Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Τα πανεπιστήμια πληρώνουν τρομακτικά μεγάλο τίμημα στη μνημονιακή πολιτική υποσκάπτοντας και τις προοπτικές της ίδιας της χώρας. Ο κρατικός προϋπολογισμός για τα πανεπιστήμια έμεινε στα ίδια με πέρυσι επίπεδα, δηλαδή μεσοσταθμικά κατά 70% μικρότερος των προϋπολογισμών πριν την κρίση. Καμιά άλλη κοινωνική δαπάνη δεν μειώθηκε την περίοδο της κρίσης σε τέτοιο βαθμό. Οι μικρές σποραδικές «ενισχύσεις», παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως αντιστροφή της κατάστασης. Η πραγματικότητα όμως (η πραγματική, όχι η εικονική), είναι αντίθετη. Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα (πολλά από αυτά, αδυνατούν ακόμη να πληρώσουν και τους λογαριασμούς της ΔΕΗ) σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Ταυτόχρονα, ένας πρόσθετος γραφειοκρατικός μηχανισμός απορρόφησης – πραγματικό «καψόνι», στο όνομα της «διαφάνειας», κάνει και τα πενιχρά αυτά κονδύλια εικονικά. Παγιδευμένα μόνιμα σε ανεπαρκείς προϋπολογισμούς, τα πανεπιστήμια ωθούνται στην πλήρη επιχειρηματικοποίηση «πουλώντας» υπηρεσίες. Αρχικά, με δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, στη συνέχεια με οτιδήποτε άλλο μπορούν. Και όποιος επιβιώσει. Άλλωστε, ο πρόσφατος νόμος 4485/2017 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση προετοίμασε συνειδητά αυτή την κατεύθυνση.

Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα  σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Η συνεχής συσσώρευση προβλημάτων στα πανεπιστήμια πήρε πρόσφατα εκρηκτική μορφή στις φοιτητικές εστίες, στις οποίες ζει σε κυριολεκτικά αβίωτες συνθήκες το πιο ευάλωτο κοινωνικά στρώμα των φοιτητών. Η προκλητική εγκατάλειψη των εστιών από την κυβέρνηση, μέσω του εποπτευόμενου ΙΝΕΔΙΒΙΜ, οδήγησε σε μια εφιαλτική κατάσταση. Αντί δε να λάβει άμεσα μέτρα βελτίωσης της κατάστασης, το Υπουργείο Παιδείας άρχισε έναν παρελκυστικό πόλεμο ενάντια στους οικοτρόφους (και με επιστροφή στην «κλασική» παιδαγωγική μέθοδο του «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος») κι επιχείρησε να μεταθέσει τις ευθύνες στα ΑΕΙ, στο όνομα μιας μεγαλύτερης «αυτονομίας», χωρίς τους αναγκαίους πόρους ή, σε πρώτη φάση, με μεταφορά εξαιρετικά καχεκτικών πόρων.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μέσω της συνένωσης των ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, ανήκει δυστυχώς στην κατηγορία των μέτρων «αντί για άρτο, θεάματα». Αφού η κυβέρνηση αδυνατεί να βελτιώσει την κατάσταση στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ, «αναβαθμίζει» τα τελευταία με ….«βαφτίσια», ικανοποιώντας παράλληλα και τις μνημονιακές απαιτήσεις για συγχώνευση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τμημάτων. Η εν μία νυκτί, συλλήβδην, «πανεπιστημιοποίηση των ΤΕΙ» κραυγάζει και για το εμπόριο φρούδων ελπίδων, κατά την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τέλος, η δημιουργία τετραετών προγραμμάτων σπουδών μηχανικών, θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για τη διάσπαση των ενιαίων πενταετών σπουδών μηχανικού και την εφαρμογή του μοντέλου της Μπολόνια.

Στο ίδιο νομοσχέδιο, ο Υπουργός Παιδείας επαναφέρει (με ακόμη ευνοϊκότερους όρους) τη σκανδαλώδη ρύθμιση των χρεών των «μπαταχτσήδων» επαγγελματιών-καθηγητών, που δεν απέδωσαν στα πανεπιστήμια αυτά που κατά νόμο όφειλαν (και ανέρχονται στο ποσό αρκετών εκατομμυρίων ευρώ). Η φωτογραφική αυτή ρύθμιση είχε αποσυρθεί, το καλοκαίρι, μετά την κατακραυγή και η επαναφορά της, με μια εξόχως χαριστική περαίωση οφειλών, προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Κι ενώ κάποιοι λίγοι απολαμβάνουν «δώρο» δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, η συντριπτική πλειονότητα των μισθοσυντήρητων συναδέλφων βλέπει, ακόμη μια φορά, μείωση μισθού με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου. Και δεν ενοχλεί μόνο η συρρίκνωση του μισθού που οδηγεί σε μη αξιοπρεπή επίπεδα διαβίωσης, είναι και ο τρόπος με τον οποίο συντελείται: με έναν άνευ προηγουμένου εμπαιγμό. Ο Υπουργός Παιδείας διατυμπάνιζε ότι θα δοθούν αυξήσεις, με ταυτόχρονη μάλιστα ικανοποίηση ενός πάγιου αιτήματος της πανεπιστημιακής κοινότητας, ήτοι της ενσωμάτωσης των επιδομάτων στο βασικό μισθό. Στην πράξη, όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του ΣτΕ για επαναφορά των μισθών στα επίπεδα του 2012, αλλά μειώθηκαν περαιτέρω οι καθαρές αποδοχές των πανεπιστημιακών ενσωματώνοντας στο βασικό μισθό το μοναδικό αφορολόγητο επίδομα και αφήνοντας εκτός βασικού μισθού όσα επιδόματα φορολογούνταν!

Η κατάσταση στα πανεπιστήμια δεν είναι παρά μια μικρογραφία της πραγματικότητας. Στο δημόσιο επίπεδο καλλιεργείται ένα κλίμα τεχνητής ευφορίας για έξοδο από τα μνημόνια, αλλά την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης, υιοθετούνται απνευστί τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα. Βάλλεται ευθέως το δικαίωμα στην απεργία, επιταχύνεται η λεηλασία της μικρής ιδιοκτησίας με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ιδιωτικοποιείται η δημόσια περιουσία, συνεχίζεται η περικοπή μισθών-συντάξεων, αυξάνονται σε εξοντωτικά επίπεδα οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές, κ.ά. Μια νέα γενιά εργαζόμενων αναδύεται, οι καλούμενοι «εργαζόμενοι-φτωχοί», η οποία βρίσκεται – κυριολεκτικά – αντιμέτωπη με το φάσμα της πείνας (τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι περισσότεροι από το 30% των εργαζομένων αμείβονται με μισθούς χαμηλότερους του κατώτατου μισθού των 586 Ευρώ). Αν αυτό είναι το ξημέρωμα μιας άλλης μέρας, τότε το μόνο που αποδεικνύεται ξανά είναι ότι «ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος».

Η συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ και η περαιτέρω μείωση του πανεπιστημιακού μισθολογίου απαξιώνουν πλήρως τη θέση και το λειτούργημα των πανεπιστημιακών δασκάλων, υποσκάπτοντας παραπέρα την αποστολή και λειτουργία του δημόσιου Πανεπιστημίου. Ας αρνηθούμε το ρόλο του πειθήνιου υποζυγίου, ας τολμήσουμε να σκεφτούμε ψύχραιμα και ανεξάρτητα. Ας αναλάβουμε το δικό μας συλλογικό μερίδιο ευθύνης και ας δώσουμε ένα μαζικό και δυναμικό «παρών» στην επερχόμενη ΓΣ του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ, για να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε από κοινού τις επόμενες δράσεις μας για την προάσπιση του δικαιώματός μας σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον εργασίας και επίπεδο διαβίωσης.

Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Οι μνημονιακές “υποχρεώσεις” της κυβέρνησης βλάπτουν σοβαρά (και) τα μέλη ΔΕΠ!

Η κυβέρνηση αποφάσισε το πάγωμα των ειδικών μισθολογίων, και μέσα σε αυτά και των πανεπιστημιακών, μέχρι την 31.12.2018.

Το νέο μέτρο του παγώματος του χρονοεπιδόματος έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%, δίνοντας προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές»!

Πρόκειται για νέα μισθολογική μείωση και όχι «πάγωμα», αφού καταργεί το δικαίωμα της αύξησης  του 4% του χρονοεπιδόματος. Άλλωστε, το «πάγωμα» αυτό αποτιμάται σε μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 120 εκ. ευρώ, συνολικά. Το «πάγωμα» αυτό μπορεί να συμπαρασύρει ακόμη και την ακαδημαϊκή εξέλιξη, αφού αυτή σημαίνει και  μισθολογική εξέλιξη. Η κυβέρνηση αντί να εφαρμόσει την απόφαση του ΣτΕ για αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών, όπως είναι συνταγματική επιταγή, προχωρά σε νέες μειώσεις μισθών!

Δεν πρόκειται για προσωρινό μέτρο. Δεν γελιόμαστε. Για την ακρίβεια η πιθανότητα να είναι προσωρινό είναι όση όλων των υπολοίπων μνημονιακών μέτρων που εμφανίστηκαν ως τέτοια, δηλαδή της έκτακτης εισφοράς, του ΕΝΦΙΑ κλπ.

Πρόκειται για νόμο του Κράτους. Η τροπολογία της τελευταίας στιγμής ότι η κυβέρνηση «δύναται» να αντικαταστήσει το μέτρο με άλλα ισοδύναμα δεν τον ακυρώνει. Απεναντίας, από μνημονιακή δέσμευση είναι τώρα νόμος τους Κράτους «και με τη βούλα», που θα ακυρωθεί «αν και εφόσον»… Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο ντόρος που έγινε αφορά άλλα μισθολόγια, και δη αυτό των στρατιωτικών, ενώ για τους πανεπιστημιακούς δεν υπήρξε καμία αναφορά.

Πρόκειται για απαράδεκτο μέτρο.  Μετά τις διαδοχικές μειώσεις μέχρι και κατά 40% των μισθών, μετά το συντριπτικό χτύπημα των συντάξεων, μετά την τελευταία αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και των κρατήσεων λόγω αύξησης φόρων και έκτακτης εισφοράς (η οποία τριπλασιάζεται για τις εισοδηματικές κλάσεις που ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων), το νέο μέτρο έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%! Δίνει προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές», αυτούς που έχουν το μισθό τους «για τους καφέδες», από τη μια και προχωρά σε μείωση των μισθών των μελών ΔΕΠ και ανοίγει το δρόμο για δίδακτρα για τη δεινοπαθούσα ελληνική οικογένεια από την άλλη…

Δεν είναι αποσπασματικό μέτρο. Διεθνώς, το Πανεπιστήμιο βάλλεται λυσσαλέα από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού. Στοχεύουν στην εκπόρθηση ενός οχυρού που θα απομακρύνει ακόμη περισσότερο την κοινωνία από τη γνώση και την αλήθεια. Στην Ελλάδα τα μνημόνια αποτελούν το ιδανικό περιβάλλον για να καμφθούν οι αντιδράσεις σε αυτήν την επίθεση. Για τις δυνάμεις αυτές, το πανεπιστήμιο των μνημονίων πρέπει να υλοποιήσει όλες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές, κι ανάμεσα σε αυτές τη μείωση του ρόλου του μόνιμου προσωπικού τους. Γι’ αυτό, η θεσμοθέτηση μαθημάτων με το κομμάτι (“θέσεις ακαδημαϊκής εμπειρίας”), ή η επιστροφή των συνταξιούχων καθηγητών σε προπτυχιακά
μαθήματα (5 ώρες την εβδομάδα)  δεν είναι μέρος της λύσης, αλλά του προβλήματος. Δεν είναι δυνατόν η μόνη «διέξοδος» για το χειμαζόμενο πανεπιστημιακό που αφήνεται ανοιχτή να είναι η στροφή του στην επιχειρηματική δραστηριότητα και η ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου.

Προφανώς, το νεοφιλελεύθερο- επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να λειτουργεί δημοκρατικά. Η επιστροφή της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο αποτελεί αντίσταση σε αυτό και αναγκαίο αίτημα όσο ποτέ. Από την κυβέρνηση όμως, όχι μόνο δεν προωθείται κατάργηση του καταστροφικού για τα πανεπιστήμια νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου αλλά ενδεχομένως να γίνουν και νέες εκλογές για νέα Συμβούλια Ιδρύματος! Αν γίνει και αυτό, ο συμβιβασμός με τις νεοφιλελεύθερες λογικές στο Πανεπιστήμιο θα είναι πλέον πλήρης.

Η μνημονιακή πολιτική, η πολιτική που «επιβλήθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο», δεν πρόκειται να μεταβληθεί σε «εθνοσωτήριο» δρόμο. Ωθεί τη χώρα και το λαό σε μόνιμη παρακμή και εποπτεία στο διηνεκές, τη νέα γενιά στη ξενιτιά ή στην εξαθλίωση των 300 ευρώ μισθό. Η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και η «μαθηματικοποιημένη» λιτότητα δεν είναι λύση. Είναι απώλεια εθνικής ανεξαρτησίας και ταυτόχρονα παράγοντες επιδείνωσης της κρίσης.  Ως σχήματα εναντιωθήκαμε από την αρχή σε αυτή τη λαίλαπα και δεν θα πάψουμε να την αντιπαλεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις, όποια κυβέρνηση  κι αν την υλοποιεί.

Το θέμα δεν είναι απλά να καταγγείλουμε το μέτρο. Το μέτρο δεν πρέπει να περάσει. Η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ δεν μπορεί να δώσει αποτελεσματικά αυτό τον αγώνα. Πρώτον, γιατί «ποίησαν την νήσσαν» στις επανειλημμένες μισθολογικές περικοπές των προηγούμενων μνημονίων. Δεύτερον, γιατί παγιδεύονται σε έναν άσφαιρο «καθωσπρεπισμό», όσον φορά στους τρόπους διεκδίκησης. Κυρίως, όμως γιατί δεσμεύονται από την ουσιαστική συμφωνία τους με τη μνημονιακή πολιτική, συνολικά και διαχρονικά. Όμως, κάθε προσπάθεια αντίστασης που στον πυρήνα της έχει την άρρητη  πρόταση «ρίξτε σε κάποιους άλλους τα βάρη», και εκθέτει και απομονώνει τους πανεπιστημιακούς, μηδενίζοντας παράλληλα τις προοπτικές επιτυχίας.

Ο αγώνας στα χέρια όλων μας. Να ξεκινήσουμε με επιτυχημένες και μαζικές γενικές συνελεύσεις. Ο καθένας και καθεμιά από εμάς να πει το προσωπικό του ΟΧΙ, με την παρουσία μας σε αυτές. Και εκεί, από κοινού, να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματα. Η απεργία στις 15 Ιουνίου πρέπει να είναι καθολική και να σηματοδοτήσει το πρώτο βήμα ενός  αποφασιστικού αγώνα.

Το κάναμε σε κρίσιμες στιγμές για το πανεπιστήμιο, πρόσφατα με τις διαθεσιμότητες-απολύσεις. Να το ξανακάνουμε τώρα. Να βρούμε βήμα συντονισμού με τους υπόλοιπους συλλόγους. Να κάνουμε ξεκάθαρο το μήνυμα ότι θα κάνουμε ότι μπορούμε για να μπει τέλος σε αυτόν τον κατήφορο. Το χρωστάμε στους εαυτούς μας, στους φοιτητές μας αλλά και στη χώρα μας.

Οι ΠΔ ΕΜΠ θα φέρουν στο ΔΣ του ΣΔΕΠ ΕΜΠ την πρόταση για ΓΣ του Συλλόγου με θέμα την προειδοποιητική απεργία στις 15 Ιουνίου. Ας είμαστε όλοι εκεί!

 

Πάγωμα μισθών…

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Δεν έχουμε καμιά διάθεση να φορτώσουμε με τραγικούς τόνους την επικοινωνία μας με τους συναδέλφους. Αρκετά βομβαρδιζόμαστε καθημερινά και παντοιοτρόπως όλοι. Δεν έχουμε, όμως, και καμιά διάθεση να μιμηθούμε τη στρουθοκάμηλο σε μια δραματική επιδείνωση  της ζωής και των συνθηκών εργασίας του πανεπιστημιακού.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ.

Αυτό που αποφασίζεται στις επόμενες ημέρες είναι η σύνταξη ενός καθηγητή πρώτης βαθμίδας με 30 χρόνια υπηρεσίας να κυμαίνεται στα 1100 ευρώ περίπου, μειωμένη κατά 1600 ευρώ από αυτή που έπαιρνε το 2007. Όμως το κόστος ζωής όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε από το 2007 (ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε μεταξύ 2007-2015 πάνω από 10%). Έτσι, όλη αυτή η μείωση μεταφράζεται ευθέως σε απώλεια ποιότητας ζωής, σε μια δραματική φτωχοποίηση. Κι αυτό αποτελεί μια απόφαση που για πολλούς από εμάς θα γίνει επώδυνα πραγματική σε λιγότερο από πέντε χρόνια, όταν ένα μεγάλο ποσοστό των συναδέλφων στο ΕΜΠ συνταξιοδοτείται.

Την ίδια ώρα, οι μέχρι και κατά 40% μειωμένοι μισθοί μας μπαίνουν σε νέα προκρούστεια κλίνη με κατεύθυνση «εξομάλυνσης» με το ενιαίο μισθολόγιο, σύμφωνα με τη μνημονιακή δέσμευση (μέχρι τον Ιούνιο). «Κυβερνητικοί κύκλοι», σύμφωνα με δημοσιεύματα,  δηλώνουν έτοιμοι για το ακαδημαϊκό μισθολόγιο. Εμείς πότε θα πρέπει να το μάθουμε; Κατόπιν εορτής;

Σε απόλυτη συγχορδία με τα προηγούμενα είναι και η «διατίμηση» της αυτοδύναμης διδασκαλίας, σύμφωνα με τη γνωστή προκήρυξη ΕΣΠΑ στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας, με 300 ευρώ «το κομμάτι» και η διασπορά της αποκλειστικής αυτής ευθύνης των μελών ΔΕΠ σε οποιονδήποτε, και μάλιστα με την προκλητική αιτιολογία της «κατάργησης της καθηγητικής αυθεντίας». Το γεγονός ότι αυτό δεν καταργεί μόνο τα εργασιακά δικαιώματα των μελών ΔΕΠ αλλά εξευτελίζει και το νέο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και «βουλιάζει» την ποιότητα σπουδών των πανεπιστημίων  φαίνεται να μην ενοχλεί κανέναν.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ. Η λογική είναι ορατή και πολλαπλώς λεχθείσα. Είμαστε «οι υψηλόμισθοι που είναι κοινωνικά δίκαιο να πληρώσουμε περισσότερα». Βεβαίως, αν ονομάσεις τα ποσά των 500 ευρώ «χαμηλούς μισθούς», ενώ είναι επιδόματα εξαθλίωσης, τα 1000 ευρώ μετονομάζονται «κατ’ αναλογίαν»  σε μέσο εισόδημα και τα 1500 ευρώ σε υψηλό. Αλλά, αυτό είναι μια σοφιστεία που προκλητικά αγνοεί και το πραγματικό κόστος διαβίωσης (αν όχι επιβίωσης)  και το μεγάλο πλούτο που υπάρχει γύρω μας, που ζει και βασιλεύει, προκλητικά απείρακτος από τα τρία συνεχόμενα μνημόνια. Αυτοί είναι οι ιερές αγελάδες που στηρίζουν την οικονομία. Οι υπόλοιποι είμαστε αναλώσιμα υποζύγια.

Ξέρουμε το υφέρπον αντεπιχείρημα. «Εσείς τα βγάζετε από αλλού». Πρώτον, αυτό δεν ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων, που έχει περιέλθει σε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική δυσπραγία. Δεύτερον, οι «άλλες διέξοδοι» οδηγούν σε μια τεράστια σπατάλη προσπαθειών που αντικειμενικά αφαιρούνται από αυτό που θα έπρεπε να ήταν η κύρια προσπάθειά μας, οι υψηλού επιπέδου σπουδές και η έρευνα. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: σε μια πρόσφατη πρόσκληση για το HORIZON 2020 κατατέθηκαν 147 προτάσεις για να χρηματοδοτηθούν 2 (ποσοστό 1,3%)! Πόσος χαμένος κόπος αλλά και πόση απελπισία…

Υπάρχει συνδικαλιστικό κίνημα να υπερασπιστεί τον κλάδο από μια ριζική περαιτέρω φτωχοποίηση; Η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ ασχολείται ακόμη με την υπεράσπιση του «ιερού δισκοπότηρου», το Νόμο Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου και των Συμβουλίων Ιδρύματος. Εδώ ο κόσμος χάνεται… Για τα οικονομικά των πανεπιστημίων «εκδίδει ανακοινώσεις», αφού οι απεργίες «δεν ταιριάζουν στο προφίλ μας». Και δεν συμφωνεί ούτε κατά διάνοια σε κοινή πάλη με τους υπόλοιπους που πλήττονται από την ίδια πολιτική. Με τέτοια γραμμή συνειδητής αφλογιστίας ποιος θα σε φοβηθεί και πώς θα υπερασπιστείς τον κλάδο; Η ΠΟΣΔΕΠ και οι παρατάξεις που συγκροτούν την πλειοψηφία της έχουν τεράστια ευθύνη για το γεγονός ότι υποδεχόμαστε ως κλάδος «με κατεβασμένα χέρια» τα νέα δραματικά μέτρα.

Αλλά ας μην εξαιρούμε τους εαυτούς μας από το καθήκον να αντιδράσουμε. Οι Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι θα προτείνουν στο Σύλλογο Γενική Συνέλευση. Οι τελευταίες απόπειρες δεν ήταν επιτυχείς, με ευθύνες όλων μας. Ας δώσουμε το σήμα «ως εδώ» ξεκινώντας με την παρουσία μας στη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου.

 

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση «βοήθειας» των πανεπιστημίων

Τα τελευταία χρόνια η μνημονιακή πολιτική στα πανεπιστήμια, μεταξύ άλλων, επέφερε μια  δραματική μείωση του αριθμού των μελών ΔΕΠ, ως αποτέλεσμα της μηδενικής αναπλήρωσης των συνταξιοδοτηθέντων καθηγητών, αλλά και της απίσχνασης των πιστώσεων του «ΠΔ 407», με τα οποία συντηρούνταν, έστω και με λάθος τρόπο, πάγιες και διαρκείς ανάγκες των πανεπιστημίων, ειδικά της περιφέρειας. Έτσι, πολλά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν δραματικά προβλήματα λειτουργίας, αδυνατώντας να καλύψουν στοιχειώδεις εκπαιδευτικές ανάγκες τους.

Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία ενός πανεπιστημιακού μαθήματος να βγαίνει στη διατίμηση των 300 € το μήνα;

Με τον τρόπο αυτό καταφανώς ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για μια πάμφθηνη λειτουργία των ΑΕΙ, χωρίς ανάγκη οργανικών θέσεων μελών ΔΕΠ.

Η Κυβέρνηση «απαντάει» στο πρόβλημα, με ελάχιστες νέες θέσεις ΔΕΠ (που έστω ως κίνηση αντιστροφής μιας κατάστασης έχει μια σημασία, μάλλον συμβολική όμως), αλλά και με μια μαζική κίνηση που μέλλει να έχει δραματικές συνέπειες: δίνει το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας σε απλούς κατόχους διδακτορικού, έναντι της αμοιβής των  περίπου 300 € τον μήνα! Και επειδή αυτό το επιμίσθιο μάλλον ως ελεημοσύνη μπορεί να θεωρηθεί, τo καλύπτει με το «δέλεαρ» της «απόκτησης ακαδημαϊκής διδακτικής εμπειρίας», παίζοντας με τα όνειρα των νέων ανθρώπων για ακαδημαϊκή εξέλιξη.

Κάποιοι ίσως πουν ότι «κάτι είναι καλύτερο από το τίποτε», ειδικά για τις εφιαλτικές συνθήκες ανεργίας που αντιμετωπίζουν οι νέοι επιστήμονες. Ωστόσο,  με τον τρόπο αυτό η εργασία των μελών ΔΕΠ υφίσταται μια ραγδαία «εσωτερική υποτίμηση». Θυμίζουμε ότι δικαίωμα για αυτοδύναμη διδασκαλία έχουν, θεσμικά, μόνο τα μέλη ΔΕΠ, εξαιρουμένων μάλιστα ακόμη και των Λεκτόρων. Ακόμη, οι ΕΔΙΠ, επιστήμονες με διδακτορικό, που υποστηρίζουν πολλές φορές χρόνια κάποια μαθήματα, δεν έχουν δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας, παρά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες και με απόφαση της Συγκλήτου. Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία ενός πανεπιστημιακού μαθήματος να βγαίνει στη διατίμηση των 300 € το μήνα; Με τον τρόπο αυτό καταφανώς ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για μια πάμφθηνη λειτουργία των ΑΕΙ, χωρίς ανάγκη οργανικών θέσεων μελών ΔΕΠ.

Διαπιστώνεται ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα, πως με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται και θεσμικά η ακραία εκμετάλλευση του νέου επιστημονικού δυναμικού, μέσα από την αμείλικτη εκμετάλλευση των ελπίδων των νέων διδακτόρων για ακαδημαϊκή εξέλιξη λόγω της απελπισίας τους ενώπιον μιας καθολικής έλλειψης προοπτικών εργασίας. Στην ίδια γραμμή εκμετάλλευσης των ερευνητών, διεθνώς, οι οποίοι  πρέπει, για παράδειγμα, να πληρώνουν οι ίδιοι για τη δημοσίευση των εργασιών τους («για να εμπλουτίσουν το βιογραφικό») – ένα μείζον θέμα στο οποίο θα επανέρθουμε-, θα πρέπει και οι μεταδιδάκτορες να παρέχουν έργο υπό εξευτελιστικές συνθήκες, ώστε ομοίως να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους.

Έχει όμως μεγάλη σημασία και μια ευρύτερη παρατήρηση: Η αναζήτηση «λύσεων» για τη λειτουργία του πανεπιστημίου, χωρίς αμφισβήτηση του μνημονιακού πλαισίου που το στραγγαλίζει φαίνεται πως δυνητικά γεννά τέρατα, οπότε δεν έχει νόημα να συζητά κανείς για προθέσεις. Ας δούμε καθαρά τις συνέπειες και ας αντιταχθούμε στη διπλή απειλή: της ευθείας υποτίμησης του έργου των μελών ΔΕΠ και της ωμής εκμετάλλευσης των νέων επιστημόνων. Αλλιώς, ούτε λόγος να γίνεται για την προστασία των δικαιωμάτων των μελών ΔΕΠ ως εργαζομένων, αλλά ούτε και για προστασία του επιπέδου σπουδών  από μια πρωτοφανή και αναπόδραστη… κατρακύλα.

Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση «βοήθειας» των πανεπιστημίων

Μπροστά σε μια νέα ακαδημαϊκή χρονιά

Τα Πανεπιστήμια και η πανεπιστημιακή κοινότητα, ακαδημαϊκό και διοικητικό προσωπικό και φοιτητές, ξεκινούν  τη φετινή ακαδημαϊκή χρονιά από θέση ακόμη πιο δυσμενή από πέρυσι. Η Κυβέρνηση και το Υπουργείο ΠΑΙΘ διεκπεραιώνοντας τα τελευταία χρόνια εκ προμελέτης και με απόλυτη συνέπεια το καταστροφικό σχέδιό τους, καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να βαθύνουν, αντί να επουλώσουν, τις χαίνουσες πληγές που άνοιξαν στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Η απελευθέρωση των μετεγγραφών θα προκαλέσει το αδιαχώρητο σε πολλές Σχολές του ΕΜΠ και άλλων κεντρικών ΑΕΙ, με δυσμενέστατες επιπτώσεις στην ποιότητα των σπουδών αφού δεν υπάρχουν ούτε οι υποδομές ούτε οι πόροι για μια τέτοια αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού

Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2012 στην Ελλάδα, η μείωση των δημοσίων δαπανών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι υψηλότερη του 30%, σε πραγματικές τιμές, ενώ για το 2013, εκτιμάται ότι υπήρξε περαιτέρω μείωση της τάξης του 25%. Με τις περικοπές των προϋπολογισμών των Ιδρυμάτων να υπερβαίνουν το 70%, συμπεριλαμβανομένης και της νέας αναμενόμενης μείωσης για το 2014, γίνεται  προφανές ότι τα Πανεπιστήμια αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τις απολύτως ανελαστικές λειτουργικές δαπάνες τους. Σε αυτά, ειδικότερα για το ΕΜΠ, θα πρέπει να προστεθούν οι απώλειες από το PSI και από την κατάργηση των εισφορών από δημόσια και ιδιωτικά κατασκευαστικά έργα, που ανέρχονταν σε 5 εκατ. Ευρώ περίπου ετησίως.

Η εικόνα είναι εξίσου αποκαρδιωτική στο ακαδημαϊκό προσωπικό. Μετά τις αλλεπάλληλες περικοπές στο βασικό μισθό, στα επιδόματα και στα δώρα, οι απολαβές των πανεπιστημιακών, όλων των βαθμίδων και κυρίως των χαμηλότερων, έχουν κατρακυλήσει σε υποτιμητικά επίπεδα. Ήδη, αρκετοί συνάδελφοί μας αναζητούν την εκτίμηση της επαγγελματικής και ακαδημαϊκής προσφοράς τους σε ξένα πανεπιστήμια, από κοινού με δεκάδες χιλιάδες άλλους σύγχρονους Έλληνες μετανάστες, κυρίως νέους επιστήμονες. Όσοι μένουν πίσω βρίσκονται αντιμέτωποι με τη δραματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους, εξαιτίας και των διαρκώς διογκούμενων φορολογικών επιβαρύνσεων, με τις καθημερινές και ανυπέρβλητες δυσκολίες στην άσκηση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου τους και με την ευτελιστική αντιμετώπισή τους από την πλευρά της Πολιτείας. Είναι χαρακτηριστική η προσβλητική αιτιολόγηση της απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ ότι ναι μεν το Σύνταγμα επιτάσσει ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση για τα μέλη ΔΕΠ, ωστόσο δεν επιβάλλει τη μισθολογική εξομοίωσή τους με τους δικαστικούς λειτουργούς, ειδικά δε από τη στιγμή που «…δεν διακυβεύεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης τους ούτε καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής η άσκηση των καθηκόντων τους…»! Προφανώς παραβλέπουν, για παράδειγμα, ότι κομμάτι των καθηκόντων μας είναι η συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια, που, μετά από τις περικοπές στην κρατική επιχορήγηση, αυτή η ακαδημαϊκή δραστηριότητα καθίσταται απαγορευτική για τους περισσότερους συναδέλφους. Προφανώς παραβλέπουν ότι υπάρχουν συνάδελφοί μας που κινδυνεύουν ακόμη και με έξωση από το ίδιο τους το σπίτι. Προφανώς παραβλέπουν αυτά και πολλά άλλα ζητήματα, καθώς το οικονομικό αποτελεί μόνο μία από τις διαστάσεις του προβλήματος.

Η Πολιτεία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να καταστρέψει οτιδήποτε καλό επιχειρεί να δημιουργηθεί μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο στην εκπαιδευτική και ερευνητική σφαίρα. Η απελευθέρωση των μετεγγραφών θα προκαλέσει το αδιαχώρητο σε πολλές Σχολές του ΕΜΠ και άλλων κεντρικών ΑΕΙ, με δυσμενέστατες επιπτώσεις στην ποιότητα των σπουδών αφού δεν υπάρχουν ούτε οι υποδομές ούτε οι πόροι για μια τέτοια αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού. Αντίστοιχα, δηλωτική των πραγματικών προθέσεων της κυβερνητικής πολιτικής είναι η από κάθε άποψη απαράδεκτη ανακοίνωση μείωσης των προϋπολογισμών σε εν εξελίξει ερευνητικά έργα «ΘΑΛΗΣ» με το αιτιολογικό της χαμηλής απορρόφησης. Η Κυβέρνηση τιμωρεί τα Πανεπιστήμια και τους ερευνητές για τις δικές της χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, καθυστερήσεις και παλινωδίες (η έναρξη πολλών έργων καθυστέρησε επί ένα έτος σχεδόν, επειδή η ΕΥΔ η άργησε να αποστείλει τις σχετικές εντάξεις και προεγκρίσεις των έργων), καθώς και για την αποσάθρωση και συγχρόνως απονέκρωση των διοικητικών μηχανισμών που προκάλεσε στα Πανεπιστήμια η λογιστική άσκηση της διαθεσιμότητας των διοικητικών υπαλλήλων.

Ως προς το τελευταίο ζήτημα, οι πρώτες θετικές εξελίξεις που απέφερε ο πολύμηνος αγώνας των εργαζομένων με τη συμπαράσταση και των υπολοίπων συνιστωσών της ακαδημαϊκής κοινότητας, δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις έδειξαν ότι ακόμη και σε συνθήκες βάρβαρης πολιτικής υπάρχουν δυνατότητες νίκης. Στο ΕΜΠ επιστρέφουν, μέχρι στιγμής, οι μισοί από τους προς απόλυση διαθέσιμούς του, ενώ ένα ακόμη σημαντικό ποσοστό διαθεσίμων, με βάση τους προσωρινούς πίνακες της πρώτης κινητικότητας, εξασφαλίζει το δικαίωμα στην εργασία σε άλλα Ιδρύματα. Ας το σκεφτούν αυτοί που έλεγαν πως είναι μάταιο να αγωνιστούμε και πως το ΕΜΠ θα έπρεπε να δεχθεί τη μοίρα του και να συνεχίσει, όπως όπως…. Η νίκη του κινήματος αποτυπώνεται και στην έκθεση αξιολόγησης των 8 Πανεπιστημίων που επλήγησαν από τη διαθεσιμότητα. Αναδεικνύεται ότι οποιαδήποτε σύγκριση με τη διεθνή πραγματικότητα οδηγεί στο συμπέρασμα της κραυγαλέας υποστελέχωσης των ελληνικών Πανεπιστημίων. Τα συμπεράσματα της έκθεσης ανάγκασαν το Υπουργείο ΠΑΙΘ να παραδεχτεί ότι «…αφού από την αξιολόγηση δεν προκύπτει ανάγκη απολύσεων τότε δεν θα απολυθεί κανείς…». Ωστόσο, μέχρι σήμερα η Κυβέρνηση δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια προς την κατεύθυνση διόρθωσης των αυτονόητων. Μάλιστα, σε περίπτωση οριστικοποίησης των πινάκων της κινητικότητας δεκάδες εργαζόμενοι καταργούμενων κλάδων θα απολυθούν αμέσως. Γι’ αυτό, περισσότερο ίσως και από πριν, απαιτείται να τεθεί επιτακτικά ένα κοινό πλαίσιο διεκδίκησης από όλα τα Ιδρύματα: καμία απόλυση, καμία διαθεσιμότητα, όλοι οι εργαζόμενοι πίσω στους χώρους εργασίας τους.

Αναλογιζόμενοι τα παραπάνω δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ούτε καν με σκωπτική διάθεση την εξαγγελία του μέτρου των διαγραφών, ως μέσου για το «νοικοκύρεμα» των Πανεπιστημίων! Αυτοί, που αφαιρούν με  κυνισμό κάθε μέτρο στήριξης των πανεπιστημίων και της φοιτητικής ζωής, έρχονται εκ νέου για να «τιμωρήσουν» τους φοιτητές (αλλά και τα πανεπιστήμια, βρίσκοντας αφορμή για περαιτέρω μειώσεις δαπανών) αναφορικά με τα αποτελέσματα της δικής τους πολιτικής. Αυταρχικός κυνισμός κρύβεται, επίσης, πίσω από τη χρήση του όρου «αιώνιοι φοιτητές».  Η θεσμοθέτηση του «ν+2» μετονομάζει σε «αιώνιους» τους μισούς περίπου φοιτητές του ΕΜΠ, κυρίως τους οικονομικά αδύναμους, καθώς σε πολλές Σχολές ο μέσος χρόνος αποφοίτησης υπερβαίνει σήμερα τα 7 έτη!

Η νέα ακαδημαϊκή χρονιά βρίσκει αρκετά Ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και το ΕΜΠ, με νέες διοικήσεις, οι οποίες εκλέχθηκαν από μια διαδικασία με αντιδημοκρατικές και αντιακαδημαϊκές μεθοδεύσεις που δεν έχουν θέση στο Πανεπιστήμιο: με αποκλεισμό του δικαιώματος του εκλέγειν των πολυπληθέστερων ομάδων της πανεπιστημιακής κοινότητας και του δικαιώματος του εκλέγεσθαι με προαποφασισμένες «εκκαθαρίσεις» υποψηφίων. Οι εκλογές αυτές είναι προϊόντα των αντιδημοκρατικών ποιοτικών χαρακτηριστικών του Νόμου Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου. Η θέση μας παραμένει πάγια και ανεξάρτητη από πρόσωπα: κατάργηση του καταστροφικού για τα πανεπιστήμια Νόμου και όλων των «παραγώγων» του, Συμβουλίων και νέων Πρυτανειών.

Η Κυβέρνηση θα συνεχίσει τη συντονισμένη επίθεσή της στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο και αυτό δημιουργεί, περισσότερο από ποτέ, την ανάγκη για κοινό αγώνα φοιτητών, εργαζομένων και καθηγητών. Γνωρίζουμε ότι πολλά θα εξαρτηθούν από τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις. Όμως δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό και αδιαφορία, ούτε για μεμψιμοιρία και αδράνεια. Καθεμία και καθένας από εμάς, μέσα από τη συλλογική δράση, έχει την υποχρέωση να αντισταθεί στον διαλυτικό αυταρχισμό για να διασώσει το δημόσιο πανεπιστήμιο και την ολοκληρωτική ισοπέδωση της ελληνικής κοινωνίας.

29_Nea_xronia_22-9-2014.pdf