόνια, μέσω της πλήρους αντιστοίχισης με τους αντίστοιχους κύκλους του. Όμως, αυτό το μοντέλο σπουδών δεν είναι μια κάποια τεχνική οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης. Σήμαινε τρία ή τέσσερα χρόνια σπουδών, με μισο- ανειλημμένη την υποχρέωση της Πολιτείας να τις παρέχει δωρεάν, δίδακτρα στο master, που αντιστοιχεί στο βασικό επαγγελματικό πτυχίο και διδακτορικό, στη συνέχεια, στην πράξη μόνο για όσους μπορούν να έχουν εξωτερική χρηματοδότηση. Έτσι, η υποχρέωση της Πολιτείας περιορίζεται σε τρία χρόνια μαζικής εκπαίδευσης (με αντίστοιχη άμεση και δραστική περικοπή των δαπανών), προσαρμοσμένης στη φτηνή παραγωγή μισο-ειδικευμένου προσωπικού. Η εκπαίδευση αυτή προφανώς απαξιώνεται πολύ γρήγορα, μεταθέτοντας στις πλάτες του νέου επιστήμονα και το κόστος της συνέχισης των σπουδών που είναι απαραίτητες για να επιβιώσει και το κόστος της διαρκούς ανάγκης επιμόρφωσης. Για όσους μπορούν, βεβαίως… Γι’ αυτούς τους λόγους συνεχίζει να υπάρχει ισχυρή αντίθεση στο μοντέλο αυτό, σε ευρύτατους κύκλους, γιατί αποτελεί και κατάργηση του δικαιώματος για υψηλής ποιότητας δημόσια εκπαίδευση και μορφή υποταγής των πανεπιστημίων στην άμεση παραγωγή πλούτου. Όσο κι αν το πολιτικό πεδίο είναι γεμάτο συμβιβασμούς, η σιωπηλή αλλά πλήρης ευθυγράμμιση της Κυβέρνησης με ένα μοντέλο που τα ίδια τα πανεπιστήμια αμφισβητούν, έχει μεγάλη αρνητική σημασία, πολύ μεγαλύτερη από την παράδοση «μια ακόμη σημαίας».

Γ. Με βάση το προηγούμενο σημείο, το κατατεθειμένο Ν/Σ, δεν ρυθμίζει μόνο τα μεταπτυχιακά, αλλά επιδρά καθοριστικά σε όλη τη δομή της ανώτατης εκπαίδευσης και ειδικότερα σε εκείνα τα πανεπιστήμια, όπως το Πολυτεχνείο, που υιοθετούν το μοντέλο των ενιαίων πενταετών σπουδών. Το Ν/Σ αρνείται τη δυνατότητα, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, τα πανεπιστήμια να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη επιλογή και να δώσουν σοβαρά πτυχία, με γερά θεμέλια και, κατά συνέπεια, με μεγαλύτερη αντοχή σε μια εξαιρετικά ευμετάβλητη αγορά εργασίας. Για τα πανεπιστήμια αυτά, εμμέσως πλην σαφώς το δίλλημα που τίθεται είναι: «Κάντε όσα χρόνια σπουδές θέλετε για το πτυχίο (στο ΕΜΠ ο μέσος όρος αποφοίτησης φτάνει τα 6,5 χρόνια), αλλά αυτό θα ισοδυναμεί με πτυχίο πρώτου κύκλου». Η αδικία είναι κατάφορη.

Ας δούμε και τα αντεπιχειρήματα. «Μπαίνουν κάποια όρια στα δίδακτρα», «μπαίνει ένα όριο στις αμοιβές των καθηγητών», «θα δίνονται υποτροφίες από τα δίδακτρα» κλπ. Όμως: Πάντα τα δίδακτρα ξεκινούν χαμηλά (δείτε το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας)- αρκεί να ανοίξει η κερκόπορτα. Η όποια χρηματική ενίσχυση των καθηγητών από δίδακτρα, εκτός του ηθικού ζητήματος, θα απογυμνώσει κάθε επιχείρημα για αξιοπρεπείς μισθούς και θα γιγαντώσει την άποψη, την τόσο άδικη για την πλειοψηφία των συναδέλφων, ότι εσείς «τα παίρνετε από παντού». Όσο για το επιχείρημα για «υποτροφίες» στους αδύναμους, ισχύει το «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι». Πρώτα καταργούμε τη δυνατότητα δωρεάν σπουδών και μετά φροντίζουμε «ευσπλαχνικά» να βρούμε υποτροφίες.  Αφήστε που, τώρα που η Κυβέρνηση παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου, αποδεχόμενη πλήρως τη θεμελιώδη λογική του, οι απόπειρες «ρύθμισης» το πιθανότερο είναι ότι θα εξανεμιστούν πλήρως κάτω από την ανυποχώρητη επιθετικότητα του αντιδραστικού μετώπου στα πανεπιστήμια, όπως έχει γίνει τόσες φορές στο πρόσθετο παρελθόν.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.  Όμως, η πολιτική αυτή είναι που γέννησε την κρίση, τουλάχιστον στις διαστάσεις που παίρνει σήμερα. Και είναι σκανδαλώδες να προσπαθεί να εμφανιστεί ως ο δρόμος για την αντιμετώπισή της, και μάλιστα ως ο μοναδικός. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι τα καταφέρνει (και η Κυβέρνηση βοηθάει σ’ αυτό). Μια ολόκληρη κοινωνία (και εμείς μέσα σ’ αυτούς) αρνείται να δει κατάματα τι συμβαίνει, στρουθοκαμηλίζει ή υπνοβατεί. Πόσοι «γύροι» καταστροφής πρέπει να συμβούν ακόμη (τώρα προετοιμάζεται ο επόμενος με τη ΝΔ στο τιμόνι) μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας, να ορθώσουμε ανάστημα, να κοιτάξουμε θαρραλέα το μέλλον και να χαράξουμε μια άλλη πορεία; Πότε θα δούμε ότι δεν είναι ο φαρμακοποιός που φταίει, αλλά η ίδια και απαράλλαχτη «συνταγή», που δηλητηριάζει μια χώρα ολόκληρη και, το κυριότερο, σακατεύει τη νέα γενιά;

Είναι ηθικό καθήκον μας να αρνηθούμε το δηλητηριώδες «τυράκι», της αύξησης των αποδοχών μέσω είσπραξης διδάκτρων από τη χειμαζόμενη ελληνική οικογένεια, τιμώντας το ρόλο μας ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Η ταύτισή μας με αυτούς που «αρμέγουν» τον ελληνικό λαό θα έχει, εξάλλου, ολέθριες συνέπειες στην προσπάθειά μας για μισθολογικά δίκαιη αναγνώριση της προσφοράς μας.

Για τα μεταπτυχιακά