Πραγματικό ή εικονικό πανεπιστήμιο;

Τάσης Παπαϊωάννου, Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ

Αναδημοσίευση από την “Εφημερίδα των Συντακτών” της 24.04.2014

Οι σπουδές στο μέλλον μπορούν να παρέχονται μέσω on line διδασκαλίας από τα πανεπιστήμια προς όλους τους φοιτητές, ανεξάρτητα σε ποια χώρα ζουν. Τι θα σημάνει άραγε αυτή η εκ του μακρόθεν σπουδή; Μήπως ότι θα δημιουργηθούν σε παγκόσμια πλέον κλίμακα σπουδές δύο ταχυτήτων; Μια μαζική, «ανοικτή» και φθηνή που θα προσφέρεται από το διαδίκτυο προς όλους και μια άλλη «κλειστή» για τους εξαιρετικά λίγους, τους εκλεκτούς, αυτούς που θα έχουν τους πόρους να σπουδάσουν στα ιστορικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε πραγματικό χρόνο και χώρο; Μη τυχόν και οδηγούμαστε σε ακόμη μεγαλύτερους ταξικούς διαχωρισμούς στο όνομα μάλιστα της απόλυτης ελευθερίας και πρόσβασης στη γνώση;

Ζούμε σε μια ρευστή περίοδο εξαιρετικά βίαιων και απροσδόκητων ανατροπών και μεταλλάξεων. Οι συνθήκες αλλάζουν με αστραπιαία ταχύτητα και ο χωροχρόνος μοιάζει να έχει αποκτήσει άλλη διάσταση. Την ίδια στιγμή η αίσθηση που είχαμε για τον τόπο και τον κόσμο φαίνεται πως συρρικνώνεται δραματικά. Νέες κοινωνικές αξίες αναδύονται εξυμνώντας και αποθεώνοντας την κυριαρχία του εφήμερου, ενώ τα καινούργια περιβάλλοντα που δημιουργούνται διαμορφώνουν αντίστοιχα τόσο το αστικό τοπίο των πόλεων όσο και την αρχιτεκτονική των μεμονωμένων κτιρίων.

«Η Παγκοσμιότητα έχει διαδεχτεί την Οικουμενικότητα(…) Οπως ο υπέρμετρος φιλελευθερισμός μιας αγοράς που έχει γίνει ενιαία, η ολικοποίηση έχει αρνηθεί τις διαφορετικές κουλτούρες και τους πολιτισμούς τους με μια μονομέρεια που αγγίζει ώς και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, και τότε ακριβώς το πολιτικά ορθό έχει αντικατασταθεί από την οπτικά ορθή αντίληψη που έχει νοθεύσει τη σχέση με το πραγματικό, όπως και με το φαντασιακό» αναφέρει ο Paul Virilio (1).

Μήπως ότι θα δημιουργηθούν σε παγκόσμια πλέον κλίμακα σπουδές δύο ταχυτήτων; Μια μαζική, «ανοικτή» και φθηνή που θα προσφέρεται από το διαδίκτυο προς όλους και μια άλλη «κλειστή» για τους εξαιρετικά λίγους, τους εκλεκτούς, αυτούς που θα έχουν τους πόρους να σπουδάσουν στα ιστορικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε πραγματικό χρόνο και χώρο;

Πριν από ένα χρόνο περίπου, στο περιοδικό «The American Interest», δημοσιεύτηκε ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο: «Το τέλος του πανεπιστημίου όπως το ξέρουμε» (2). Ο συντάκτης του αναφέρεται στο μέλλον των αμερικάνικων πανεπιστημίων (ιδιωτικών και δημόσιων) την εποχή της κυριαρχίας του διαδικτύου. Υποστηρίζει ότι όπως μια πληθώρα καταναλωτικών αγαθών προσφέρονται από το internet σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές ή ακόμη και δωρεάν, έτσι και οι σπουδές στο μέλλον πρόκειται να παρέχονται μέσω on line διδασκαλίας από τα πανεπιστήμια προς όλους τους φοιτητές, ανεξάρτητα σε ποια χώρα ζουν. Ενας Ασιάτης, Αφρικανός ή Νοτιαμερικανός θα μπορεί από τη χώρα στην οποία βρίσκεται, χωρίς καν να μετακινηθεί από το σπίτι του, με ελάχιστη οικονομική επιβάρυνση να σπουδάζει π.χ. στο MIT ή στο Harvard, παρακολουθώντας από την οθόνη του computer του τις διαλέξεις που θα δίδονται στις αίθουσες των πανεπιστημίων αυτών στη Βοστόνη των ΗΠΑ.

Προβλέπει μάλιστα ότι σε μερικές δεκαετίες, πολλά από τα 4.500 αμερικανικά κολέγια και πανεπιστήμια θα αναγκαστούν να κλείσουν, ενώ χιλιάδες καθηγητές θα χάσουν τη δουλειά τους. Ηδη έχει αρχίσει ένας τεράστιος ανταγωνισμός, «ζωής και θανάτου», μεταξύ των μεγάλων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων για την πρωτοκαθεδρία της e-διδασκαλίας, ενώ επενδύονται τεράστια κονδύλια προκειμένου να χρηματοδοτηθούν ερευνητικά προγράμματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Οι καθηγητές πλέον δεν θα έχουν μπροστά τους ένα μικρό ακροατήριο φοιτητών, αλλά δεκάδες χιλιάδες που θα παρακολουθούν ζωντανά τα μαθήματα αυτά, ανάλογα με τις ώρες που θα τους εξυπηρετούν. Ηδη έχουν ξεκινήσει πολλές πιλοτικές εφαρμογές, αλλά και συνεργασίες διαφόρων πανεπιστημίων, προκειμένου να στηθεί ένα δίκτυο που θα λειτουργεί σε 24-ωρη βάση (Coursera, edX κ.ά.), ενώ δεν θα αργήσει και η χορήγηση των πρώτων πτυχίων (3).

Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε σιγά σιγά οι κτιριακές εγκαταστάσεις πολλών πανεπιστημίων θα απαξιωθούν, ενώ πολλές θα εγκαταλειφθούν ή θα στεγάσουν νέες χρήσεις. Φοιτητικές κατοικίες, αίθουσες διδασκαλίας, εργαστήρια, ολόκληρα πανεπιστημιακά campus θα αλλάξουν άρδην μορφή. Οι φοιτητές δεν θα κινούνται σε διαδρόμους, δεν θα παρακολουθούν τα μαθήματα σε αμφιθέατρα ούτε θα διαμένουν σε φοιτητικές εστίες. Οι αίθουσες διδασκαλίας θα μετασχηματιστούν πλέον σε virtual αίθουσες. Ο πραγματικός χώρος του πανεπιστημίου θα γίνει εικονικός.

Κι όμως όλοι θυμούνται τις σπουδές τους στο πανεπιστήμιο όχι ως κάτι απροσδιόριστο και νεφελώδες, αλλά έντονα ταυτισμένο με συγκεκριμένους χώρους, κτίρια, αίθουσες, χρώματα, υφές, εκεί που πέρασαν τα καθοριστικά φοιτητικά τους χρόνια. Τις ατέλειωτες ώρες στην ησυχία των βιβλιοθηκών ή στην πολύβουη και ζωντανή ατμόσφαιρα των αμφιθεάτρων. Κυρίως όμως τις φιλίες και τις σχέσεις που αναπτύξανε με συμφοιτητές και συμφοιτήτριες, στην κοινή προσπάθεια ανακάλυψης της επιστήμης ή της τέχνης τους, τις αμφιβολίες που γύρευαν μάταια να γίνουν βεβαιότητες. Φιλίες που ορισμένες τους ακολουθούν μια ζωή. Ο χώρος του πανεπιστημίου, όπως και κάθε αρχιτεκτονικός χώρος, νοηματοδοτείται από τους ανθρώπους που τον κατοικούν και τον κάνουν να υπάρχει. Αυτή όμως η παλιά ταύτιση της γνώσης με τον πανεπιστημιακό χώρο, για πρώτη φορά μοιάζει να κλονίζεται τόσο σοβαρά. Ο χώρος δεν προδιαγράφει ούτε συμβολίζει a priori πλέον τη γνώση, ούτε φυσικά και το αντίστροφο.

Τι θα σημάνει άραγε αυτή η εκ του μακρόθεν σπουδή; Μήπως ότι θα δημιουργηθούν σε παγκόσμια πλέον κλίμακα σπουδές δύο ταχυτήτων; Μια μαζική, «ανοικτή» και φθηνή που θα προσφέρεται από το διαδίκτυο προς όλους και μια άλλη «κλειστή» για τους εξαιρετικά λίγους, τους εκλεκτούς, αυτούς που θα έχουν τους πόρους να σπουδάσουν στα ιστορικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, σε πραγματικό χρόνο και χώρο; Μη τυχόν και οδηγούμαστε, δηλαδή, σε ακόμη μεγαλύτερους ταξικούς διαχωρισμούς στο όνομα μάλιστα της απόλυτης ελευθερίας και πρόσβασης στη γνώση;

Δεν ξέρουμε αν αυτά που περιγράφει ο αρθρογράφος είναι όνειρο ή εφιάλτης. Κι αυτό γιατί το διαδίκτυο έχει μια διπλή όψη. Από τη μια δίνει τη δυνατότητα για ταχύτατη και ανέξοδη πρόσβαση στην πληροφορία από όποιο σημείο του πλανήτη κι αν βρίσκεσαι και από την άλλη, παρέχει εξίσου τη δυνατότητα κεντρικής εποπτείας της πληροφορίας αυτής από τις χώρες εκείνες που ελέγχουν τεχνολογικά το διαδίκτυο (βλ. περίπτωση Σνόουντεν). Εδώ πλέον δεν θα ελέγχεται μόνον αυτός που σπουδάζει και δέχεται τη γνώση, αλλά και ο καθηγητής που την προσφέρει, αφού πλέον όλα θα είναι προσβάσιμα και ελεγχόμενα από το «κεντρικό σύστημα παρακολούθησης».

Ο Μεγάλος Αδελφός θα είναι πανταχού παρών, ακόμη και στα πανεπιστήμια όπου γης. Μήπως όμως αυτός θα είναι και ο μεγαλύτερος εφιάλτης; Ενας ολοκληρωτικός και απόλυτος πολιτισμός, μια κουλτούρα απλωμένη, ίδια και απαράλλαχτη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Οι πολιτισμοί είναι ως γνωστόν «συγκοινωνούντα δοχεία» κι αν χάσουν τη δυνατότητα να αλληλοτροφοδοτούνται, τότε θα καταντήσουν κάτι πολύ φτωχό, άδειο και επικίνδυνο για το μέλλον της ανθρωπότητας.

«Κάθε δράση είναι γνώση και κάθε γνώση είναι δράση» μας εξηγούν από την πλευρά τους οι διάσημοι βιολόγοι H. Maturana και F. Varela (4). Ποιος, λοιπόν, θα ελέγχει τη γνώση, άρα και τη δράση από δω και στο εξής;

 

1. Paul Virilio, Το Πανεπιστήμιο της καταστροφής, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, σελ 30.
2. Nathan Harden, Τhe end of the university as we know it, The American Interest, January/February 2013, σελ. 55-62.
3. βλ. Β. Καϊμάκη, Η γνώση πάει διαδίκτυο, Εφημερίδα των Συντακτών, 15-16 Μαρτίου.
4. Humberto Maturana, Francisco Varela, Το δέντρο της γνώσης – Οι βιολογικές ρίζες της ανθρώπινης νόησης, εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 56.

Συνοπτικό Υπόμνημα επί των Εισηγήσεων του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων προς το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης

Δ. Δαμίγος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠ

 

Στις 19.8.2013 κοινοποιήθηκε στα ελληνικά ΑΕΙ έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΑΙΘ) (αρ. πρωτ. 113287/14.8.2013/ΙΒ) με θέμα «Μεταρρυθμιστικές δράσεις ΥΠΑΙΘ-ΑΕΙ». Με το έγγραφο αυτό ζητήθηκε από όλα τα ΑΕΙ της χώρας να προβούν: (α) στην «αξιολόγηση των διοικητικών και οικονομικών οργανικών μονάδων τους και του προσωπικού» μέχρι 31.8.2013, (β) στη «σύνταξη νέων οργανογραμμάτων ανά υπηρεσιακή μονάδα με κατάργηση ή συγχώνευση υπηρεσιακών μονάδων» μεταξύ 1.9.2013 και 15.9.2013 και (γ) στην «κατάργηση οργανικών θέσεων που πλεονάζουν και τοποθέτηση του προσωπικού που πλεονάζει σε καθεστώς διαθεσιμότητας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία» στις 16.9.2013.

Στις 3.9.2013, σε συνέχεια του ως άνω εγγράφου, κοινοποιείται στα ΑΕΙ νέο έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του ΥΠΑΙΘ (αρ. πρωτ. 120526/2.9.2013) για την υποβοήθηση των Ιδρυμάτων για την υλοποίηση των μεταρρυθμιστικών δράσεων. Το ίδιο έγγραφο αποστέλλεται εκ νέου με «ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ» στις 10.9.2013.

Στις 24.9.2013 εκδίδεται η υπ’ αριθμ. 135211/B2/23.9.2013 (ΦΕΚ 2384/τ. Β/24.9.2013) ΚΥΑ των Υπουργών ΠΑΙΘ και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΔΜΗΔ) «Κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1.349) οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 90 του Ν. 4172/13», η οποία τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 150539/B2/23.9.2013 (ΦΕΚ 2601/τ. Β/15.10.2013) ΚΥΑ των Υπουργών ΠΑΙΘ και ΔΜΗΔ. Η τροποποιημένη ΚΥΑ διατηρεί τον ίδιο αριθμό καταργούμενων θέσεων ανά Ίδρυμα και συνολικά. Περιέχει, ωστόσο, εσω-ιδρυματικές αλλαγές σε σχέση με τους κλάδους που καταργούνται στο σύνολό τους και τις θέσεις που καταργούνται με αποτίμηση προσόντων.

Όπως αναφέρεται και στις δύο ανωτέρω ΚΥΑ, ο αριθμός και η κατανομή των καταργούμενων θέσεων πραγματοποιήθηκε με βάση την Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης Εισήγησης προς τον Υπουργό ΠΑΙΘ της Ομάδας Διοίκησης Έργου (ΟΔΕ) για την αναδιοργάνωση των δομών των Α.Ε.Ι., η οποία συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού ΠΑΙΘ (υπ’ αριθμ. πρωτ. 131095/17.9.2013/Η).

Η ως άνω Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης Εισήγησης της ΟΔΕ δεν κοινοποιήθηκε στα Ιδρύματα, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας, γεγονός που δημιούργησε εύλογα ερωτήματα για την ακολουθούμενη διαδικασία (βλ. για παράδειγμα http://www.ntua.gr/announcements/rector/uploads/2013-10-01_967242_protash.pdf).

Στο παρόν σύντομο υπόμνημα πραγματοποιείται μια κριτική ανάλυση των εισηγήσεων του Υπουργού ΠΑΙΘ προς το Υπουργείο ΔΜΗΔ (οι οποίες έχουν συνολική έκταση 106 σελ.), με ημερομηνίες 20.9.2013 και 14.10.2013 (τροποποιητική πρόταση).

 

2. Παρατηρήσεις επί των εισηγήσεων

Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργού ΠΑΙΘ (βλ. για παράδειγμα δήλωση του Υπουργού ΠΑΙΘ στις 13-09-13[1]) καθώς και άλλων παραγόντων του Υπουργείου και στελεχών της Κυβέρνησης σε ΜΜΕ, η διαδικασία που δόθηκε στα ΑΕΙ στηρίζεται σε διεθνή μεθοδολογία και κριτήρια.

Στις σελ. 3 έως 5 της από 20.9.2013 εισήγησης περιγράφονται μια σειρά στόχων και αξόνων και στοιχεία μεθοδολογίας που προκρίθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης του Οδικού Χάρτη – Σχεδίου Δράσης για την υλοποίηση μεταρρυθμιστικών δράσεων στα ΑΕΙ. Ανεξαρτήτως της ορθότητας, πληρότητας ή αποδοχής των περιγραφόμενων κριτηρίων στις ως άνω σελίδες, ο Υπουργός ΠΑΙΘ παραδέχεται στην Εισήγηση ότι ζητήθηκε από τα Ιδρύματα να προχωρήσουν άμεσα στην αξιολόγηση των δομών τους, με στόχο τον υπολογισμό των θέσεων διοικητικού προσωπικού που πλεονάζουν ή ελλείπουν, αποκλειστικά και μόνο στη βάση κάποιων ποσοτικών παραμέτρων (σελ. 5).

Στην Εισήγηση, παρά τις επανειλημμένες αναφορές σε «διεθνώς αναγνωρισμένη μεθοδολογία και κριτήρια», δεν υπάρχει καμία βιβλιογραφική πηγή που να τεκμηριώνει την προέλευση και την εγκυρότητα της προτεινόμενης μεθοδολογίας, των χρησιμοποιούμενων κριτηρίων και των ποσοτικών δεικτών. Αντιθέτως, τόσο η μεθοδολογία όσο και τα κριτήρια χαρακτηρίζονται από αυθαιρεσία, προχειρότητα και αδιαφάνεια, όπως αναφέρεται παρακάτω.

Το πρώτο σημείο που χρήζει εξήγησης από την πλευρά του Υπουργείου ΠΑΙΘ είναι η αιτιολόγηση της κρίσης των Εκθέσεων Αξιολόγησης που απέστειλαν όλα τα ΑΕΙ. Στην Εισήγηση του ΥΠΑΙΘ δεν τεκμηριώνονται:

(α)   για ποιο λόγο χαρακτηρίστηκαν οι Εκθέσεις Αξιολόγησης των ΑΕΙ ως «Ελλιπείς» (σελ. 7 και 8 της από 20.9.2013 Εισήγησης) και

(β)   με ποιο σκεπτικό απορρίφθηκαν τα αποτελέσματα των Εκθέσεων Αξιολόγησης των ΑΕΙ, σύμφωνα με τις οποίες τα ελληνικά ΑΕΙ εμφάνιζαν σημαντικές ελλείψεις σε διοικητικό προσωπικό, και όχι πλεόνασμα.

Το δεύτερο σημείο που αξίζει αναφοράς είναι το μοντέλο «Δεικτών και Τιμών Διοικητικού Προσωπικού Πανεπιστημίων και ΤΕΙ» που ακολούθησε η ΟΔΕ. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:

  • Η ΟΔΕ έχει υπολογίσει 1,5 διοικητικούς υπαλλήλους ανά 100 φοιτητές για όλα τα ΑΕΙ, με εξαίρεση τα δύο Πολυτεχνεία (ΕΜΠ και Κρήτης), την ΑΣΚΤ και τη Γεωπονική, για τα οποία υπολογίζει 4,5 διοικητικούς υπαλλήλους ανά 100 φοιτητές, λόγω του καθολικού εργαστηριακού χαρακτήρα των Τμημάτων τους, όπως αναφέρεται. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία της UK Higher Education Statistics Agency[2], στα Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου (για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012), αναλογούν, κατά μέσο όρο, 10,2 υπάλληλοι υποστηρικτικού προσωπικού ανά 100 φοιτητές.
  • Η ΟΔΕ έχει υπολογίσει 1 διοικητικό υπάλληλο ανά 100 μέλη ΔΕΠ για όλα τα ΑΕΙ. Με βάση τα στατιστικά στοιχεία της UK Higher Education Statistics Agency, στα Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου (για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012), ο αριθμός του διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ήταν 181.385 άτομα (πλήρους και μερικής απασχόλησης), ενώ του υποστηρικτικού προσωπικού 196.860 άτομα, δηλ. αναλογούν, κατά μέσο όρο, 108 θέσεις υποστηρικτικού προσωπικού ανά 100 μέλη ΔΕΠ.

Πέραν των εξαιρετικά χαμηλών δεικτών που έχουν χρησιμοποιηθεί από την ΟΔΕ προκειμένου να προκύψει το επιθυμητό «πλεόνασμα» προσωπικού, υπάρχουν αυθαίρετοι και ατεκμηρίωτοι συντελεστές όπως, για παράδειγμα, οι συντελεστές πολλαπλασιασμού του υπολογιζόμενου φοιτητικού πληθυσμού (για να εκτιμηθούν λοιπές ανάγκες, π.χ. μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί φοιτητές, μετεγγραφές, κλπ.), οι απαιτήσεις διοικητικών υπαλλήλων ανά Τμήμα, οι συντελεστές γεωγραφικής διασποράς και, κυρίως, οι συντελεστές βαρύτητας που χρησιμοποιούνται για να υπολογιστούν οι μέσες σταθμικές απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους.

Θα πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι ακόμη και με τους προτεινόμενους δείκτες παρατηρούνται σημαντικές ανακολουθίες κατά τους υπολογισμούς. Για παράδειγμα, τα Πολυτεχνικά Τμήματα Πανεπιστημίων όπως του ΑΠΘ ή του ΔΠΘ υπολογίζονται με 15 διοικητικούς υπαλλήλους ανά Τμήμα αντί των 30 που χρησιμοποιούνται για το ΕΜΠ και το Πολυτεχνείο Κρήτης. Επίσης, Τμήματα με καθολικό εργαστηριακό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα αυτά της Βιολογίας και της Χημείας του ΕΚΠΑ, λαμβάνονται στους υπολογισμούς με 15 διοικητικούς υπαλλήλους αντί των 30 που χρησιμοποιούνται για το ΕΜΠ και το Πολυτεχνείο Κρήτης για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι επιπτώσεις των χρησιμοποιούμενων ποσοτικών δεικτών στον καθορισμό του απαιτούμενου προσωπικού παρατίθεται ακολούθως ένα παράδειγμα εφαρμογής της προτεινόμενης από την ΟΔΕ μεθοδολογίας σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζονται συγκριτικά το ΕΜΠ και τα ακόλουθα αγγλικά πανεπιστήμια:

  • University of Bristol
  • University of Nottingham
  • University of Sheffield
  • University of Leeds

Η επιλογή των συγκεκριμένων πανεπιστημίων βασίστηκε, αποκλειστικά και μόνο για λόγους σύγκρισης, στα αποτελέσματα της κατάταξης QS World University Rankings για το αντικείμενο “Engineering & Technology”. Και τα τέσσερα αγγλικά πανεπιστήμια που επιλέχθηκαν, βρίσκονται εσκεμμένα στην ίδια ή σε λίγο χαμηλότερη θέση κατάταξης από το ΕΜΠ, όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα (Πίν. 1).

 

Πίνακας 1. Θέση των χρησιμοποιούμενων πανεπιστημίων βάσει της κατάταξης QS World University Rankings με βάση το αντικείμενο “Engineering & Technology”

Πανεπιστήμιο QS ranking
ΕΜΠ 98
University of Bristol 98
University of Nottingham 101
University of Sheffield 103
University of Leeds 110

 

Οι υπολογισμοί πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις ακόλουθες παραδοχές, προκειμένου να είναι σύμφωνοι με την προτεινόμενη από την ΟΔΕ μεθοδολογία:

  • Ελήφθησαν υπόψη μόνο τα μέλη ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης.
  • Ελήφθησαν υπόψη, για λόγους συντηρητικής εκτίμησης, οι προπτυχιακοί φοιτητές πλήρους και μερικής απασχόλησης (part-time).
  • Ελήφθησαν υπόψη οι πραγματικοί μεταπτυχιακοί φοιτητές (δεν χρησιμοποιήθηκαν δηλ. οι προτεινόμενοι πολλαπλασιαστές).
  • Ελήφθησαν υπόψη τα Τμήματα (ή μονοτμηματικές Σχολές) των ως άνω Πανεπιστημίων. Δεν ελήφθησαν υπόψη ινστιτούτα, ερευνητικά κέντρα και άλλες δομές, οι οποίες επίσης αγνοούνται από τη μεθοδολογία της ΟΔΕ.
  • Για τον υπολογισμό των απαιτούμενων θέσεων υποστηρικτικού προσωπικού βάσει του αριθμού των Τμημάτων χρησιμοποιήθηκε για τα Πολυτεχνικά Τμήματα συντελεστής 30 υπαλλήλων, ενώ για τα υπόλοιπα 15 υπαλλήλων, καθώς τα ως άνω πανεπιστήμια δεν είναι αμιγή Πολυτεχνεία.
  • Για τον υπολογισμό των απαιτούμενων θέσεων υποστηρικτικού προσωπικού βάσει του αριθμού των φοιτητών χρησιμοποιήθηκε συντελεστής 4,5 υπαλλήλων ανά 100 φοιτητές, όπως στο ΕΜΠ, δεδομένου ότι δεν ήταν εφικτός ο διαχωρισμός του φοιτητικού πληθυσμού ανά Τμήμα. Με αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, οι εκτιμήσεις είναι πιο συντηρητικές (υπολογίζεται δηλ. μεγαλύτερος αριθμός απαιτούμενων διοικητικών υπαλλήλων).
  • Ελήφθη υπόψη το σύνολο του υποστηρικτικού προσωπικού, αλλά όχι το προσωπικό πολλαπλών καθηκόντων (atypical staff[3]). Αυτό οδηγεί, επίσης, σε πιο συντηρητικές εκτιμήσεις.

Τα αποτελέσματα δίνονται στον Πίν. 2 που ακολουθεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πίν. 2, η εφαρμοζόμενη μεθοδολογία της ΟΔΕ θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το «πλεονάζον» προσωπικό στα τέσσερα αγγλικά πανεπιστήμια αντιστοιχεί στο 75% έως 80% του υφιστάμενου προσωπικού τους. Το αποτέλεσμα αυτό είτε οφείλεται σε σοβαρά σφάλματα της μεθοδολογίας της ΟΔΕ, είτε καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του ΥΠΑΙΘ περί υπερστελέχωσης των ελληνικών ΑΕΙ βάσει της διεθνούς πραγματικότητας.

 

Πίνακας 2. Συγκριτικός υπολογισμός απαιτούμενου υποστηρικτικού προσωπικού βάσει της μεθοδολογίας της ΟΔΕ

Πανεπιστήμιο ΕΜΠ* University of Bristol University of Nottingham University of Sheffield University of Leeds
Μέλη ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης 548 1930 2755 2190 2330
Μέλη ΔΕΠ μερικής απασχόλησης 455 530 430 610
Τμήματα 9 44 43 50 38
Προπτυχιακοί φοιτητές (full-time) 15372 12920 23515 17275 23085
Προπτυχιακοί φοιτητές (part-time) 515 1620 1275 1235
Μεταπτυχιακοί ** 5710 10495 7415 8185
Εργαζόμενοι 883 2915 3865 3130 4005
Εργαζόμενοι πολλαπλών καθηκόντων (Atypical staff) 2260 5755 4375 4305
Εργαζόμενοι βάσει αριθμού μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης 5 19 28 22 23
Εργαζόμενοι βάσει αριθμού Τμημάτων 270 750 735 885 660
Εργαζόμενοι βάσει συνολικού φοιτητικού πληθυσμού 692 862 1603 1168 1463
Σταθμισμένο σύνολο 373 612 905 783 822
Πλεονάζον προσωπικό 510 2303 2960 2347 3183
Ποσοστό πλεονάζοντος προσωπικού 57,8% 79,0% 76,6% 75,0% 79,5%

*: Τα στοιχεία του ΕΜΠ αφορούν στην εισήγηση της 20.9.2013

**: Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές του ΕΜΠ συμπεριλαμβάνονται στους προπτυχιακούς με συντελεστή βαρύτητας

 

Τέλος, ένα ενδιαφέρον σημείο της μεθοδολογίας είναι το Βήμα 3, το οποίο περιγράφεται στη σελ. 12 της από 20.9.2013 Εισήγησης του Υπουργού ΠΑΙΘ. Το ενδιαφέρον για το Βήμα αυτό έγκειται σε δύο ζητήματα:

(α)   Πρόκειται ουσιαστικά για ένα «μαύρο κουτί», μια απολύτως αδιαφανή διαδικασία, καθώς αναφέρονται κάποιοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον τελικό υπολογισμό των απαιτούμενων θέσεων υποστηρικτικού προσωπικού, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται η σημασία κάθε παράγοντα στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα[4], ότι μετά την εφαρμογή του Βήματος 3 οι 510 θέσεις «πλεονάζοντος» προσωπικού για το ΕΜΠ μειώνονται σε 399 (μείωση 21,8% περίπου), οι 710 θέσεις «πλεονάζοντος» προσωπικού για το ΕΚΠΑ μειώνονται σε 498 (μείωση 29,9% περίπου), ενώ οι 132 θέσεις «πλεονάζοντος» προσωπικού για το ΑΠΘ αυξάνονται σε 169 (αύξηση 28% περίπου)!

(β)   Οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του τελικού αριθμού του απαιτούμενου προσωπικού αναδεικνύουν σημαντικές πτυχές της κυβερνητικής πολιτικής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση: εργολαβικές αναθέσεις κομβικών υπηρεσιών των Ιδρυμάτων, όπως π.χ. η φύλαξη, με αποτέλεσμα την περαιτέρω ανάπτυξη των ελαστικών σχέσεων εργασίας και την πρόσθετη επιβάρυνση των ήδη δραματικά μειωμένων προϋπολογισμών των Ιδρυμάτων, περαιτέρω συρρίκνωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσα από καταργήσεις/συγχωνεύσεις Τμημάτων, Σχολών και Ιδρυμάτων οσονούπω, κ.λπ.
 

3. Συμπεράσματα

Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε από την ΟΔΕ δεν στηρίζεται σε κανένα διεθνές πρότυπο ή κοινά αποδεκτούς δείκτες. Αντιθέτως, είναι μια μεθοδολογία αυθαίρετη και, σε σημεία, αδιαφανής. Στην καλύτερη περίπτωση, η μεθοδολογία ενέχει σημαντικά σφάλματα και ανακολουθίες, τόσο στη διαμόρφωσή της (π.χ. αυθαίρετοι συντελεστές βαρύτητας, υπερβολικά χαμηλοί δείκτες με βάση τη διεθνή πραγματικότητα, κ.ά.) όσο και στην εφαρμογή της (π.χ. αγνόηση του εργαστηριακού χαρακτήρα ορισμένων Τμημάτων των πανεπιστημίων, αγνόηση των Πολυτεχνικών Τμημάτων όλων των πανεπιστημίων πλην του ΕΜΠ και του Πολυτεχνείου Κρήτης, κλπ.).

Συνεπώς, οι καταργούμενες θέσεις διοικητικού προσωπικού είναι είτε απόρροια μιας εσφαλμένης μεθοδολογίας, είτε προϊόν μιας προσχηματικής διαδικασίας με προαποφασισμένο αποτέλεσμα, το οποίο εξυπηρετεί συγκεκριμένες πολιτικές.

Ορισμένα στοιχεία καθιστούν το δεύτερο ενδεχόμενο περισσότερο πιθανό. Για παράδειγμα, στην εισήγηση της 20.9.2013, οι τελικές καταργούμενες θέσεις για το ΕΜΠ ανέρχονταν σε 399 (οι καταργούμενες θέσεις πριν το Βήμα 3 ανέρχονται σε 510), από ένα υποσύνολο 548 εργαζομένων σε συγκεκριμένους κλάδους κι ένα σύνολο 883 εργαζομένων. Στην Εισήγηση της 14.10.2013, οι τελικές καταργούμενες θέσεις για το ΕΜΠ εξακολουθούν να παραμένουν 399 (οι καταργούμενες θέσεις πριν το Βήμα 3 μειώνονται σε 504), από ένα υποσύνολο 542 εργαζομένων σε συγκεκριμένους κλάδους κι ένα σύνολο 877 εργαζομένων. Το Βήμα 3 παρέχει απόλυτη ελευθερία για αυθαίρετες εκτιμήσεις που θα καταλήγουν πάντα στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Επίσης, η χρήση συγκεκριμένων κριτηρίων στο Βήμα 3, όπως π.χ. η κατάργηση οργανικών θέσεων μέσα από συγχωνεύσεις/καταργήσεις Τμημάτων, Σχολών, κλπ., εξυπηρετεί απόλυτα τις προτεινόμενες παρεμβάσεις του ΜΠΔΣ 2013-2016[5] για μείωση λειτουργικών δαπανών ΑΕΙ – ΤΕΙ με συγχωνεύσεις κατά 37 εκατ. ευρώ το 2014 (από 24 εκατ. ευρώ το 2013) και επιπλέον 10 εκατ. ευρώ το 2015, μέσα από ένα νέο, σαρωτικό, σχέδιο «Αθηνά» που θα αγγίξει, όπως όλα δείχνουν μέλη ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ. Τέλος, θεωρείται δεδομένο ότι η περαιτέρω άσκηση πίεσης στους ήδη ανεπαρκείς για την κάλυψη βασικών αναγκών προϋπολογισμούς των ΑΕΙ, μέσω της επιβάρυνσής τους με νέες δαπάνες για εργολαβίες που καλύπτονται μέχρι τώρα από μόνιμο προσωπικό (π.χ. φύλαξη), θα οδηγήσει στην εισαγωγή διδάκτρων και θα ωθήσει μεγάλο τμήμα του φοιτητικού πληθυσμού είτε στα δάνεια, είτε στη διακοπή των σπουδών.

Ακόμη και αν δεν υπάρχει σκοπιμότητα, κάτι που δύσκολα γίνεται πιστευτό, το συμπέρασμα που προκύπτει σε κάθε περίπτωση είναι ότι η υπ’ αριθμ. 150539/B2/23.9.2013 (ΦΕΚ 2601/τ. Β/15.10.2013) ΚΥΑ των Υπουργών ΠΑΙΘ και ΔΜΗΔ που καταργεί 1349 θέσεις προσωπικού από τα ήδη υποστελεχωμένα ΑΕΙ πρέπει άμεσα να ανακληθεί, καθώς δεν τεκμηριώνεται επ’ ουδενί η ύπαρξη «πλεονάζοντος» προσωπικού.

 

Συνοπτικό Υπόμνημα (κείμενο σε μορφή pdf)

 

 


[2]     Περιληπτικά και αναλυτικά στατιστικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/index.php?option=com_content&task=view&id=1898&Itemid=239

[3] Βάσει της UK HESA, ο ορισμός του “Atypical staff” είναι:

Atypical staff are those members of staff whose contracts are those with working arrangements that are not permanent, involve complex employment relationships and/or involve work away from the supervision of the normal work provider. The HESA staff atypical population is an indicator of those individuals who have only atypical contracts within the reporting period. The HESA staff atypical population is used in analyses of atypical staff person attributes by full-person equivalents (FPE).

[4] Τα παραδείγματα αναφέρονται στα στοιχεία της από 20.9.2013 Εισήγησης του Υπουργού ΠΑΙΘ.

 

 

National Technical University of Athens: A pillar of free knowledge in danger

Nikos Belavilas, Assistant Prof., School of Architecture NTUA

The article was published in the Greek newspaper “Η Αυγή-Ενθέματα” on September 15, 2013. Translated by Maria Kalantzopoulou.

A journalist from a north-european country called yesterday at the Strike Support Centre at the School of Architecture of Athens. He asked for information on the universities’ strike, the crisis and its repercussions on National Technical University of Athens (NTUA) in particular, on the dismissal of staff and the spending cuts. We’ve been talking over all of it for about an hour or so. He was a gentleman, one of that kind of journalists that is hard to find in Greece nowadays.  He was giving me the impression that he wouldn’t like to round the subject arbitrarily, that he was asking for persuasive and interesting information. Thus, I found myself, looking for argumentation, and an as much as possible objective explanation of reality; and at the same time to be surprised by the actual size of the problem created by the immediate dismissal of 60% of NTUA’s administrative staff or by the already announced dismissal some time soon of 40% of the educational staff of Greek Universities.

The largest eight Greek universities are on their 7th week of strike, since September 5, 2013, trying to stop the dismissal of 50% of their staff

Why would a government sack the majority of employees of the country’s greatest technological academic institute? National Technical University of Athens (NTUA) comprises nine historical schools. It educates around 20.000 undergraduate, graduate and post-graduate students. It’s running 125 research labs, a very important technological and cultural park in Lavrion-Attica, a research centre in Metsovo-Epirus, the country’s largest technical library, one of the best network centres. In other words It consists of some of the best university infrastructure in the Balkans.

Are the employees of NTUA redundant? The answer is no. On the contrary, it even needs 10% more of them. Are its professors and educational staff redundant? Again, no. NTUA has already lost due to retirement almost 300 educational positions and all of the positions for teaching under fixed contract. Professor Dimitris Damigos published a good article under the title “The role of Universities’ auxiliary staff and the ticking time bomb of suspension” (https://pd.ntua.gr/?p=185, in Greek). It makes reference of international standards in students-staff ratio in universities, showing thus that our universities are lagging behind compared to those standards. From the other side, the government’s side, there hasn’t been reference to any evidence whatsoever that would explain the political decision behind massive suspension of employees.

Is NTUA wasteful? Should there be applied spending cuts? One institution that along the last 20 years created a reserve fund of 55 million euros, coming from research, deriving funds from anywhere but the budget of the Ministry of Education, can it be considered wasteful? Those are funds that are entering not thanks to government, but thanks to professors and young researchers from sources within and outside Greece funding research programmes and as a sum they are “recycled” again to support education and research. Instead of being supported and diffused this successful activity it’s being punished through salary cuts, dismissals and dispossession of 30 million euros from the university’s reserve fund.

Are NTUA’s diplomas satisfactory or have they been degraded? There has been a systematic campaign, already since the successful rallies against the revision of Article 16 of the Greek Constitution (took place in 2007, against the abolition of public education), by all subsequent ministers of Education and the mainstream media, so as to convince the Greek society that NTUA is a troublesome institution offering degraded diplomas. The answer lies in the curriculum of studies, the  CV of academic staff, in the laboratories, the professional, educational and research career of its graduates both in and outside Greece. NTUA is a prestigious and first class educational institution. So simple as that!

Yet, given that all those facts are not always obvious for an outsider and face to that organized libel campaign, there do exist even easier answers. Let’s talk for a while using the jargon of all public prosecutors, ministers and media. We would tell them then, that there is no Greek family that doesn’t dream of having its descendant/s studying at the NTUA. There is no boy or girl interested in technical education that does not desire studying at NTUA. In even fewer words, how come the “elite” of Greek pupils is incessantly and passionately contesting the opportunity to study at this so problematic –according to dominant discourse- institution? But, even leaving aside all that, international ranking brings out 6 Greek universities, topped by University of Athens and NTUA amongst the top 5% at a global scale, with NTUA ranking among the 10 best in Europe in terms of research. Is this possible to still happen after all 3 years of dissolution and bleeding out of staff, funds and salaries? Is it possible not to be mentioned or praised by any newscast at all? Yes, all of that is certainly happening, no matter how improbable it may seem.

We’re reaching the end of the question-answer scheme. Is it possible the most sought after technological institution of the country, an economically self-sufficient one, a prestigious one, to be leaded towards a de facto disintegration or even cease of function?

NTUA, an educational institution offering free education for all, innovation, technological primacy and social sensibility, constitutes an efficient, productive scientific “engine” belonging to the Greek people. This is what they’re trying to get rid off…

Try to recall or investigate libraries, encyclopedias or the net to locate more than one or two successful ministers of Education, that have left memorable work in the field, since the establishment of the modern Greek state in the 19th century. It’s going to be rather hard. If you try the same with NTUA’s professors and graduates, Greek engineers, you’ll be surprised by the number of people that have contributed substantially to the matter of scientific and technological evolution, and social progress in our country.

NTUA, an educational institution offering free education for all, innovation, technological primacy and social sensibility, constitutes an efficient, productive scientific “engine” belonging to the Greek people. This is what they’re trying to get rid off ; to efface a public and democratic institution that is actually in a position to contribute to exiting the crisis, as well as to the social and productive reconstruction, the same way it did twice more in the past, in and after WW II and in and after Military Dictatorship 1967-74. It’s not by accident or incompetence of the political leadership. In order to conclude the looting of the country’s commodities and wealth producing resources, in order to remove the common wealth of our people, it is necessary to destroy even the infrastructure that defends and utilizes this wealth, both material and immaterial. All pillars of free knowledge, central universities of the country that provide scientists equipped with knowledge and critical mind must collapse. All those begetting that task, naively, believe they’re going to accomplish it.

NTUA: A pillar of free knowledge in danger

Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο του χθες ως πειραματόζωο

Μ. Σπαθής, Καθηγητής ΕΜΠ

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «H Εποχή», 6.10.2013

Είναι ευρύτατα διαδεδομένη η επιχειρηματολογία των πολιτικών δυνάμεων, που χαρακτηρίζονται ως μνημονιακές , ότι η κρίση που περνάει αυτή τη στιγμή ο τόπος, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις της, αποτελεί και μια ευκαιρία για βαθιές διαρθωτικές αλλαγές. Αλλαγές που για πολλά χρόνια χαρακτηρίζονταν ως αναγκαίες για την ένταξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι με αξιόπιστο τρόπο.

Βασικό μεταξύ των άλλων ιδεολόγημα δηλ. του τρόπου με τον οποίο επιχειρεί να υλοποιήσει τις μνημονιακές πολιτικές η τροϊκανή κυβέρνηση είναι, ότι και αν ακόμη δεν είχαμε την κρίση χρέους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, πολλά από τα εφαρμοζόμενα μέτρα θα ήταν αναγκαίες ‘διαρθρωτικές’ μεταρρυθμίσεις του σπάταλου, πελατειακού και υπερδιογκωμένου κράτους.

Το ιδεολόγημα όμως αυτό όταν διατυπώνεται, αναιρείται αυτόματα την επομένη. Γιατί η πίεση των εκπροσώπων των δανειστών για την ικανοποίηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, ως αναγκαιότητα για την καταβολή της εκάστοτε δόσης, οδηγεί τους κυβερνώντες στην πιο επιθετική αντικοινωνική πολιτική ανεξάρτητα από το πόσο συμβατή είναι με τις περίφημες μεταρρυθμίσεις. Το παράδειγμα των 12500 διαθεσιμοτήτων δικαίως εκλαμβάνεται ως μια ακόμη προσφορά στον τροϊκανό βωμό του Μολώχ. Η πολιτική αυτή διχάζει την ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα τον κόσμο της μισθωτής εργασίας (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) γιατί προσλαμβάνεται στρεβλά και με διαφορετικό τρόπο από την κάθε πλευρά. Οι εργαζόμενοι που εκάστοτε θυσιάζονται δικαίως θεωρούν ότι αυτοί αποτελούν τα άδικα και αναιτιολόγητα θύματα αυτής της κρίσης. Από την άλλη πλευρά οι εργαζόμενοι που δεν έχει έρθει ακόμη η σειρά τους, σιωπηρά ελπίζουν στον κορεσμό του συστήματος, που καταβροχθίζει ανθρώπινες ζωές, και ορισμένοι από αυτούς δεν διστάζουν να καταφεύγουν στο αρχικό ιδεολόγημα της αναγκαιότητας των αναδιαθρώσεων για να δικαιολογήσουν μια παθητική στάση απέναντι στις εξελίξεις.

Είναι όμως αυτές οι προσδοκίες βάσιμες? Ή μήπως είναι σωστή η στάση, όσων υπερασπίζονται τους εργαζόμενους που πλήττονται, να διακηρύσσουν με όλους τους τρόπους ότι πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι και συμπαραστάτες στους πληττόμενους σήμερα, γιατί αύριο θα έρθει και η δική μας σειρά?

Για να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά δεν αρκεί να καταφεύγει κανείς στην καταγγελία απλά των επιχειρημάτων που αξιοποιεί το αστικό πολιτικό σύστημα για να διαιωνίζει την ιδεολογική του ηγεμονία πάνω στις εργαζόμενες τάξεις. Απαιτείται μια πιο βαθιά ανάλυση των συντελούμενων διεργασιών για να εξοπλιστούν όλες οι κοινωνικές κατηγορίες, που αποτελούν τα θύματα αυτής της πολιτικής.

Το παράδειγμα του ΕΜΠ είναι πολύ χαρακτηριστικό.

Το ΕΜΠ λοιπόν, ως πειραματόζωο, με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα παρασύρει ως χιονοστιβάδα όλο το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, κι αυτό δεν είναι μια απλή απαίτηση των δανειστών μας, ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12500 διαθεσιμοτήτων. Είναι απόρροια του πυρήνα της πολιτικής τους που εδράζεται στο οικονομικό υποδειγμα: αν θέλετε να επιβιώσετε ως χώρα, αφήστε την αγορά να λειτουργήσει ως ο απόλυτος ρυθμιστής των νέων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για μια δεκαετία σχεδόν, αρχής γενομένης από το 2000, οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ συνεπικουρούμενες από μια εκδοχή της Αριστεράς που βρήκε την πολιτική της εκπροσώπηση ως ΔΗΜΑΡ, είχαν επιδοθεί σε έναν μεταρρυθμιστικό οργασμό στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ένταξη στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκαπίδευσης και έρευνας, η διακήρυξη της Μπολόνια, οι δύο κύκλοι σπουδών, η νομιμοποίηση των ιδιωτικών κολλεγίων, η απόσυρση του δημόσιου τομέα από τις χρηματοδοτήσεις και η πίεση που δέχονται τα ΑΕΙ για αναζήτηση πόρων από την ελεύθερη αγορά για τη λειτουργία τους, ήταν οι βασικές μεταρρυθμιστικές απόπειρες στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Μεταρρυθμίσεις όμως, που δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 2010, λόγω των αντιστάσεων του πανεπιστημιακού κινήματος. Έπρεπε να προκύψουν οι μνημονιακές πολιτικές για να δοθεί η ευκαιρία στο ΠΑΣΟΚ και στην τριμερή κυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ να ψηφίσει την πιο ακραία εκδοχή υλοποίησης της παραπάνω πολιτικής, με του νόμους Διαμαντοπούλου/Αρβανιτόπουλου. Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει σήμερα την τριτοβάθμια εκπαίδευση διαθέτει μέσα και έξω από τα ΑΕΙ, του θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού, έτοιμους να εφαρμόσουν με απόλυτο τρόπο το όνειρο της προηγούμενης δεκαετίας. Οι αλλαγές στον τρόπο διοίκησης με το θεσμό του Συμβουλίου Ιδρύματος, η δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στα μεταπτυχιακά κατ’ αρχήν και στα προπτυχιακά στη συνέχεια, η δυνατότητα λειτουργίας παραρτημάτων εντός των κρατικών ΑΕΙ ως ιδιωτικά κολλέγια, η δραματική μείωση του διδακτικού προσωπικού και η δυνατότητα αντικατάστασής του με συμβασιούχους διδάσκοντες που θα πληρώνονται από ιδίους πόρους, ο αυταρχισμός, η καταστολή και τελικά η ‘πειθάρχηση’ φοιτητών, διδασκόντων και εργαζομένων, είναι μόνο μερικά από τα βασικά θεσμικά μέτρα που έχουν ήδη θεσπιστεί.

Τί έμεινε λοιπόν ως τελευταία πράξη του δράματος που συντελείται για να εξωθηθούν τα ΑΕΙ που αντιστέκονται στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής?

Η κατακρεούργηση του δοικητικού/τεχνικού προσωπικού στις λειτουργίες των ΑΕΙ. Το ΕΜΠ και το ΕΚΠΑ αποτελούσαν το καλύτερο υπόδειγμα.

Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να κατανοήσει τη διάλυση εκείνων των δομών μέσα στο ΕΜΠ που τα προηγούμενα χρόνια είχαν παγιωθεί με την προσαρμογή του στην αξιοποίηση πληθώρας ευρωπαϊκών, ανταγωνιστικών προγραμμάτων και παροχής υπηρεσιών σε ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς?

Πώς είναι δυνατόν τα αναγκαία μέσα ενός σύγχρονου αναβαθμισμένου τεχνολογκού ιδρύματος, όπως οι σύγχρονες βιβλιοθήκες, τα κέντρα Η/Υ και δικτύων, οι δομές διαχείρισης ειδικών λογαριασμών έρευνας να θυσιάζονται με αυτή την πολιτική? Πώς είναι δυνατόν να απομακρύνεται το 45% του υποστηρικτικού προσωπικού και το 70% του διοικητικού προσωπικού του ΕΜΠ?

Μια απάντηση μόνο μπορεί να δοθεί:

Να αναγκαστούν οι διοικήσεις και το διδακτικό/ερευνητικό προσωπικό να περάσουν άμεσα στο στάδιο επιβολής διδάκτρων και στην εξασφάλιση πόρων με την απόλυτη προσαρμογή τους στην αγορά, ώστε να στελεχώσουν τις κατεστραμμένες δομές με το αναγκαίο προσωπικό. Να μετασχηματιστούν δηλαδή κατά τα πρότυπα ενός ιδιωτικού, ημικρατικού κολλεγίου Αγγλοσαξωνικής κοπής.

Το ΕΜΠ λοιπόν, ως πειραματόζωο, με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα παρασύρει ως χιονοστιβάδα όλο το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, κι αυτό δεν είναι μια απλή απαίτηση των δανειστών μας, ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12500 διαθεσιμοτήτων. Είναι απόρροια του πυρήνα της πολιτικής τους που εδράζεται στο οικονομικό υποδειγμα: αν θέλετε να επιβιώσετε ως χώρα, αφήστε την αγορά να λειτουργήσει ως ο απόλυτος ρυθμιστής των νέων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

Οι καλοθελητές αυτής της πολιτικής είναι δυστυχώς υπαρκτοί μέσα στο πανεπιστήμιο σήμερα. Πρόκειται για τους πανεπιστημιακούς που πρωτοστάτησαν την προηγούμενη χρονιά στην εκλογή των Συμβουλίων Ιδρύματος και επικαλούνται τώρα, ως αιτία του συντελούμενου κακού, την μη πιστή εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου Διαμαντοπούλου/Αρβανιτόπουλου. Εάν αυτοί περιμένουν σιωπηλοί, φοβούμενοι την μήνιν των εργαζομένων, που βλέπουν την πόρτα εξόδου από το ΕΜΠ, απομένει, σε όσους αντιστέκονται, να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους σε ένα κοινό μέτωπο όλης της τριτοβάθμιας με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε να μην πέσει και ένα από τα τελευταία προπύργια κατά του νεο-φιλελευθερισμού που είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο.

 

Ο ρόλος του υποστηρικτικού προσωπικού των ΑΕΙ και η «ωρολογιακή βόμβα» των διαθεσιμοτήτων

Δ. Δαμίγος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠ

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή τις ανακοινώσεις για το νέο «κύμα» διαθεσιμότητας που αφορά, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, 1.765 υπαλλήλους (κυρίως ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, αναζωπυρώθηκε μια – υφέρπουσα – συζήτηση αναφορικά με την αναγκαιότητα και το πλήθος του υποστηρικτικού προσωπικού[1] των ΑΕΙ. Όχι τυχαία, η συζήτηση αυτή πηγάζει βασικά από κυβερνητικούς κύκλους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές κι εντός των ΑΕΙ, κυρίως από μέλη ΔΕΠ.

τα ελληνικά ΑΕΙ λειτουργούν, σήμερα, όχι απλά με πολύ χειρότερους όρους από αυτά της αλλοδαπής αλλά σε οριακές συνθήκες ως προς το σκοπό που καλούνται να επιτελέσουν. Κι αυτό επιτυγχάνεται χάρη στο μεράκι, στο φιλότιμο, στην αυταπάρνηση του διδακτικού, ερευνητικού και υποστηρικτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων.

Μάλιστα, το Υπουργείο σε πρόσφατο έγγραφό του (το υπ’ αριθμ. 113287/14-8-2013/ΙΒ) επικαλείται κάποια αόριστα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και κάποιους ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες (μία Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών ανά Σχολή, η οποία θα στελεχώνεται με 12 εργαζόμενους). Από τα δεδομένα αυτά και διάφορες «διαρροές», η εικόνα που διαμορφώνεται είναι τουλάχιστον εφιαλτική: μεταξύ 30% και 70% του υπηρετούντος προσωπικού φέρεται να οδηγείται σε διαθεσιμότητα και από εκεί στον προθάλαμο της απόλυσης!

Αν μπορέσει κάποιος να προσπεράσει την ανθρώπινη διάσταση αυτής της τραγωδίας (πράγμα ομολογουμένως δύσκολο, καθώς με τους ανθρώπους αυτούς έχουμε πολυετείς κοινές διαδρομές και αγωνίες μέσα στο Ίδρυμα) και τις πολιτικές πτυχές του προβλήματος υιοθετώντας το πλέον κοινότοπο «επιχείρημα» που δημιουργεί ο κοινωνικός αυτοματισμός («ξέρετε πόσοι άνθρωποι έχουν χάσει τη δουλειά τους στον ιδιωτικό τομέα;»), τότε μια «τεχνοκρατική» προσέγγιση θα πρέπει να δώσει απάντηση σε δύο βασικά ερωτήματα, αξιοποιώντας και τη διεθνή εμπειρία:

(α)   Ποια είναι η σημασία του υποστηρικτικού προσωπικού στη διοικητική, εκπαιδευτική και ερευνητική λειτουργία ενός ΑΕΙ;

(β)   Ποιος αριθμός υποστηρικτικού προσωπικού θεωρείται επαρκής;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση για τη συντριπτική πλειοψηφία του διδακτικού προσωπικού, τουλάχιστον στο ΕΜΠ, ευελπιστώ ότι θα ήταν προφανής: δεν μπορεί να υπάρξει ΑΕΙ χωρίς το υποστηρικτικό του προσωπικό. Πολύ δε περισσότερο, από τη στιγμή που η ζοφερή πραγματικότητα έχει οδηγήσει το ΕΜΠ και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, σε μια πολύπλευρη αξιοποίηση του προσωπικού αυτού όχι μόνο στη διοικητική αλλά και στην εκπαιδευτική (π.χ. επιτηρήσεις, βοήθεια σε εργαστηριακά μαθήματα, κλπ.) και στην ερευνητική διαδικασία (όπως εύκολα αποδεικνύεται όχι μόνο από τα τυπικά υψηλά προσόντα του προσωπικού αλλά και από τα βιογραφικά τους, π.χ. συμμετοχή σε επιστημονικές εργασίες). Τα σημεία αυτά, άλλωστε, επισημαίνονται και στην από 25/8/2013 απόφαση της Συγκλήτου του ΕΜΠ.

Η αναγνώριση της βαρύτητας του ρόλου του υποστηρικτικού προσωπικού, έστω και σε αμιγώς διοικητικές και τεχνικές θέσεις, επισημαίνεται όμως και στη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική. Για παράδειγμα, στην Έκθεση Higher Education Management Review[2] (Graham, 2009[3]), αναφέρεται χαρακτηριστικά: “… the key resource for universities is their academic and general staff[4]…”, συνεχίζοντας “…general staff not only support and facilitate teaching and research, but also contribute significantly to the effectiveness of universities by providing expertise and skills in management, policy development, student administration, curriculum development, budget administration, infrastructure and marketing…”. Ο Middleton (2006)[5] περιγράφει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Νέας Ζηλανδίας[6], συνθέτοντας αποτελέσματα από 146 μελέτες αναφορικά με τις επιπτώσεις των υποστηρικτικών υπηρεσιών και των ακαδημαϊκών προγραμμάτων στις επιδόσεις των προπτυχιακών φοιτητών. Το κεντρικό συμπέρασμα ήταν ότι η συμβολή του υποστηρικτικού προσωπικού είναι κομβικής σημασίας στην επίτευξη των ακαδημαϊκών αποτελεσμάτων, αναφέροντας επί λέξει: “…the contribution of nonteaching staff is also central to those outcomes. In other words, while excellent teaching is necessary to achieve positive academic outcomes in a tertiary institution, it is in itself not sufficient…”. Επίσης, η Graham (2012)[7] αναδεικνύει, χρησιμοποιώντας ως περίπτωση μελέτης το University of Technology Sydney (UTS), τη συμβολή του υποστηρικτικού προσωπικού στην επίτευξη υψηλών ακαδημαϊκών επιδόσεων επισημαίνοντας την αλλαγή της «ταυτότητάς» του μέσα σε ένα ταχέως εξελισσόμενο ακαδημαϊκό και τεχνολογικό περιβάλλον, επισημαίνοντας και τα ευρήματα του Bassnett (2005)[8]: “…(professional staff) are having to take on all kinds of tasks that would once have been done by academics…”. Αντίστοιχα αποτελέσματα καταγράφονται σε μια σειρά άλλων επιστημονικών ερευνών (π.χ. Welsh & Metcalf, 2003[9], Szekeres, 2004[10], Whitchurch, 2008[11], Graham, 2010[12], κ.ά.).

Η σημασία και η βαρύτητα του υποστηρικτικού προσωπικού στο ρόλο που επιτελούν τα ΑΕΙ δεν απαντά ωστόσο στις θέσεις του Υπουργείου Παιδείας για πλεονάζον προσωπικό 1700 και πλέον εργαζομένων, με βάση «…ποιοτικούς και ποσοτικούς δείκτες σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική…»[13].  Μολονότι οι ποσοτικοί δείκτες δεν μπορούν να συλλάβουν και να απεικονίσουν τις ιδιαιτερότητες της εκπαιδευτικής διαδικασίας (π.χ. την ανάγκη υποστήριξης εργαστηριακών μαθημάτων), ακολούθως χρησιμοποιείται, χωρίς να υιοθετείται, η «ποσοτική» λογική που επικαλείται το Υπουργείο Παιδείας προκειμένου να αναδειχθεί, με τα δικά του επιχειρήματα, η διαστρέβλωση της πραγματικότητας για το δήθεν «πλεονάζον προσωπικό».

Σύμφωνα με ένα αρχείο EXCEL που είδε το φως της δημοσιότητας, στο οποίο στηρίχτηκε η επεξεργασία του κυβερνητικού επιτελείου για να καταλήξει στον αριθμό των 1.765 υπαλλήλων των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ  που θα τεθούν σε διαθεσιμότητα[14], στα ελληνικά ΑΕΙ υπηρετούν 12.314 μέλη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (μέλη ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ/ΕΡΔΙΠ, μόνιμοι βοηθοί και επιστημονικοί συνεργάτες), εκ των οποίων 10.224 στα Πανεπιστήμια και 2.090 στα ΤΕΙ και 9.231 μέλη υποστηρικτικού προσωπικού (διοικητικοί υπάλληλοι μόνιμοι και ΙΔΑΧ, ΕΤΕΠ/ΕΤΠ, κλπ.), εκ των οποίων 7.254 στα Πανεπιστήμια και 1.977 στα ΤΕΙ. Με βάση τα παραπάνω, η αναλογία υποστηρικτικού: διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανέρχεται σε 0,75:1 συνολικά και 0,71:1 για τα Πανεπιστήμια και 0,95:1 για τα ΤΕΙ, αντίστοιχα.

Από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, οι εγγεγραμμένοι φοιτητές των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ της χώρας ανέρχονται σε 596.964 (οι 367.034 φοιτούν στα πανεπιστήμια και οι 229.930 στα ΤΕΙ), εκ των οποίων οι 303.026 είναι εγγεγραμμένοι πέραν των κανονικών εξάμηνων φοίτησης με βάση τα κριτήρια του Υπουργείου Παιδείας (Κάτσικας, 2013[15]). Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικών/ερευνητικών καθηκόντων για τα ελληνικά ΑΕΙ ανέρχεται σε  48:1 με βάση τους εγγεγραμμένους και 24:1 με βάση αυτούς που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα. Οι αναλογίες για Πανεπιστήμια και ΤΕΙ διαμορφώνονται σε 36:1 και 110:1, αντίστοιχα, για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών και σε 17:1 και 58:1, αντίστοιχα, για αυτούς που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα. Οι αναλογίες αυτές, τουλάχιστον για ορισμένα πανεπιστήμια, αναμένεται να επιδεινωθούν δεδομένης της αύξησης των εισακτέων για το ακαδημαϊκό έτος 2013-2014.

Όσον αφορά στο υποστηρικτικό προσωπικό, τα δεδομένα διαμορφώνονται ως εξής:

  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 65:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 32:1.
  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα Πανεπιστήμια η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 51:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα Πανεπιστήμια η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 24:1.
  • Για το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών στα ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 116:1.
  • Για το σύνολο αυτών που φοιτούν στα κανονικά εξάμηνα στα ΤΕΙ η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 62:1.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι αναλογίες αυτές αφορούν μόνο στους προπτυχιακούς και όχι στους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες.

Ποια είναι η αντίστοιχη, λοιπόν, εικόνα της διεθνούς πραγματικότητας που επικαλείται (αόριστα πάντα) το Υπουργείο Παιδείας;

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία της UK Higher Education Statistics Agency, στο Ηνωμένο Βασίλειο, για το ακαδημαϊκό έτος 2011-2012, ο αριθμός του διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανήλθε σε 181.385 άτομα (πλήρους και μερικής απασχόλησης), ενώ του υποστηρικτικού προσωπικού σε 196.860 άτομα[16]. Δηλαδή, η αναλογία μελών υποστηρικτικού:διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ανέρχεται σε 1,1:1, ήτοι 45% περίπου υψηλότερη από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ. Επίσης, ο συνολικός αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών ανέρχεται σε 1.928.140 άτομα[17]. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικών/ερευνητικών καθηκόντων ανέρχεται σε περίπου 11:1, ήτοι 2,5 έως 4,5 περίπου φορές χαμηλότερη (και συνεπώς καλύτερη) από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ, και η αναλογία φοιτητών:μέλη υποστ. προσωπικού ανέρχεται σε 10:1, ήτοι 3,2 έως 6,5 φορές χαμηλότερη (και συνεπώς καλύτερη) από αυτή των ελληνικών ΑΕΙ.

Αντίστοιχη εικόνα σχηματίζεται από τη μελέτη των στοιχείων που αφορούν σε παγκοσμίου φήμης πανεπιστήμια, στα οποία στοχεύουν, υποτίθεται, οι «μεταρρυθμιστικές» προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας με τη συνδρομή μάλιστα ιθυνόντων νόων εξ Εσπερίας. Για παράδειγμα, το ΜΙΤ, το 2013, απασχολεί 11.000 περίπου άτομα, εκ των οποίων 1.022 είναι διδακτικό προσωπικό[18] με 4.503 προπτυχιακούς φοιτητές[19]. Η αναλογία προπτυχιακών φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού ανέρχεται σε 5:1, περίπου. Το Stanford, το 2012, απασχολούσε 10.979 μέλη για την υποστήριξη του διδακτικού/ερευνητικού έργου[20]. O συνολικός αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών ανερχόταν σε 7.063[21], δηλαδή 0,64 φοιτητές:μέλη υποστ. προσωπικού (δηλ. 38 έως 80 φορές χαμηλότερη από αυτή των ελληνικών Πανεπιστημίων!). Τα μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού (“tenure-line”) ανέρχονταν σε 1.995[22] και όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου, η αναλογία φοιτητών:μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού ήταν 5:1[23]. Το California Institute of Technology έχει 300 μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού για 978 προπτυχιακούς φοιτητές, που διαμορφώνουν μια αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού 3:1 περίπου, ενώ ο συνολικός αριθμός των απασχολούμενων στο πανεπιστήμιο ανέρχεται σε 3.900 περίπου[24]. Το Princeton έχει 5.264 προπτυχιακούς φοιτητές και απασχολεί 5.974 εργαζόμενους, εκ των οποίων 1.148 είναι μέλη διδακτικού/ερευνητικού προσωπικού (πλήρους και μερικής απασχόλησης), με αναλογία φοιτητών:μελών διδακτικού προσωπικού 6:1 περίπου[25].

Η σύγκριση των στοιχείων από την ελληνική και διεθνή πραγματικότητα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, γεννούν οργή για τον εμπαιγμό και την προσπάθεια παραπλάνησης της ακαδημαϊκής κοινότητας και της ελληνικής κοινωνίας από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας με αναφορές σε «πλεονάζον προσωπικό» με βάση «διεθνείς πρακτικές» και θλίψη για την κατάσταση που βρίσκονται τα ελληνικά ΑΕΙ, με την ευθύνη των εκάστοτε κυβερνώντων. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, δημιουργούν κι ένα αίσθημα περηφάνιας, γιατί με πενιχρούς προϋπολογισμούς και δαπάνες Ε&Α, απαράδεκτη υποστελέχωση, ελλιπείς υποδομές, εξαθλιωμένο μισθολογικά προσωπικό, το ΕΜΠ και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, καθώς και μεμονωμένες ελληνικές ερευνητικές ομάδες επιτυγχάνουν σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Ανεξάρτητα, πάντως, από τα όποια συναισθήματα, οι ποσοτικοί δείκτες, τους οποίους συχνά (αλλά πάντα αόριστα) επικαλείται η εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας για να λοιδορήσει τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, αποδεικνύουν ότι τα ελληνικά ΑΕΙ λειτουργούν, σήμερα, όχι απλά με πολύ χειρότερους όρους από αυτά της αλλοδαπής αλλά σε οριακές συνθήκες ως προς το σκοπό που καλούνται να επιτελέσουν. Κι αυτό επιτυγχάνεται χάρη στο μεράκι, στο φιλότιμο, στην αυταπάρνηση του διδακτικού, ερευνητικού και υποστηρικτικού προσωπικού των Ιδρυμάτων.

Οποιαδήποτε διαθεσιμότητα-απόλυση υποστηρικτικού προσωπικού θα λειτουργήσει ως εκρηκτικός μηχανισμός που θα κατεδαφίσει ότι έχει μείνει όρθιο στα ελληνικά ΑΕΙ τα τρία τελευταία χρόνια των Μνημονίων. Οι συνέπειες δεν θα πλήξουν μόνο τα Ιδρύματα αλλά και τη σκληρά δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία, καθώς τα ΑΕΙ θα αδυνατούν αντικειμενικά να λειτουργήσουν. Πολλές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας τα τελευταία χρόνια υπονομεύουν, συστηματικά και σταθερά, το δημόσιο Πανεπιστήμιο (πάντα φυσικά με την επίκληση της «μεταρρύθμισης»). Η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, ωστόσο, υλοποιώντας απαρέγκλιτα τα προστάγματα της μνημονιακής πολιτικής θα μείνει στην Ιστορία ως αυτή που έβαλε την οριστική ταφόπλακα στη δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή pdf

 


[1]     Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος «υποστηρικτικό προσωπικό», συμπεριλαμβάνοντας διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, στο οποίο, επισήμως, δεν ανατίθενται διδακτικά καθήκοντα, για λόγους συγκρισιμότητας με τα διεθνή στατιστικά στοιχεία.

[2]     Hoare, D. (Chair) (1995). Higher education management review. Canberra: AGPS.

[3]     Graham, C. (2009). Investing in early career general staff, Journal of Higher Education Policy and Management, 31(2), pp.175-183.

[4]     Διεθνώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια συστηματική προσπάθεια απαλοιφής του όρου “non-academic staff”, καθώς θεωρείται υποτιμητικός και χρησιμοποιούνται οι όροι “general staff” ή “professional staff” (βλ. για παράδειγμα: Sebalj, D., Holbrook, A. & Bourke, S. (2012). The rise of ‘professional staff’ and demise of the ‘non-academic’: a study of university staffing nomenclature preferences, Journal of Higher Education Policy and Management, 34(5), pp. 463-472).

[5]     Middleton, S. (2006). The divided house in tertiary: The importance of service departments in positive academic outcomes. Paper presented at the Association for Tertiary Education Management Conference, Sydney, August 2006. Διαθέσιμο: http://pandora.nla.gov.au/pan/10533/20061010-0000/www.temc.org.au/downloads/papers/TheDividedHouseinTertiary_MIDDLETON.pdf

[6]     Prebble, T., Hargreaves, H., Leach, L., Naidoo., Suddaby, G., Zepoke, N., (2005). The impact of student support services and academic development programmes on student outcomes in undergraduate tertiary study: A synthesis of the research. NZ Ministry of Education.

[7]     Graham, C. (2012). Transforming spaces and identities: the contributions of professional staff to learning spaces in higher education, Journal of Higher Education Policy and Management, 34 (4), pp. 437-452.

[8]     Bassnett, S. (2005). The importance of professional university administration: A perspective from a senior university manager. Perspectives: Policy and Practice in Higher Education, 9, pp. 98–102.

[9]     Welsh, J.& Metcalf, J. (2003). Administrative support for institutional effectiveness activities: responses to the ‘new accountability’, Journal of Higher Education Policy and Management, 25(2), pp. 183-193.

[10]    Szekeres, J. (2004). The Invisible Workers, Journal of Higher Education Policy and Management, 26(1), pp. 7-22.

[11]    Whitchurch, C. (2008). Beyond administration and management: reconstructing the identities of professional staff in UK higher education, Journal of Higher Education Policy and Management, 30(4), pp. 375-386.

[12]    Graham (2010). Hearing the voices of general staff: a Delphi study of the contributions of general staff to student outcomes, Journal of Higher Education Policy and Management, 32(3), pp. 213-223.

[13]    βλ. υπ’ αριθμ. 113287/14-8-2013/ΙΒ έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων

[14]    Ρεπορτάζ του esos.gr με τίτλο «Η διαθεσιμότητα υπαλλήλων αφορά όλα τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ». Διαθέσιμο: http://esos.gr/article/eidisis-tritovathmia-ekpaidefsi/diathesimothta-ypallilon-afora-ola-panepisthmia-tei

[15]    Κάτσικας, Χ. (2013). Από το Σεπτέμβριο: Διαγράφουν έναν στους τρεις φοιτητές, Εφημερίδα των Συντακτών 8/4/2013. Διαθέσιμο: http://www.efsyn.gr/?p=38252

[16]    Περιληπτικά και αναλυτικά στατιστικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/index.php?option=com_content&task=view&id=1898&Itemid=239

[17]    Περιληπτικά και αναλυτικά στατιστικά στοιχεία είναι διαθέσιμα στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/index.php?option=com_content&task=view&id=1897&Itemid=239. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η HESA καταγράφει μέσα στο φοιτητικό πληθυσμό φοιτητές που είναι εγγεγραμμένοι σε αγγλικά πανεπιστήμια αλλά δεν φοιτούν στο Ηνωμένο Βασίλειο (μέσω συμφωνιών συνεργασίας/franchising), φοιτητές που φοιτούν σε προγράμματα «από απόσταση», κ.ά., όπως φαίνεται από τους ορισμούς που δίνονται στη διεύθυνση: http://www.hesa.ac.uk/content/view/1902/#SRP . Συνεπώς, οι αναλογούντες φοιτητές ανά διδακτικό και υποστηρικτικό προσωπικό στα πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου ενδέχεται να είναι ακόμη λιγότεροι.

[18]    MIT Facts 2013, Faculty and Staff. Διαθέσιμο: http://web.mit.edu/facts/faculty.html

[19]    MIT Facts 2013, ΜΙΤ at a Glance. Διαθέσιμο: http://web.mit.edu/facts/faqs.html

[20]    Stanford, Stanford Facts: Administration. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/administration/

[21]    Stanford, Stanford University Common Data Set 2012-2013. Διαθέσιμο: http://ucomm.stanford.edu/cds/2012

[22]    Stanford, Stanford Facts: Research. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/research/faculty

[23]    Stanford, Stanford Facts: Academics. Διαθέσιμο: http://facts.stanford.edu/academics/undergraduate

[24]    California Institute of Technology, At a glance. Διεύθυνση: http://www.caltech.edu/content/glance

[25]    Princeton University, Profile 2012-2013. Διεύθυνση: http://www.princeton.edu/pub/profile/PU-profile-2012-13.pdf