Εκεί που μας χρωστούσαν…

Στις 11.01.17, η Σύγκλητος του ΕΜΠ παραχώρησε συνέντευξη τύπου με σκοπό να ενημερώσει την ελληνική κοινωνία για την τραγική οικονομική πραγματικότητα του Ιδρύματος, μετά από τις διαρκώς μειούμενες, από το 2009 έως σήμερα, κρατικές επιχορηγήσεις.

Διερωτήθηκε άραγε το Υπουργείο ποιο ήταν το τίμημα που πλήρωσε (και πληρώνει) το ΕΜΠ, και προφανώς και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαιτίας της αναιμικής χρηματοδότησης όλα αυτά τα χρόνια;

Σε απάντηση της συνέντευξης αυτής, στις 12.01.17, το Υπ. Παιδείας εξέδωσε Δελτίο Τύπου, στο οποίο θα περιμέναμε, όπως μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια άλλωστε, να μας υπενθυμίσει την ανάγκη υλοποίησης των δεσμεύσεων που απορρέουν από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας κ.λπ. κ.λπ. (απεκδυόμενο φυσικά κάθε ευθύνης και για την υπογραφή των δεσμεύσεων και για τα αποτελέσματα των εφαρμοζόμενων πολιτικών). Ωστόσο, το Υπουργείο προχώρησε αυτή τη φορά ένα βήμα παραπάνω αναφέροντας στο Δελτίο Τύπου ότι «…προκαλούν εύλογες απορίες οι δραματικοί τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν …».

Πρόκειται για διαζύγιο με την πραγματικότητα ή περισσό θράσος; Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί μια τέτοια απάντηση όταν:

  • Η κρατική επιχορήγηση, σε σχέση με το 2009, έχει μειωθεί κατά 70% περίπου.
  • Οι πάγιες ανάγκες λειτουργίας του ΕΜΠ (ηλεκτρισμός, θέρμανση, τηλεπικοινωνίες, κ.λπ.) υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό (αποτελούν το 130% της κρατικής επιχορήγησης!).
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έχει συρρικνωθεί κατά 90% περίπου, στο μισό των απαιτούμενων δαπανών συντήρησης των εγκαταστάσεων. Για νέο έργο, ούτε λόγος!
  • Η επιχορήγηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών έχει μηδενιστεί. Τιμωρία, για το γεγονός ότι το ΕΜΠ επιμένει να παρέχει δωρεάν τη μεταπτυχιακή φοίτηση;

Και αυτά είναι μόνο ορισμένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν, με αδιαμφισβήτητο τρόπο, την εφιαλτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Ίδρυμα.

Ακόμη πιο ενοχλητικό είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο επιχε...

Περισσοτερα...

Απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, τα δίδακτρα…και τις «έδρες»

Τα πανεπιστήμια στροβιλίζονται στη δίνη της κρίσης, όπως και ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Ίσως, μάλιστα, να βρίσκονται εγγύτερα από κάθε άλλο τομέα του κοινωνικού κράτους στο κέντρο της τρομακτικής αυτής περιδίνησης, μιας που οι προϋπολογισμοί τους έχουν περικοπεί κατά 70-80%, ποσοστό πολλαπλάσιο της αντίστοιχης μείωσης του ΑΕΠ. Τα πανεπιστήμια, τα κέντρα μόρφωσης της ελληνικής νεολαίας και θερμοκοιτίδες ενός καλύτερου αύριο για τη χώρα, αντιμετωπίστηκαν από τους δανειστές – επικυρίαρχους και από τις μνημονιακές κυβερνήσεις ως περιττή πολυτέλεια. Σήμερα, βρίσκονται σε συνεχή πτωτική πορεία, αντιμέτωπα με πολλαπλά προβλήματα επιβίωσης, που είναι αδύνατον να λυθούν από το περίσσευμα φιλοτιμίας και αίσθησης καθήκοντος του διδακτικού προσωπικού και των εργαζομένων τους.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει δώσει πια πολλά δείγματα γραφής για την πολιτική της στα πανεπιστήμια, και δια των πράξεων και δια των παραλείψεων της.

  • Η κυβέρνηση μοιάζει να εγκαταλείπει τα πανεπιστήμια στο έλεος της αδυσώπητης οικονομικής δυσπραγίας. Φράσεις, όπως «να μείνει η παιδεία εκτός μνημονίου γιατί προετοιμάζει το μέλλον της χώρας» έχουν αποσυρθεί ακόμη και από τη ρητορική της κυβέρνησης. Στο οικονομικό ζήτημα, εκεί που εμφανίζεται απογυμνωμένη από μακιγιάζ κάθε πολιτική, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι δαπάνες παραμένουν σταθερά κάτω από τις στοιχειώδεις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστημίων, δηλαδή κάτω από το επίπεδο επιβίωσης. Ακόμη και στο θέμα των μισθών, στο οποίο υπάρχει τελεσίδικη απόφαση του ΣτΕ για επιστροφή στο επίπεδο του 2012, η κυβέρνηση αρνείται να κάνει αυτό που η ίδια υλοποίησε στην αντίστοιχη περίπτωση των δικαστικών. Αντ’ αυτού δηλώνει ότι ψάχνει να βρει τη «μαγική φόρμουλα» ώστε να «δώσει αυξήσεις» στα μέλη ΔΕΠ, αν και το συνολικό κόστος των ειδικών μισθολογίων θα πρέπει να παραμείνει «δημοσιονομικά ουδέτερο», σύμφωνα με το Μνημόνιο, δηλαδή παγωμένο.
  • Οι αναπόδραστες συνέπειες αυτής της πραγματικότητας γίνεται προσπάθεια ...
Περισσοτερα...

Νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά: «καταπίνοντες την κάμηλον…»

Το πρόσφατο Ν/Σ που κατέθεσε η Κυβέρνηση για τα μεταπτυχιακά αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη παρέμβαση στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, και ως τέτοια αξίζει να αναλυθεί και ως προς τις συνέπειές της στις σπουδές και ως γενικότερο δείγμα γραφής. Όχι πως η απουσία παρέμβασης, ακόμη και σε θεσμούς πλήρως απαξιωμένους στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως τα Συμβούλια Ιδρύματος, δεν λέει πολλά. Οπωσδήποτε, όμως, η κατάθεση μιας δικής της ρύθμισης για το πώς σχεδιάζει τη λειτουργία των μεταπτυχιακών προγραμμάτων λέει πολύ περισσότερα.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του νομοσχεδίου αυτού:

Α. Στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η λειτουργία των μεταπτυχιακών, όπως και κάθε πανεπιστημιακή δραστηριότητα, απαντά με την επίσημη θεσμοθέτηση διδάκτρων. Μια αριστερή κυβέρνηση κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει καμιά συντηρητική κυβέρνηση. Όχι πως οι προηγούμενοι δεν είχαν αφήσει συνειδητά διάπλατα «παράθυρα» για να ξεφυτρώσουν εκατοντάδες μεταπτυχιακά προγράμματα αμφιβόλου ποιότητας ή ακόμη και διαπιστευμένης κακής ποιότητας, με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση της αγωνίας της ελληνικής οικογένειας να δώσει κάποια προοπτική στα παιδιά της. Όμως, η αποδοχή και αναγνώριση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης από την Κυβέρνηση, η προσχώρηση στο κεντρικό κάλεσμα του νεοφιλελευθερισμού, το «πουλήστε τη γνώση σας για να επιβιώσετε», αποτελεί και πολιτική παρακμή και απόλυτα αδιέξοδη «λύση».

Β. Με το Ν/Σ η Κυβέρνηση ωθεί τα ΑΕΙ στην πλήρη ευθυγράμμιση με το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών, γνωστού ως μοντέλου της Μπολόνια, μέσω της πλήρους αντιστοίχισης με τους αντίστοιχους κύκλους του. Όμως, αυτό το μοντέλο σπουδών δεν είναι μια κάποια τεχνική οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης...

Περισσοτερα...

Οι μνημονιακές “υποχρεώσεις” της κυβέρνησης βλάπτουν σοβαρά (και) τα μέλη ΔΕΠ!

Η κυβέρνηση αποφάσισε το πάγωμα των ειδικών μισθολογίων, και μέσα σε αυτά και των πανεπιστημιακών, μέχρι την 31.12.2018.

Το νέο μέτρο του παγώματος του χρονοεπιδόματος έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%, δίνοντας προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές»!

Πρόκειται για νέα μισθολογική μείωση και όχι «πάγωμα», αφού καταργεί το δικαίωμα της αύξησης  του 4% του χρονοεπιδόματος. Άλλωστε, το «πάγωμα» αυτό αποτιμάται σε μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 120 εκ. ευρώ, συνολικά. Το «πάγωμα» αυτό μπορεί να συμπαρασύρει ακόμη και την ακαδημαϊκή εξέλιξη, αφού αυτή σημαίνει και  μισθολογική εξέλιξη. Η κυβέρνηση αντί να εφαρμόσει την απόφαση του ΣτΕ για αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών, όπως είναι συνταγματική επιταγή, προχωρά σε νέες μειώσεις μισθών!

Δεν πρόκειται για προσωρινό μέτρο. Δεν γελιόμαστε. Για την ακρίβεια η πιθανότητα να είναι προσωρινό είναι όση όλων των υπολοίπων μνημονιακών μέτρων που εμφανίστηκαν ως τέτοια, δηλαδή της έκτακτης εισφοράς, του ΕΝΦΙΑ κλπ.

Πρόκειται για νόμο του Κράτους. Η τροπολογία της τελευταίας στιγμής ότι η κυβέρνηση «δύναται» να αντικαταστήσει το μέτρο με άλλα ισοδύναμα δεν τον ακυρώνει. Απεναντίας, από μνημονιακή δέσμευση είναι τώρα νόμος τους Κράτους «και με τη βούλα», που θα ακυρωθεί «αν και εφόσον»… Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο ντόρος που έγινε αφορά άλλα μισθολόγια, και δη αυτό των στρατιωτικών, ενώ για τους πανεπιστημιακούς δεν υπήρξε καμία αναφορά.

Πρόκειται για απαράδεκτο μέτρο...

Περισσοτερα...

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Δεν έχουμε καμιά διάθεση να φορτώσουμε με τραγικούς τόνους την επικοινωνία μας με τους συναδέλφους. Αρκετά βομβαρδιζόμαστε καθημερινά και παντοιοτρόπως όλοι. Δεν έχουμε, όμως, και καμιά διάθεση να μιμηθούμε τη στρουθοκάμηλο σε μια δραματική επιδείνωση  της ζωής και των συνθηκών εργασίας του πανεπιστημιακού.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ.

Αυτό που αποφασίζεται στις επόμενες ημέρες είναι η σύνταξη ενός καθηγητή πρώτης βαθμίδας με 30 χρόνια υπηρεσίας να κυμαίνεται στα 1100 ευρώ περίπου, μειωμένη κατά 1600 ευρώ από αυτή που έπαιρνε το 2007. Όμως το κόστος ζωής όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε από το 2007 (ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε μεταξύ 2007-2015 πάνω από 10%). Έτσι, όλη αυτή η μείωση μεταφράζεται ευθέως σε απώλεια ποιότητας ζωής, σε μια δραματική φτωχοποίηση. Κι αυτό αποτελεί μια απόφαση που για πολλούς από εμάς θα γίνει επώδυνα πραγματική σε λιγότερο από πέντε χρόνια, όταν ένα μεγάλο ποσοστό των συναδέλφων στο ΕΜΠ συνταξιοδοτείται.

Την ίδια ώρα, οι μέχρι και κατά 40% μειωμένοι μισθοί μας μπαίνουν σε νέα προκρούστεια κλίνη με κατεύθυνση «εξομάλυνσης» με το ενιαίο μισθολόγιο, σύμφωνα με τη μνημονιακή δέσμευση (μέχρι τον Ιούνιο). «Κυβερνητικοί κύκλοι», σύμφωνα με δημοσιεύματα,  δηλώνουν έτοιμοι για το ακαδημαϊκό μισθολόγιο. Εμείς πότε θα πρέπει να το μάθουμε; Κατόπιν εορτής;

Σε απόλυτη συγχορδία με τα προηγούμενα είναι και η «διατίμηση» της αυτοδύναμης διδασκαλίας, σύμφωνα με τη γνωστή προκήρυξη ΕΣΠΑ στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας, με 300 ευρώ «το κομμάτι» και η διασπορά της αποκλειστικής αυτής ευθύνης των μελών ΔΕΠ σε οποιονδήποτε, και μάλιστα με την προκλητική αιτιολογία της «κατάργησης της καθηγητικής αυθεντίας». Το γεγονός ότι αυτό δεν καταργεί μόνο τα εργασιακά δικαιώματα των μελών ΔΕΠ αλλά εξευτελίζει και το νέο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και «βουλιάζει» την ποιότητα σπουδών των πανεπιστημίων  φαίνεται να μην ενοχλεί κανέναν...

Περισσοτερα...