Θέση των Πανεπιστημιακών Δασκάλων ΕΜΠ για το Σχέδιο Νόμου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις»

Στις 4 Δεκεμβρίου 2019 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Παιδείας το Σ/Ν «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις». Η νυν ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας συνεχίζει την πρακτική των προηγούμενων ηγεσιών ως προς την αποσπασματική θεσμοθέτηση μέτρων και, μάλιστα, για μείζονος σημασίας θέματα όπως είναι η αξιολόγηση των Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και η δημιουργία μιας νέας Αρχής για την ανώτατη εκπαίδευση, γεγονός που επιδεινώνει το πρόβλημα των διάσπαρτων, ασαφών και αντιφατικών νομοθετικών διατάξεων. Και βέβαια, δεν λείπουν ούτε οι περίφημες «Λοιπές διατάξεις», μέσω των οποίων λαμβάνονται αποφάσεις για πλείστα όσα σοβαρά θέματα.

Οι διατάξεις των Άρθρων 22 έως 31 που αφορούν στο πλαίσιο λειτουργίας των ΕΛΚΕ είναι πολύ κατώτερες της ανάγκης για άμεση αποδέσμευση της Έρευνας από τον γραφειοκρατικό στραγγαλισμό και των προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί από σχετικά (μάλλον κατευθυνόμενα) δημοσιεύματα. Επίσης,  δεν περιλαμβάνουν αντίστοιχες προβλέψεις για τη διαχείριση των κονδυλίων του Τακτικού Προϋπολογισμού, εγκαταλείποντας ένα σημαντικό τμήμα των πανεπιστημιακών δράσεων κυριολεκτικά στο έλεος μιας απίθανης  γραφειοκρατίας. Έτσι, η γραφειοκρατία και η αντίληψη πως οι συνάδελφοι είναι εν δυνάμει απατεώνες καλά κρατούν. Προφανώς, η Υπουργός κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, αφού το κόμμα της ΝΔ διέθεσε σημαντικό ποσό από τη συνολική κρατική επιμορφωτική δαπάνη που έλαβε για εξόφληση χρεών του κόμματος σε Τράπεζες και Δημόσιο, σε ρητή αντίθεση με τους σκοπούς της συγκεκριμένης επιχορήγησης[1]! Αναμφίβολα, λοιπόν, τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που τίθενται στο παρόν νομοσχέδιο είναι η συγκρότηση της ΕΘΑΑΕ και η σύνδεση της αξιολόγησης των ΑΕΙ με τη χρηματοδότησή τους σε ποσοστό 20% (χωρίς να υποτιμάται η σημασία άλλων διατάξεων όπως, για παράδειγμα, της παρ. 2 του Άρθρου 10 για την αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών που οδηγούν στην άσκηση «νομοθετικώς ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων», και τις επισφαλείς διαδικασίες  που ανοίγει).

Ένα πρώτο ερώτημα, που εύλογα δημιουργείται ακόμη και στον πλέον καλοπροαίρετο συνάδελφο, αφορά στους λόγους που ώθησαν το Υπουργείο στην κατάργηση της ΑΔΙΠ και στην αντικατάστασή της από την ΕΘΑΑΕ, αφού σε μια πρώτη ανάγνωση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των δύο Αρχών δεν εντοπίζονται διαφορές, τουλάχιστον ως προς τα ουσιαστικά ζητήματα. Χωρίς καμία διάθεση υποστήριξης του ρόλου και του έργου της ΑΔΙΠ, θα περιμέναμε από την νυν ηγεσία, για λόγους στοιχειώδους συνέπειας με τις θέσεις που εξέφραζε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση για τις «….άνευ ακαδημαϊκών κριτηρίων και μελετών βιωσιμότητας και σκοπιμότητας….» συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων και ΤΕΙ από την προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου, να προβεί – έστω για τα μάτια του κόσμου – στην αξιολόγηση της ΑΔΙΠ και στην αποτίμηση του έργου της για να τεκμηριώσει την ανάγκη κατάργησής της. Η νυν ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, όπως και η Κυβέρνηση της ΝΔ συνολικά κατά τους πρώτους έξι μήνες διακυβέρνησης, έχει αποδείξει ωστόσο ότι δεν ενδιαφέρεται να τηρήσει ούτε καν τα προσχήματα. Η κατάργηση της ΑΔΙΠ και η αντικατάστασή της από την ΕΘΑΑΕ έχει ως μοναδικό στόχο τον πλήρη έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής από την ηγεσία του Υπουργείου για να αποφευχθούν «προβλήματα» του παρελθόντος – όπως η κριτική που είχε ασκηθεί από την ΑΔΙΠ στο σχέδιο «Αθηνά» με αναφορές για «…πολλές αδυναμίες, η κυριότερη των οποίων αφορά την μη συνεπή και ομοιόμορφη εφαρμογή κριτηρίων…» (ένας très chic τρόπος για να θιγούν οι μικροκομματικές σκοπιμότητες του σχεδίου)[2] – αλλά και να διευκολυνθούν οι μελλοντικοί σχεδιασμοί της Κυβέρνησης. Για τους λόγους αυτούς επιλέγεται με τη συγκεκριμένη διαδικασία ο Προέδρος της ΕΘΑΑΕ (με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και σύμφωνη γνώμη της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής), ο οποίος και συγκεντρώνει σημαντικές εξουσίες στα χέρια του (είναι Πρόεδρος και του Ανώτατου Συμβουλίου και του Συμβουλίου Αξιολόγησης και Πιστοποίησης, είναι μέλος των επιτροπών αξιολόγησης και συγκροτεί με κρίση, χωρίς προβλεπόμενα κριτήρια, τις δύο τριμελείς επιτροπές που αξιολογούν τις υποψηφιότητες των δύο ανωτέρω Συμβουλίων, κ.ά.). Το επιτελικό κράτος, βλέπετε, απαιτεί την ύπαρξη επιβλέποντος «Σουλτάνου» στην ανώτατη εκπαίδευση, ώστε η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, με την επίφαση της αξιολόγησης μιας «Ανεξάρτητης» Αρχής, να εφαρμόζει επιθετικά και ασφυκτικά τις επιλογές της, καταστρατηγώντας τον αυτοδιοίκητο χαρακτήρα των Ιδρυμάτων.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό θα διαδραματίσει φυσικά η αξιολόγηση των Ιδρυμάτων και, ιδιαίτερα, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότησή τους. Τα έργο των πανεπιστημίων – εκπαιδευτικό και ερευνητικό – πρέπει να σχεδιάζεται, να αποτιμάται και να επανασχεδιάζεται, με σταθερό στόχο τη βελτίωσή του, ως νευραλγικής σημασίας κοινωνική διαδικασία. Όσο, όμως, σωστή είναι η θέση αυτή άλλο τόσο πραγματική είναι και η θέση ότι μέσω των κατάλληλων «κριτηρίων αξιολόγησης» προωθείται αποτελεσματικά ακόμη και η πιο σκληρή αντιεκπαιδευτική πολιτική. Η διαδικασία σχεδιασμός-αποτίμηση-επανασχεδιασμός του έργου των πανεπιστημίων είναι εκ των πραγμάτων σύνθετη, καθώς πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες κάθε επιστημονικού κλάδου και, κυρίως, πρέπει να είναι ικανή να αποτιμά τα ποιοτικά στοιχεία που συνθέτουν και διαμορφώνουν τον πολύπλευρο ακαδημαϊκό χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η χρήση «αντικειμενικών ποσοτικών» δεικτών, τόσο της  «μόδας» σήμερα, αποτελεί μια απλούστευση που σε πλείστες των περιπτώσεων αποτυγχάνει να περιγράψει με στοιχειώδη επάρκεια το επιτελούμενο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο. Ασφαλώς, το ανεκδοτολογικό εύρημα των Smeyers & Burbules (2011)[3], που φέρνουν ως παράδειγμα τη μελέτη των Fleischmann & Pons (1989)[4] στο πεδίο της «ψυχρής σύντηξης», η οποία έχει περισσότερες από 830 ετεροαναφορές, ως παράδειγμα, όμως, «ηλίθιου σφάλματος ή απάτης», δεν είναι μοναδικό.

Οι  πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος αναδεικνύονται όταν η αξιολόγηση συνδέεται (στην αρχή πάντα μερικά, στη συνέχεια όλο και περισσότερο) με τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων. Η σχετική εμπειρία των αγγλικών Πανεπιστημίων είναι άλλωστε χαρακτηριστική. Σύμφωνα με δημοσιευμένες έρευνες, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση με χρήση ποσοτικών δεικτών, όπως για παράδειγμα ο λόγος αποφοιτησάντων προς εγγεγραμμένων φοιτητών, μπορεί να οδηγήσει σε «χαλάρωση» των ακαδημαϊκών κριτηρίων (χαρακτηριστική η περίπτωση της «παρότρυνσης» του Προέδρου του Τμήματος  Design & Engineering του Bournemouth University, να ελαχιστοποιήσουν οι καθηγητές του Τμήματος τον αριθμό των αποτυχόντων στις εξετάσεις φοιτητών[5]). Επιπρόσθετα, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση γρήγορα οδηγεί και στη σύνδεση της ατομικής αξιολόγησης των μελών ΔΕΠ με το μισθό τους[6], επιταχύνει τις ανισότητες[7] και επιδρά αρνητικά στην ακαδημαϊκή ελευθερία[8],[9],[10],[11]. Επιπρόσθετα, συμβάλλει στη «διάβρωση» του ρόλου των Πανεπιστημίων, μετατρέποντάς τα από ακρογωνιαίο λίθο της ελεύθερης πρόσβασης σε ένα ύψιστο κοινωνικό αγαθό, την παιδεία, σε κέντρα εμπορίου κάτω από την επίθεση ενός ανελέητου οικονομικού ανταγωνισμού[12]. Τέλος, δεν απουσιάζουν κριτικές αναφορικά με την απουσία διαφάνειας και παραποίησης των αποτελεσμάτων στη διαδικασία αξιολόγησης[13], οι οποίες μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων (π.χ. αναφέρεται πως η πτώση του Πανεπιστημίου του Manchester από την 8η θέση το 2008, στην 17η το 2014 είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια ερευνητικών πόρων της τάξης των 69 εκατ. GBP). Και αν η αδιαφάνεια και ο «χειρισμός» της αξιολόγησης χαρακτηρίζουν ένα σύστημα όπως το Research Excellence Framework (REF) του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία να αναλογιστεί κάποιος πώς θα λειτουργήσει ένα αντίστοιχο σύστημα στην ελληνική πραγματικότητα (βλ. σχέδιο «Αθηνά», συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων-ΤΕΙ, κ.ά.). Έχει, τέλος, ενδιαφέρον να αναφερθούν τα στοιχεία που αφορούν στο κόστος που αυτή ενέχει σε οικονομικούς όρους και απαιτούμενες εργατοώρες για τη συλλογή και την επεξεργασία των στοιχείων. Για παράδειγμα, στα Πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου το κόστος αποτίμησης του έργου τους, στο πλαίσιο του REF 2014, ανήλθε σε 55 εκατ. GBP, ενώ κατά άλλες εκτιμήσεις σε 100 εκατ. GBP9.

Επιστρέφοντας στην πρόταση της Υπουργού, το 80% του προϋπολογισμού θα δίνεται με βάση το συνολικό αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή, κλπ. και το 20% με βάση τους «δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων». Ή η Υπουργός και η Κυβέρνηση συνολικά, είναι εκτός πραγματικότητας, ή επιχειρούν, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, μία τεράστια «λαθροχειρία» με στόχο την περαιτέρω μείωση της απολύτως ανεπαρκούς σημερινής κρατικής επιχορήγησης. Μάλιστα, δεν θα διστάσουν να επιρρίψουν την ευθύνη για την τραγική υποχρηματοδότηση στα ίδια τα Πανεπιστήμια, επικαλούμενοι την δήθεν απουσία ικανοποιητικών αποδόσεων! Πραγματικά, δεν μπορεί να δοθεί κάποια άλλη εξήγηση αν αναλογιστούμε, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το ΕΜΠ, την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας εξαιτίας των πολιτικών που ασκήθηκαν από όλες τις Κυβερνήσεις την τελευταία δεκαετία με αφορμή την οικονομική κρίση που ταλάνισε – και ταλανίζει – τη χώρα

Εξαιτίας της αύξησης του αριθμού των εισακτέων (και μάλιστα πριν από τους πρόσθετους εισακτέους από τις ειδικές κατηγορίες και τις μετεγγραφές, που σε ορισμένες Σχολές του ΕΜΠ αυξάνουν δραματικά τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών), ο λόγος πρωτοετών φοιτητών ανά μέλος ΔΕΠ έχει αυξηθεί στις Σχολές του ΕΜΠ κατά 71% (από 21% στη ΣΜΜ έως 122% στη ΣΕΜΦΕ)! Ο συνολικός προϋπολογισμός του ΕΜΠ έχει μειωθεί κατά 70% περίπου, ενώ η αντίστοιχη μείωση στη χρηματοδότηση των Σχολών αγγίζει το 91%! Αυτό που «εγγυάται» η Υπουργός είναι να αφήσει το ΕΜΠ και τις Σχολές με το 24% και το 7,2% του προϋπολογισμού του 2009, αντίστοιχα, κι εφόσον αποδειχτούμε «καλοί» να μας επαναφέρει στο 9%, χρησιμοποιώντας δείκτες εκτός ελέγχου των Πανεπιστημίων, όπως για παράδειγμα «την απορρόφηση των αποφοίτων από την αγορά εργασίας» (με την ανεργία στους νέους μηχανικούς να αγγίζει το 50%), ή «την αριθμητική σχέση αποφοίτων προς τους εισερχόμενους φοιτητές» (ο παρονομαστής ως γνωστόν καθορίζεται από το Υπουργείο…)! Αν αυτή η διάταξη περάσει, νομιμοποιείται και μονιμοποιείται η χρόνια οικονομική αναιμία και ο προμελετημένος θάνατος των δημόσιων πανεπιστημίων. Τι καλύτερο δώρο για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, τον διακαή πόθο της Κυβέρνησης;!

Είναι προφανές πως το συγκεκριμένο νομοσχέδιο όχι απλά δεν συμβάλλει στη βελτίωση των ελληνικών πανεπιστημίων, αντιθέτως υπονομεύει τη λειτουργία τους, μονιμοποιώντας την κρατική εγκατάλειψη έναντι της συνταγματικής επιταγής για την πλήρη στήριξή τους. Το Υπουργείο αντί να φροντίσει για την εξασφάλιση των απαιτούμενων πόρων για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών τους, περιορίζει και αλλοιώνει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της Πολιτείας να χρηματοδοτεί τα Δημόσια Πανεπιστήμια, στο πλαίσιο του πλήρους αυτοδιοίκητου που πρέπει να απολαμβάνουν. Αντί να ενισχύσει τις κατά κεφαλή δαπάνες για Έρευνα & Ανάπτυξη, οι οποίες είναι περίπου στο 40% του μέσου όρου της ΕΕ-28[14], επιχειρεί να μειώσει τα διαθέσιμα κονδύλια μέσω της δήθεν αντικειμενικής αξιολόγησης της επιτυγχανόμενης ερευνητικής δραστηριότητας με δείκτες όπως ο αριθμός Κέντρων Αριστείας κάθε Ιδρύματος (που θα αναδεικνύονται με γενικόλογα και αόριστα κριτήρια προς εξυπηρέτηση ημετέρων…).

Η απόρριψη του εν λόγω νομοσχεδίου, και ειδικότερα η θέσπιση της ΕΘΑΑΕ με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά οργάνωσης και τρόπου λειτουργίας και το προτεινόμενο πλαίσιο αξιολόγησης και η διασύνδεση αυτής με την απολύτως ανεπαρκή σημερινή χρηματοδότηση, δεν αποτελεί απλά μονόδρομο αλλά στάση ευθύνης και αξιοπρέπειας.

[1] https://vouliwatch.gr/actions/article/vouliwatch-vs-epitropi-eleghoy-tis-voylis-gia-ta-oikonomika-ton-kommaton-vol-2

[2]     https://www.adip.gr/sites/default/files/pages/13/723-hqa_opinionathenai.pdf

[3]     Smeyers, P. & Burbules, N. (2011). How to Improve your Impact Factor: Questioning the Quantification of Academic Quality, Journal of Philosophy of Education, 45(1), pp. 1-17. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1111/j.1467-9752.2011.00787.x

[4]     Fleischmann, M. and Pons, S. (1989) Electrochemically Induced Nuclear Fusion of Deuterium, Journal of Electroanalytical Chemistry, 261/2A, pp. 301–308. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0022072889800063

[5] The Guardian (2004). ‘Degrees for sale’ at UK universities. https://www.theguardian.com/uk/2004/aug/01/universityfunding.highereducation

[6] De Fraja, Gianni and Facchini, Giovanni and Gathergood, John, Academic Salaries and Public Evaluation of University Research: Evidence from the UK Research Excellence Framework (September 30, 2018). Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=2815174 or http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.2815174

[7] Schäfer, L. O. (2016). Performance assessment in science and academia: Effects of the RAE/REF on academic life. Working paper no. 7, Centre for Global Higher Education. https://www.researchcghe.org/perch/resources/publications/wp7.pdf

[8] Ladyman, J. (2011). Don’t Play Politics with Academic Freedom. New Statesman, March 30.

[9] Smith, A. (2012). Making an Impact: When Science and Politics Collide. Guardian, June 14.

[10] Watermeyer, R. (2016). Impact in the REF: issues and obstacles. Studies in Higher Education, 41(2), 199–214. https://doi.org/10.1080/03075079.2014.915303

[11] Watermeyer, R., & Hedgecoe, A. (2016). Selling ‘impact’: peer reviewer projections of what is needed and what counts in REF impact case studies. A retrospective analysis. Journal of Education Policy, 31(5), 651–665. https://doi.org/10.1080/02680939.2016.1170885

[12] Giroux, H. A. (2011). Beyond the Swindle of the Corporate University. In The Assault on Universities: A Manifesto for Resistance, edited by M. Bailey and D. Freedman, 145–156. London: Pluto.

[13] Kelly, A. (2016). Funding in English Universities and its relationship to the Research Excellence Framework. British Educational Research Journal, 42(4), 665–681. https://doi.org/10.1002/berj.3229

[14] https://metrics.ekt.gr/datatables/172

 

Θέση των Πανεπιστημιακών Δασκάλων ΕΜΠ για το Σχέδιο Νόμου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις»

Ανοιχτή Επιστολή των Πανεπιστημιακών Δασκάλων προς την Πολυτεχνειακή Κοινότητα

Διδάσκουμε στο ΕΜΠ και πασχίζουμε η έρευνα και η διδασκαλία μας να εφοδιάσει τους νέους της χώρας με τη γνώση και τη δύναμη να συμβάλλουν στην πρόοδο μιας κοινωνίας βαθιά τραυματισμένης από την κρίση. Καμαρώνουμε όταν οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας διαπρέπουν και εδώ και στο εξωτερικό, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη φοίτησή τους με την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση του ΕΜΠ.

Τι να τους πούμε όμως τώρα; Ότι η κυβερνητική πλειοψηφία με μια μονοκοντυλιά διαγράφει και τις δικές τους και τις δικές μας προσπάθειες; Ότι εξισώνει τη σπουδή τους με εκείνην των κολλεγίων, υπονομεύοντας ό,τι έχει απομείνει από τα επαγγελματικά τους δικαιώματα; Ότι οι συνταγματικές εγγυήσεις για τον δημόσιο χαρακτήρα της Ανώτατης παιδείας (άρθρο 16) δεν έχουν καμία αξία; Ότι η τωρινή κυβέρνηση, ακολουθώντας τις προηγούμενες, δεν δεσμεύεται για την ανάπτυξη της στελέχωσης σε διδακτικό προσωπικό του ΕΜΠ που έχει φτάσει σε αρκετές γνωστικές περιοχές στα όρια της λειτουργίας του;

η ανώτατη εκπαίδευση, θυσία όπως και τόσες κρίσιμες πλευρές του δημοσίου τομέα στην μνημονιακή λιτότητα και τις τεράστιες αδικίες που την συνοδεύουν, δεν θα σωθεί μέσα από μέτρα που την υπονομεύουν αποφασιστικά. Δεν θα σωθεί γιατί θα την ωφελήσει ο ανταγωνισμός των πτυχίων, δεν θα σωθεί γιατί θα αυξηθούν και άλλο οι πιέσεις για την ένταση της δουλειάς μας, δεν θα σωθεί γιατί κάποιοι που εμφανίζουν τα ΑΕΙ ως κέντρα ανομίας, βάλθηκαν να τα «εξυγιάνουν».

Αρκεί αλήθεια να καθησυχάσουμε τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας ότι οι προσπάθειές τους θα ανταμειφθούν φτάνει να τελειώσουν γρήγορα και να πάρουν καλούς βαθμούς; Να κάνουμε πως τα ΑΕΙ μπορούν να λειτουργούν σαν να πρόκειται για business as usual; Να κλείσουμε τα μάτια στην συχνά απελπισμένη προσπάθεια οι απόφοιτοί μας να βρουν δουλειά εδώ ή στο εξωτερικό, λες και τους περιμένει μια αγορά  που είναι ισότιμα ανοικτή σε όλους;

Εμείς δεν θα διστάσουμε να πούμε την αλήθεια: η ανώτατη εκπαίδευση, θυσία όπως και τόσες κρίσιμες πλευρές του δημοσίου τομέα στην μνημονιακή λιτότητα και τις τεράστιες αδικίες που την συνοδεύουν, δεν θα σωθεί μέσα από μέτρα που την υπονομεύουν αποφασιστικά. Δεν θα σωθεί γιατί θα την ωφελήσει ο ανταγωνισμός των πτυχίων, δεν θα σωθεί γιατί θα αυξηθούν και άλλο οι πιέσεις για την ένταση της δουλειάς μας, δεν θα σωθεί γιατί κάποιοι που εμφανίζουν τα ΑΕΙ ως κέντρα ανομίας, βάλθηκαν να τα «εξυγιάνουν». Ξέρουμε πια πως η  δαιμονοποίηση του ασύλου και τα μέτρα για την νομική κατάργησή του μόνο ενδιαφέρον για την ελευθερία της γνώμης και της κριτικής πρωτοβουλίας δεν δείχνουν. Αντίθετα στοχεύουν στην παγίδευση και την ποινικοποίηση κάθε κριτικής αντίστασης.

Χαιρόμαστε που η Σύγκλητος του ΕΜΠ αλλά και άλλα όργανα πανεπιστημιακά, όπως η Σύγκλητος του Παντείου και το Πρυτανικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, αναγνωρίζουν ότι οι πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις είναι καταστροφικές για την Ανώτατη Παιδεία. Χαιρόμαστε που πολλοί και πολλές συνάδελφοι αναγνωρίζουν ότι η κοντόφθαλμη λογική του παλιού «αυστηρού γυμνασιάρχη» δεν λύνει παρά προσθέτει προβλήματα στα ΑΕΙ. Και χαιρόμαστε που οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας προσπαθούν με τους τρόπους τους να εμποδίσουν την καταστροφή. Με την ορμή και την αποφασιστικότητα μιας ηλικίας που αρνείται να δει το μέλλον της ως μια ανθρωποφαγική αρένα ανταγωνισμών που θα τρέφουν οι γνωστές ψευδαισθήσεις της ατομικής επιτυχίας.

Δεν χαιρόμαστε όμως που το σώμα των διδασκόντων, μουδιασμένο από αλλεπάλληλα απαξιωτικά χτυπήματα, διστάζει να μιλήσει και να αντιδράσει συλλογικά. Μπορούμε μόνο να υποσχεθούμε ότι εμείς θα προσπαθήσουμε μαζί με όλους τους συναδέλφους που μοιραζόμαστε την αγωνία για μια δικαιότερη, καλύτερη και δημοκρατική ανώτατη εκπαίδευση να αποτρέψουμε την υποβάθμιση των ΑΕΙ και την απαξίωση του έργου μας. Το ΕΜΠ πρέπει να διεκδικήσει τώρα, δυναμικά και αποφασιστιικά,  την  απαραίτητη χρηματοδότηση και ενίσχυση σε μέλη ΔΕΠ και προσωπικό, πρέπει τώρα να διεκδικήσει την απαγκίστρωση από τον γραφειοκρατικό στραγγαλισμό της λειτουργίας του. Οι μνήμες της περυσινής χρονιάς με τα πολλαπλά συμβάντα κατάρρευσης της στοιχειώδους λειτουργίας του (π.χ. θέρμανση) είναι πολύ νωπές για να εθελοτυφλούμε, για να ζητάμε μόνο μια επιστροφή στην κανονικότητα. Μαζί με τους εργαζόμενους, στο πλευρό των φοιτητών και των φοιτητριών μας, καλλιεργώντας τη συνεργασία παρά τις αντιπαλότητες  (και όσα στρεβλά γεννούν στη σχέση μας μαζί τους), θα δοκιμάσουμε ένα δύσκολο δρόμο: με απόλυτο σεβασμό στις επιμέρους επιφυλάξεις και τις διαφωνίες, σας καλούμε σε μια συστράτευση αξιοπρέπειας και αγώνα. Πριν να είναι αργά.

Το ΕΜΠ είμαστε όλοι και όλες εμείς: που διδάσκουμε, που σπουδάζουμε, που εργαζόμαστε, που ερευνούμε. Μαζί θα το υπερασπιστούμε, μαζί θα το κρατήσουμε ως χώρο γνώσης, έμπνευσης, δημιουργίας και κριτικής απέναντι σ’ αυτούς που μας θέλουν μόνο υποτελείς στις αγορές και την κυνική λογική τους.

 

Ανοιχτή Επιστολή των Πανεπιστημιακών Δασκάλων προς την Πολυτεχνειακή Κοινότητα

Συνηγορία για το Πανεπιστημιακό άσυλο

Οι δημοκρατίες δεν κρίνονται από την προστασία και τα δικαιώματα που παρέχουν στους ισχυρούς αλλά από την προστασία και τα δικαιώματα που εξασφαλίζουν για τους αδυνάτους. Η δημοκρατική λειτουργία δεν αποδεικνύεται μόνο στη δύναμη της πλειοψηφίας να συγκροτεί αποφάσεις για το κοινό καλό αλλά και στην υποστήριξη των εκάστοτε μειοψηφιών ως απαραίτητων για τη διαμόρφωση της αυτοκριτικής της κοινωνίας. Χωρίς αυτήν την εγγυημένη προστασία των περιστασιακά λίγων ή των λιγότερο περιστασιακά ανίσχυρων ούτε δημοκρατία ούτε κοινωνική δημιουργικότητα μπορεί να υπάρξει.

Εμείς θεωρούμε το άσυλο χώρο ελευθερίας, χώρο προστασίας των αδυνάτων, χώρο ανοικτό σε όλη την κοινωνία και τα ρεύματα αμφισβήτησης και αυτοκριτικής που πρέπει να τρέφει αν θέλει να λέγεται δημοκρατική. Στο όνομα αυτών που κάποτε, το 1973, κατηγορήθηκαν ως αλήτες και μετά τους αναγνωρίσαμε ως αγωνιστές της δημοκρατίας θα υπερασπιστούμε το Πανεπιστημιακό άσυλο μαζί με τους φοιτητές μας, τους εργαζόμενος στο ΕΜΠ και όλη την κοινωνία ακόμη καi αν οι νόμοι δεν το προστατεύουν.

Η έννοια του ασύλου την προστασία αυτή γεννήθηκε για να εκφράσει και να υλοποιήσει. Σήμερα μια σειρά πόλεις στις ΗΠΑ διαχωρίζουν τη θέση τους από την κυρίαρχη άδικη πολιτική αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ρεύματος: δεν είναι τυχαίο ότι διάλεξαν το όνομα πόλεις-άσυλα (sanctuary cities). Και σχεδόν μόλις χτες, στην Ελλάδα του αντιδικτατορικού αγώνα, το ΕΜΠ και η Νομική με τις κινητοποιήσεις τους έδωσαν υπόσταση στην ζωογόνο δύναμη του Πανεπιστημιακού ασύλου (παρότι νομικά τότε δεν είχε κατοχυρωθεί) –αυτήν που βάρβαρα και παραδειγματικά θέλησε να συντρίψει η δικτατορία.

Οι σημερινοί κυβερνώντες, όπως και πολλοί άλλοι στο παρελθόν, θέλουν αντίθετα να παρουσιάσουν το άσυλο ως άντρο ανομίας αν όχι ως πηγή κάθε είδους επικίνδυνης παραβατικότητας. Οι προθέσεις τους παρά την ρητορεία που επικαλείται την επιβολή του νόμου και της τάξης είναι σαφείς. Να εξαλείψουν παραδειγματικά και προληπτικά κάθε εστία αντίστασης σε έναν κοινωνικό χώρο που πάντα γεννούσε την αμφισβήτηση και την κοινωνική κριτική. Όχι, τα Πανεπιστήμια δεν είναι ένας ακόμα δημόσιος χώρος. Είναι φυτώρια νέων ιδεών, τόποι που η δημοκρατία δοκιμάζεται, κρίνεται και αναζητά νέους δρόμους, ακόμα και αν δεν είναι αποδεκτοί από πολλούς.

Μάθαμε πρόσφατα από κείμενο διακεκριμένων συναδέλφων ότι το «άσυλο… δεν αφορά τους φοιτητές» αλλά τελικά την ελευθερία των καθηγητών. Άλλη εικόνα και όραμα έχουμε εμείς για το Πανεπιστήμιο και το ρόλο των φοιτητών. Γι’ αυτούς υπάρχει το Πανεπιστήμιο, αυτοί αποτελούν το μέλλον της κοινωνίας, αυτών την κριτική οφείλουμε να ακούμε ακόμα και όταν μας φαίνεται άδικη, υπερβολική ή και έντονη. Οι πράξεις και τα λόγια μας ως Πανεπιστημιακών Δασκάλων του ΕΜΠ κατευθύνονται πάντα στον ανοικτό διάλογο με τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας και στη διαμόρφωση συναινετικών λύσεων με τον σεβασμό του καθένα και της καθεμιάς ξεχωριστά. Γι’ αυτό για μας το άσυλο προϋποθέτει την Πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση και είναι ταυτόχρονα μια από τι σημαντικότερες κατακτήσεις της.

Το Πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο ο χώρος όπου οι φοιτητές μας κάνουν μάθημα και αξιολογούνται, όπου μοιράζονται σε «αρίστους και ανεπαρκείς», αλλά και ο χώρος όπου κοινωνικοποιούνται, συνυπάρχουν, εκφράζονται, αντιδικούν και βρίσκουν συναινέσεις, ο χώρος όπου γίνονται ελεύθεροι άνθρωποι και ενεργοί πολίτες. Αν δεν προστατέψουμε αυτή την πολυμορφία, αυτή την άβολη έκρηξη της ζωής που είναι η νεότητα, το Πανεπιστήμιο θα μαραζώσει.

Και η απειλητική παραβατικότητα μας λένε κάποιοι; Δεν είναι το άσυλο ένα βολικό κρησφύγετο για κάποιους; Καταρχάς κανένας κοινωνικός χώρος δεν μπορεί εύκολα να εξοβελίσει φαινόμενα που η κρίση και η άδικη διαχείρισή της γεννά. Αν κοιτάξει κανείς τίμια γύρω του θα δει ότι φαινόμενα παραβατικότητας βρίσκονται διάσπαρτα στις πιο πολλές πλατείες των γειτονιών της Αθήνας αλλά και στο κέντρο της πόλης. Πουθενά όμως η αστυνομία, χωρίς να έχει κανέναν επιπλέον περιορισμό στις επεμβάσεις, δεν έχει αποτρέψει τα φαινόμενα που οι πολιτικές της μηδενικής ανοχής ισχυρίζονται ότι μπορούν να εξαλείψουν.

Υπό το πέπλο βέβαια της «παραβατικότητας» καλύπτονται οι πιο διαφορετικές συμπεριφορές και τα πιο αντιθετικά κίνητρα. Ο 15χρονος  που «τρελαίνεται» και αντιδρά κάποτε τυφλά καθώς νιώθει χωρίς μέλλον στην σύγχρονη Ελλάδα ή ο φτωχός μετανάστης που καταφεύγει στο άτυπο εμπόριο, δεν είναι ίδιοι με τον μαφιόζο που διακινεί  καταστροφικά ναρκωτικά ή τον σύγχρονο δουλέμπορο, τον προαγωγό του trafficing. Μια τέτοια παραπλανητική χρήση των όρων της «παραβατικότητας», τους «εγκλήματος» και της «ανομίας» αποκαλύπτει σκοπούς άλλους. Να ποινικοποιηθεί κάθε μορφή αντίστασης μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο καθώς δαιμονοποιείται και εικονογραφείται με παραστάσεις που παραπέμπουν σε κοινωνικά απεχθείς πρακτικές.

Εμείς θεωρούμε το άσυλο χώρο ελευθερίας, χώρο προστασίας των αδυνάτων, χώρο ανοικτό σε όλη την κοινωνία και τα ρεύματα αμφισβήτησης και αυτοκριτικής που πρέπει να τρέφει αν θέλει να λέγεται δημοκρατική. Στο όνομα αυτών που κάποτε, το 1973, κατηγορήθηκαν ως αλήτες και μετά τους αναγνωρίσαμε ως αγωνιστές της δημοκρατίας θα υπερασπιστούμε το Πανεπιστημιακό άσυλο μαζί με τους φοιτητές μας, τους εργαζόμενος στο ΕΜΠ και όλη την κοινωνία ακόμη καi αν οι νόμοι δεν το προστατεύουν. Γιατί το άσυλο είναι δημοκρατική κληρονομιά, δίκαιο που γέννησαν οι αγώνες, πολιτισμός συνύπαρξης και όρος κοινωνικής ελευθερίας. Απαραίτητο σε καιρούς  που η ανισότητα και η εκμετάλλευση διευρύνονται και το δικαιώματα των πολλών συρρικνώνονται.

25.7.2019

Συνηγορία για το Πανεπιστημιακό άσυλο

Η Ιστορία δεν απαλλοτριώνεται…

Με έκπληξη και οργή πληροφορηθήκαμε κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων της νέας κυβέρνησης, δια στόματος του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι το ιστορικό συγκρότημα Πατησίων του ΕΜΠ, το «σπίτι» μας, θα ενοποιηθεί με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο! Αυθαίρετα, προκλητικά, χωρίς καμία συζήτηση με την πολυτεχνειακή κοινότητα επιχειρείται η απαλλοτρίωση της Ιστορίας του ΕΜΠ. Του οράματος του Νικόλαου Στουρνάρη. Της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του ‘73, της κορυφαίας στιγμής του αντιδικτατορικού κινήματος που οδήγησε ουσιαστικά στην επαναφορά της δημοκρατίας στη χώρα μας. Προφανώς, στη λογική της νέας κυβέρνησης η αυτοκέλευστη αλλαγή χρήσης ενός Πανεπιστημίου σε Μουσείο είναι κάτι «φυσιολογικό», αντίστοιχο με τη μεταφορά ενός σωφρονιστικού ιδρύματος και τη μετατροπή της έκτασης σε πάρκο!

Η εξαγγελία αυτή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με τη λογική που πρέπει να διέπει το κράτος δικαίου όσο και με το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων. Το σχέδιο φαίνεται να έχει δρομολογηθεί από καιρό, αφού ο Πρωθυπουργός ευχαρίστησε το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» που ανέλαβε το κόστος της σχετικής μελέτης.

Καλούμε τα Συλλογικά Όργανα του Ιδρύματος να λάβουν άμεσα θέση, καθιστώντας σαφές πως κάθε συζήτηση περί «μουσειοποίησης» (να μην πούμε μουμιοποίησης) του συγκροτήματος Πατησίων θα βρει απέναντί της σύσσωμη και ενωμένη όλη την πολυτεχνειακή κοινότητα. Μαζί με τους φοιτητές μας και τους εργαζόμενους του ΕΜΠ θα αποτρέψουμε κάθε τέτοιο σχέδιο.

22.7.2019

Η Ιστορία δεν απαλλοτριώνεται…

Να δοθεί ένα τέλος στον εμπαιγμό!

Την τριετία 2010 – 2012 οι περικοπές των μισθών των μελών ΔΕΠ άγγιξαν το 40%. Η απόφαση 4741/2014 του ΣτΕ αλλά και η μεταγενέστερη απόφαση του Συμβουλίου Συμμόρφωσης του ΣτΕ (1/2017), έχουν κρίνει αντισυνταγματικές τις μειώσεις στις αποδοχές των μελών ΔΕΠ που έγιναν τον Αύγουστο του 2012. Κι ενώ σε άλλες κατηγορίες ειδικών μισθολογίων υπήρξε πλήρης ή μερική αποκατάσταση, η Κυβέρνηση, το Μάιο του 2017 με το συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ν.4452/2017),  νομοθέτησε νέο ειδικό μισθολόγιο για τα μέλη ΔΕΠ το οποίο επέφερε περαιτέρω μειώσεις στις καθαρές αποδοχές έως και 5,5% και μάλιστα αναδρομικά από 1/1/2017! Παρά τις δεσμεύσεις του Υπουργού Οικονομικών για επανεξέταση από την Κυβέρνηση του μισθολογίου των μελών ΔΕΠ ο εμπαιγμός συνεχίζεται. Ο Υπουργός Οικονομικών δεν έχει προχωρήσει καν στη συγκρότηση του τεχνικού κλιμακίου που ο ίδιος πρότεινε στη συνάντηση με την ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ για την επεξεργασία των θεμάτων του ειδικού μισθολογίου και τηρεί σιγήν ιχθύος για το αν είναι διατεθειμένος να διαθέσει κονδύλια για το ειδικό μισθολόγιο των μελών ΔΕΠ.

Την ίδια στιγμή, ο Υπουργός Οικονομικών σε αγαστή συνεργασία με τον Υπουργό Παιδείας φρόντισαν, εν μέσω θερινής ραστώνης, να περάσουν (επιτέλους μετά από τρεις προσπάθειες!) τη χαριστική διάταξη για τους πανεπιστημιακούς που ασκούσαν ελευθέριο επάγγελμα και δεν απέδιδαν τη σχετική παρακράτηση στους ΕΛΚΕ των Ιδρυμάτων τους (άρθρο 35 του Ν. 4559/2018). Η ρύθμιση αυτή είναι πελατειακή, κυνική και αήθης. Προσβάλει δε διπλά τους μισθοσυντήρητους συναδέλφους που βλέπουν νέες περικοπές αντί αποκατάστασης των μισθών τουλάχιστον στα επίπεδα του 2012, καθώς η ρύθμιση συνοδεύεται με τη φαεινή ιδέα να διατεθούν τα έσοδα που θα εισπράξουν οι ΕΛΚΕ από τις παλιές οφειλές αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση έργων όσων ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά απέδιδαν τη σχετική παρακράτηση και όχι για άλλες δραστηριότητες των ΕΛΚΕ προς όφελος των Α.Ε.Ι. (υποτροφίες Υ.Δ., αναπτυξιακά προγράμματα Σχολών, κ.λπ.)!!

Καλούμε όλους τους συναδέλφους να συμμετάσχουν στη διήμερη προειδοποιητική απεργία που έχει προκηρύξει η ΠΟΣΔΕΠ, με την από 1.6.2018 απόφαση της ΔΕ, για τις 3 και 4 Σεπτεμβρίου 2018, με σκοπό να σταλεί ένα ηχηρό μήνυμα προς την Κυβέρνηση ότι ο εμπαιγμός σταματάει εδώ!

Τέλος στον εμπαιγμό