Μαχόμενη επιστημονική άποψη ή σιωπή?

της Σοφίας Σταματάκη, Καθηγήτριας Ε.Μ.Π.

Όταν κάποιοι από μας στα χρόνια της νιότης τους ξεφύλλιζαν το βιβλίο του Δ. Μπάτση «Η βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα» μελέτη που κατέρριπτε το μύθο  της «ψωροκώσταινας» και  έβαζε  τις βάσεις για το κτίσιμο της μεταπολεμικής Ελλάδας,  ίσως δεν περίμεναν πως η ζωή μπορούσε να τους έφερνε κάποτε μπροστά σε ανάλογα διλήμματα.

Να πάρουν θέση δημόσια, να «εκτεθούν» με την κατάθεση της επιστημονικής τους άποψης, να συνδράμουν με τρόπο πρακτικό και όχι μηρυκάζοντας θεωρητικές προσεγγίσεις για τις δυνατότητες και τις προοπτικές αυτής της χώρας, αλλά κυρίως για τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτές οι δυνατότητες μπορούν να γίνουν κινητήρια δύναμη για την οικονομία και την κοινωνία.

Στον πρόλογο του βιβλίου, ο Καθηγητής και Πρύτανης του ΕΜΠ Ν. Κιτσίκης, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Στο έργο του Δ. Μπάτση, […] δίνονται τα συμπεράσματα των τεχνικών μελετών, αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων, δηλαδή του ορυκτού και ενεργειακού πλούτου, διατυπώνονται κρίσεις για την αξία των αριθμών που χαρακτηρίζουν τον όγκο των αποθεμάτων και το ενεργειακό δυναμικό. […]

Αν μεταφερθούμε στο σήμερα (δεν διαφέρει και πολύ από το τότε), η ορθολογική διάγνωση ύπαρξης τέτοιων προϋποθέσεων και η διατύπωση συγκεκριμένων και επιστημονικά θεμελιωμένων λύσεων για τους τρόπους αξιοποίησης τους είναι καίριας σημασίας για τη δημιουργία σύγχρονης τεχνικής βάσης πάνω στην οποία μπορεί να σχεδιαστεί μια νέου τύπου ανάπτυξη και που μπορεί να δώσει την  ευκαιρία  για τη συσσώρευση οικονομικών δυνατοτήτων και μέσων στην πάλη των κοινωνικών δυνάμεων για μια ανεξάρτητη και προοδευτική πορεία της χώρας.

Αυτό είναι και το βασικό ζητούμενο στο θέμα που μας έχει απασχολήσει τις τελευταίες μέρες. Σε μια χώρα που περνά μια τεράστια οικονομική και κοινωνική κρίση, που έχει ανάγκη ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για το οποία απαιτείται η ενεργοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεών της, δεν αξίζει άραγε να απαντηθεί το ερώτημα: Τι  διαθέτουμε, Που και Πόσο?

Αυτό το ερώτημα γίνεται ακόμα ποιο έντονο στον τομέα των υδρογονανθράκων όπου τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα. Και ποιο είναι αλήθεια το καθήκον της επιστημονικής κοινότητας σε τέτοιου είδους ερωτήματα? Να ανέχεται και να αποδέχεται ανερμάτιστες δηλώσεις και εκτιμήσεις που με άνεση μάλιστα αξιοποιούνται για την ύπνωση και την αδρανοποίηση της κοινωνίας ή να  προβάλει το ορθολογικό και επιστημονικό πλαίσιο για την αναζήτηση των απαντήσεων?

Η περί ου ο λόγος Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, είναι η πρώτη και η μόνη (και επιτρέψετε μου να το γνωρίζω καλά) από όσες κατ΄ αναλογία έχουν εκπονηθεί που υπερβαίνει τα  συμβατικά πρότυπα αυτών των μελετών και ορίζει με τον πλέον αυστηρό επιστημονικά τρόπο το πλαίσιο των εργασιών έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων και τις προϋποθέσεις (όχι σαν κατευθυντήριες γραμμές, αλλά ως συγκεκριμένες απαιτήσεις και δράσεις) για την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μα περισσότερο διακρίνεται γιατί είναι η μόνη μελέτη που επιχειρεί να προσεγγίσει δείκτες κόστους-οφέλους για την τοπική κοινωνία, αναλύοντας τα οικονομικά – αναπτυξιακά-κοινωνικά χαρακτηριστικά της Ηπείρου και αποτολμά να προσδιορίσει, σε ένα εντελώς καινούργιο τομέα, τις δυνητικές άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία, στην απασχόληση, στις υφισταμένες και τις παράπλευρες/συνοδευτικές οικονομικές δραστηριότητες. Και πάνω από όλα είναι η μόνη μελέτη που δίνει καθοριστικό ρόλο και λόγο στην τοπική κοινωνία συνεχώς και ιδιαίτερα όταν τεθεί το κρίσιμο ερώτημα αν αυτό που τυχόν βρεθεί αξίζει να εκμεταλλευτεί και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Η σφραγίδα της πολιτικής θέσης του επικεφαλής της μελέτης είναι έκδηλη.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην πλειοψηφία της η τοπική κοινωνία είτε μέσα από τις θεσμοθετημένες εκφράσεις της, είτε μέσα από διάφορες συλλογικότητες πολιτών έχει σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήσει τη μελέτη αυτή για να θωρακίσει τις απόψεις της, αλλά και για να διεκδικήσει από την Πολιτεία την απόλυτη και πλήρη εφαρμογή της.

Τι να γίνει όμως? Κάποιες φορές ακόμα και αυτοαποκαλούμενες ακτιβιστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις χάνουν, αλληθωρίζοντας θελημένα ή όχι, το στόχο τους…….

Πάντα θα συγκρούεται οποιοσδήποτε αποτολμά να αντικρούσει το εσκεμμένο παραλήρημα της ανευθυνότητας και της πλειοδοσίας ενός συστήματος, με τον επιστημονικό ορθολογισμό και ρεαλισμό και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν αυτά διατυπώνονται στη βάση μιας σαφούς πολιτικής θεώρησης για τα πράγματα………….

Μαχόμενη άποψη ή σιωπή?

Επιστήμη και πολιτική

του Δ. Δαμίγου, Αν. Καθηγητή Ε.Μ.Π.

Αποφάσισα να γράψω για το γνωστό θέμα της παρέμβασης «Ρουβίκωνα» στο συνάδελφο Δ. Καλιαμπάκο, για προφανείς λόγους, αλλά και για ακόμη έναν. Στα Τεχνικά Χρονικά, το 1956(!), ένα αναδημοσιευμένο άρθρο του R.W. Cloues «Η ηθική του Μηχανικού είναι δυνατόν να καθορισθή;» ανέφερε για τη σχέση του Μηχανικού με το Κοινό: «….Ως επιστήμων επαγγελματίας, ο Μηχανικός υπέχει ευθύνας έναντι του κοινού και της κοινότητος, της οποίας ζωτικόν τμήμα αποτελεί και ο ίδιος. Πρέπει να προσπαθή να επεκτείνη τας γνώσεις του κοινού περί της επιστήμης του και να αποτρέπη την διάδοσιν αναληθών, αδίκων ή υπερβολικών κρίσεων αφοροσών εις ταύτην….». Αισθάνομαι, λοιπόν, διπλή υποχρέωση να τοποθετηθώ: και για το συμβάν και για τα όσα εκτός πραγματικότητας ακούγονται για το ζήτημα των υδρογονανθράκων γενικότερα.

Ας ξεκινήσουμε από τη σχέση πολιτικής και επιστήμης. Και δη της αριστερής πολιτικής. Και μιας που διανύουμε το 200ό έτος από τη γέννηση του Μαρξ, ας θυμηθούμε ότι κατά πολλούς η κύρια συμβολή του ήταν ότι συνέδεσε την κοινωνική αλλαγή με την επιστήμη, μετέτρεψε τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό, από ηθικολογία, σε επιστήμη. Παρατηρεί κανείς, αρκετά συχνά, πόσο εύκολα παίρνει διαζύγιο η πολιτική από την επιστήμη, θεωρώντας μάλιστα ότι η προσέγγιση αυτή είναι και «αριστερή». Ας πάμε λοιπόν στο θέμα της χρήσης υδρογονανθράκων. Η άποψη ότι «δεν χρειαζόμαστε πετρέλαια γιατί έχουμε τις ΑΠΕ» είναι αντίστοιχης επιστημονικής τεκμηρίωσης και βάθους με την άποψη ότι «δεν  χρειαζόμαστε σχέδια διαχείρισης των απορριμμάτων γιατί θα κάνουμε ανακύκλωση στο 100% των απορριμμάτων». Δυστυχώς τα νούμερα καθώς και μια σειρά περιορισμοί (τεχνολογικοί και άλλοι) λένε άλλα. Όσον αφορά στους ενεργειακούς πόρους, οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών δείχνουν πως τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, δηλαδή στον ορατό ορίζοντα, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι θα καλύπτουν πάνω από το 75% της πρωτογενούς παραγωγής ενέργειας, με την πιο συντηρητική εκτίμηση περίπου στο 60% (βλ. π.χ. https://www.worldenergy.org/wp-content/uploads/2013/10/World-Energy-Scenarios_Composing-energy-futures-to-2050_Executive-summary.pdf). Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη διείσδυση των ΑΠΕ, γεγονός αναμφισβήτητα θετικό, οι ορυκτοί ενεργειακοί πόροι παραμένουν σημαντικοί. Πρέπει, λοιπόν,  να βρεθεί η βέλτιστη ισορροπία με χρήση πολλών και διαφορετικών τρόπων παραγωγής (αλλά και εξοικονόμησης) ενέργειας, έτσι ώστε να μεγιστοποιείται το όφελος από την πλευρά του λαού. Ας μη ξεχνάμε, ότι η παραγωγή ενέργειας, εκτός από ευκαιρία παραγωγής πλούτου για τους κρατούντες (όπως, άλλωστε,  και όλες οι ανάγκες στον καπιταλισμό) είναι θεμελιώδης για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι οποίες βαίνουν συνεχώς αυξανόμενες (μεταξύ 1990-2015 η αύξηση στην πρωτογενή παραγωγή ενέργειας ήταν περίπου 150%, ενώ εκτιμάται ότι μεταξύ 2015-2040 θα αυξηθεί επιπλέον 30% περίπου).

Επομένως,  υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές αλλά και πολιτικές) η εκμετάλλευση των εγχώριων υδρογονανθράκων μπορεί να βοηθήσει τη χώρα και το λαό της. Αντίθετα, η εκ προοιμίου άρνηση «εξ ορισμού» στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων πάσχει επιστημονικά, από πολλές πλευρές. Υπάρχει βέβαια και το επιχείρημα ότι είμαστε ενάντια στις εξορύξεις τώρα, γιατί τα κέρδη πάνε μόνο (ή έστω κυρίως) στις μεγάλες εταιρείες. Απολύτως αληθές, και κάποιοι υπερασπιζόμαστε σθεναρά μια άλλου τύπου εκμετάλλευση, προς όφελος του λαού. Αλλά από αυτό μέχρι τη θέση «όχι στην εξόρυξη υδρογονανθράκων γενικά» υπάρχει τεράστια απόσταση και, κυρίως επιστημονικό …χάος. Θα ήταν, για παράδειγμα, σαν να υποστήριζε παράλογα κάποιος ότι επειδή υπάρχει κερδοφορία των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών, θα πρέπει να σταματήσουμε τους …εμβολιασμούς.

Η παρέμβαση που έγινε από το «Ρουβίκωνα», όσο ειρηνική και να ήταν, ήταν λάθος και άδικη. Εγείρει δε και ερωτηματικά ως προς το χρόνο που πραγματοποιήθηκε. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικός ο τρόπος που επιχείρησαν ορισμένα ΜΜΕ να «εκμεταλλευτούν» την είδηση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Δ.Κ. αρνήθηκε να μιλήσει σε αυτά και προτίμησε να δώσει μια απάντηση μέσω του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων (αν δεν την έχετε δει είναι εδώ:

http://www.dimotikoradiofono.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BC/).

Γιατί όμως λάθος και άδικη; Καταρχάς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Οποιαδήποτε άποψη, από όποιον και αν εκφέρεται, μπορεί (και πρέπει) να υφίσταται κριτική. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση (δηλ. λέω μόνο την άποψή μου,  δεν σου επιτρέπω να αντιπαραθέσεις τη δική σου και χρησιμοποιώ το προϊόν ως στοιχείο «μιντιακής διαπόμπευσης») είναι λάθος.  Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό σημείο είναι η προσωπική και άδικη στοχοποίηση.

Η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για την οποία γίνεται λόγος, είναι μια υποχρεωτική διαδικασία εκτίμησης, αξιολόγησης και αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενός σχεδίου, έτσι ώστε με τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων, όρων και διαδικασιών να προωθείται μία υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος. ΣΜΠΕ είναι υποχρεωτικό να εκπονούνται και έχουν εκπονηθεί για τα πιο ετερόκλητα πράγματα, για παράδειγμα, την απορρόφηση κονδυλίων Π.Ε.Π. για έργα σε διάφορες Περιφέρειες, για αναθεώρηση πολεοδομικών σχεδίων, για προγράμματα υποδομών μεταφοράς και πολλά άλλα. Ο ρόλος της δεν είναι να αποτιμήσει επιπτώσεις μιας δράσης, συγκεκριμένα, μιας που επειδή διενεργείται σε πολύ πρώιμο στάδιο αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει, π.χ. στην περίπτωση που συζητάμε δεν έχει προσδιορισθεί καν η ύπαρξη και πιθανή θέση κοιτάσματος. Ο ρόλος της είναι να εισάγει μελέτες, αλλά και όρους εκπόνησης των μελετών, ή άλλου τύπου περιορισμούς για τα επόμενα στάδια, π.χ. της έρευνας στην αρχή και της εκμετάλλευσης, αργότερα, αν αυτό αποφασιστεί.  Για παράδειγμα, η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ (η οποία είναι αναρτημένη σε αρκετά site στο διαδίκτυο) εισήγαγε εκτός των αυστηρών περιβαλλοντικών περιορισμών και άλλου τύπου μελέτες, απαραίτητες για τη διαμόρφωση γνώμης και τοποθέτησης, όπως π.χ. η κοινωνική ανάλυση κόστους – οφέλους που πρέπει να τεκμηριώνει γιατί η ενδεχόμενη εκμετάλλευση είναι κοινωνικά ωφέλιμη (για παράδειγμα, πόσες θέσεις εργασίας παράγει σε σχέση με το πόσες θέσεις εργασίας ενδέχεται να καταργεί, ποιο είναι το όφελος της τοπικής κοινωνίας σε σχέση με το ενδεχόμενο κόστος, κ.λπ.). Όμως, καθοριστικό στοιχείο της συγκεκριμένης μελέτης είναι η ουσιαστική συμμετοχή του κοινού σε όλα τα στάδια, και ιδιαίτερα η θέσπιση μιας ισχυρής διαδικασίας απόφασης για το αν θα γίνει ή όχι εκμετάλλευση, που μεσολαβεί ανάμεσα στην έρευνα και πριν την εκμετάλλευση. Στη διαδικασία αυτή, η τοπική κοινωνία έχει ουσιαστική και βαθιά συμμετοχή και πολύ ισχυρό ρόλο. Με απλά λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση χωρίς τοπική συναίνεση. Από την παραίνεση και τα ευχολόγια, στη θεσμική κατοχύρωση. Αυτό είναι κάτι που η συγκεκριμένη μελέτη εισάγει, για πρώτη φορά, τόσο καθαρά. Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι αυτό συνάντησε λυσσαλέα αντίδραση.

Κατά τη γνώμη μου, ο Δ.Κ. έκανε το καθήκον του και με το παραπάνω ως μαχόμενος επιστήμονας και είναι τρομερά άδικο να διαστρεβλώνεται τόσο κραυγαλέα η πραγματικότητα, με επιχειρήματα πέρα από κάθε έννοια επιστημονικότητας και, συχνά, λογικής.

Επιστήμη και Πολιτική

Διεκδικώντας την ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια

Στις 25/1/2018, πραγματοποιήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ συνάντηση διαφόρων  Συλλόγων Μελών ΔΕΠ του ΕΚΠΑ και άλλων Πανεπιστημίων, μετά από πρόσκληση του Συλλόγου Διδακτικού Προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής. Το ζητούμενο της συνάντησης υπήρξε ο σχεδιασμός ενός κοινού πλαισίου δράσης ενάντια στις νέες μισθολογικές περικοπές και στην υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ. Στη συνάντηση αυτή, ως πρώτο βήμα, προτάθηκε να πραγματοποιηθούν Γ.Σ. στους Συλλόγους ώστε να αποφασιστεί από όλες τις Συνελεύσεις διήμερη προειδοποιητική απεργία στις 7 -8/3/2018.

Ο ΣΔΕΠ ΕΜΠ συμμετείχε στη συνάντηση και στήριξε την πρωτοβουλία. Ωστόσο, ένα πολύ δυσάρεστο γεγονός, που γνωρίζουμε όλοι, επισκίασε τις προσπάθειες που καταβάλλονταν από το Σύλλογο στην κατεύθυνση αυτή.

Στις 7 και 8/3/2018, δεκατρείς Σύλλογοι Μελών ΔΕΠ (Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ, Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Σχολής Θετικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού ΕΚΠΑ, Ιατρικής ΕΚΠΑ, Παιδαγωγικoύ Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Ιατρικής ΑΠΘ, ΕΣΔΕΠ ΑΠΘ, Παντείου Πανεπιστημίου, Πανεπιστημίου Αιγαίου, Πανεπιστημίου Πατρών και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών), συμμετείχαν με διάφορες μορφές (απεργία ή στάσεις εργασίας) στις κινητοποιήσεις που είχαν αποφασιστεί στο πλαίσιο αυτής της συντονισμένης δράσης αλλά και της απόφασης της Ε.Γ. της ΠΟΣΔΕΠ της 1/3/2018.

Ο αγώνας απέναντι στην απαράδεκτη πολιτική της κυβέρνησης με τις νέες μειώσεις στις αποδοχές των καθηγητών Πανεπιστημίου και με τη συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων δεν κατέληξε με αυτή τη διήμερη κινητοποίηση. Τώρα άρχισε και θα είναι μακρύς και δύσκολος.

Ως Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ θα επιχειρήσουμε στο αμέσως επόμενο διάστημα να ξαναβρούμε τον βηματισμό μας ως Σύλλογος και να αναπτύξουμε, μαζί με όλους τους άλλους Συλλόγους ΔΕΠ, ένα κοινό μέτωπο δράσεων, διεκδικώντας:

  • εφαρμογή των αποφάσεων του ΣτΕ για επαναφορά των μισθών μας στα επίπεδα του 2012 με τη νομοθέτηση ενός νέου μισθολογίου, το οποίο θα ανταποκρίνεται στον ρόλο και στην προσφορά των Πανεπιστημιακών στην κοινωνία, καθώς και στις απαιτήσεις του έργου τους,
  • αύξηση της χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων και προκήρυξη νέων θέσεων προσωπικού για την αντιμετώπιση των σταθερά μεγάλων αναγκών της ακαδημαϊκής λειτουργίας τους
  • κατάργηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών που δυσχεραίνουν την εκπαιδευτική και ερευνητική δραστηριότητα των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας
  • συντάξεις στους αφυπηρετήσαντες καθηγητές, αντάξιες του λειτουργήματος που άσκησαν, ανάλογες προς τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλαν και ικανές να τους εξασφαλίσουν ένα στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο μετά την αποχώρηση από το λειτούργημά τους.

Ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια

Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Τα πανεπιστήμια πληρώνουν τρομακτικά μεγάλο τίμημα στη μνημονιακή πολιτική υποσκάπτοντας και τις προοπτικές της ίδιας της χώρας. Ο κρατικός προϋπολογισμός για τα πανεπιστήμια έμεινε στα ίδια με πέρυσι επίπεδα, δηλαδή μεσοσταθμικά κατά 70% μικρότερος των προϋπολογισμών πριν την κρίση. Καμιά άλλη κοινωνική δαπάνη δεν μειώθηκε την περίοδο της κρίσης σε τέτοιο βαθμό. Οι μικρές σποραδικές «ενισχύσεις», παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως αντιστροφή της κατάστασης. Η πραγματικότητα όμως (η πραγματική, όχι η εικονική), είναι αντίθετη. Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα (πολλά από αυτά, αδυνατούν ακόμη να πληρώσουν και τους λογαριασμούς της ΔΕΗ) σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Ταυτόχρονα, ένας πρόσθετος γραφειοκρατικός μηχανισμός απορρόφησης – πραγματικό «καψόνι», στο όνομα της «διαφάνειας», κάνει και τα πενιχρά αυτά κονδύλια εικονικά. Παγιδευμένα μόνιμα σε ανεπαρκείς προϋπολογισμούς, τα πανεπιστήμια ωθούνται στην πλήρη επιχειρηματικοποίηση «πουλώντας» υπηρεσίες. Αρχικά, με δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, στη συνέχεια με οτιδήποτε άλλο μπορούν. Και όποιος επιβιώσει. Άλλωστε, ο πρόσφατος νόμος 4485/2017 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση προετοίμασε συνειδητά αυτή την κατεύθυνση.

Η σταθεροποίηση των προϋπολογισμών σε μη βιώσιμα για τα πανεπιστήμια επίπεδα  σημαίνει καθημερινή υποχώρηση του επιπέδου σπουδών, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μεγάλου τμήματος του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Η συνεχής συσσώρευση προβλημάτων στα πανεπιστήμια πήρε πρόσφατα εκρηκτική μορφή στις φοιτητικές εστίες, στις οποίες ζει σε κυριολεκτικά αβίωτες συνθήκες το πιο ευάλωτο κοινωνικά στρώμα των φοιτητών. Η προκλητική εγκατάλειψη των εστιών από την κυβέρνηση, μέσω του εποπτευόμενου ΙΝΕΔΙΒΙΜ, οδήγησε σε μια εφιαλτική κατάσταση. Αντί δε να λάβει άμεσα μέτρα βελτίωσης της κατάστασης, το Υπουργείο Παιδείας άρχισε έναν παρελκυστικό πόλεμο ενάντια στους οικοτρόφους (και με επιστροφή στην «κλασική» παιδαγωγική μέθοδο του «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος») κι επιχείρησε να μεταθέσει τις ευθύνες στα ΑΕΙ, στο όνομα μιας μεγαλύτερης «αυτονομίας», χωρίς τους αναγκαίους πόρους ή, σε πρώτη φάση, με μεταφορά εξαιρετικά καχεκτικών πόρων.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μέσω της συνένωσης των ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, ανήκει δυστυχώς στην κατηγορία των μέτρων «αντί για άρτο, θεάματα». Αφού η κυβέρνηση αδυνατεί να βελτιώσει την κατάσταση στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ, «αναβαθμίζει» τα τελευταία με ….«βαφτίσια», ικανοποιώντας παράλληλα και τις μνημονιακές απαιτήσεις για συγχώνευση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τμημάτων. Η εν μία νυκτί, συλλήβδην, «πανεπιστημιοποίηση των ΤΕΙ» κραυγάζει και για το εμπόριο φρούδων ελπίδων, κατά την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων. Τέλος, η δημιουργία τετραετών προγραμμάτων σπουδών μηχανικών, θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για τη διάσπαση των ενιαίων πενταετών σπουδών μηχανικού και την εφαρμογή του μοντέλου της Μπολόνια.

Στο ίδιο νομοσχέδιο, ο Υπουργός Παιδείας επαναφέρει (με ακόμη ευνοϊκότερους όρους) τη σκανδαλώδη ρύθμιση των χρεών των «μπαταχτσήδων» επαγγελματιών-καθηγητών, που δεν απέδωσαν στα πανεπιστήμια αυτά που κατά νόμο όφειλαν (και ανέρχονται στο ποσό αρκετών εκατομμυρίων ευρώ). Η φωτογραφική αυτή ρύθμιση είχε αποσυρθεί, το καλοκαίρι, μετά την κατακραυγή και η επαναφορά της, με μια εξόχως χαριστική περαίωση οφειλών, προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Κι ενώ κάποιοι λίγοι απολαμβάνουν «δώρο» δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, η συντριπτική πλειονότητα των μισθοσυντήρητων συναδέλφων βλέπει, ακόμη μια φορά, μείωση μισθού με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου. Και δεν ενοχλεί μόνο η συρρίκνωση του μισθού που οδηγεί σε μη αξιοπρεπή επίπεδα διαβίωσης, είναι και ο τρόπος με τον οποίο συντελείται: με έναν άνευ προηγουμένου εμπαιγμό. Ο Υπουργός Παιδείας διατυμπάνιζε ότι θα δοθούν αυξήσεις, με ταυτόχρονη μάλιστα ικανοποίηση ενός πάγιου αιτήματος της πανεπιστημιακής κοινότητας, ήτοι της ενσωμάτωσης των επιδομάτων στο βασικό μισθό. Στην πράξη, όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του ΣτΕ για επαναφορά των μισθών στα επίπεδα του 2012, αλλά μειώθηκαν περαιτέρω οι καθαρές αποδοχές των πανεπιστημιακών ενσωματώνοντας στο βασικό μισθό το μοναδικό αφορολόγητο επίδομα και αφήνοντας εκτός βασικού μισθού όσα επιδόματα φορολογούνταν!

Η κατάσταση στα πανεπιστήμια δεν είναι παρά μια μικρογραφία της πραγματικότητας. Στο δημόσιο επίπεδο καλλιεργείται ένα κλίμα τεχνητής ευφορίας για έξοδο από τα μνημόνια, αλλά την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης, υιοθετούνται απνευστί τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα. Βάλλεται ευθέως το δικαίωμα στην απεργία, επιταχύνεται η λεηλασία της μικρής ιδιοκτησίας με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ιδιωτικοποιείται η δημόσια περιουσία, συνεχίζεται η περικοπή μισθών-συντάξεων, αυξάνονται σε εξοντωτικά επίπεδα οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές, κ.ά. Μια νέα γενιά εργαζόμενων αναδύεται, οι καλούμενοι «εργαζόμενοι-φτωχοί», η οποία βρίσκεται – κυριολεκτικά – αντιμέτωπη με το φάσμα της πείνας (τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι περισσότεροι από το 30% των εργαζομένων αμείβονται με μισθούς χαμηλότερους του κατώτατου μισθού των 586 Ευρώ). Αν αυτό είναι το ξημέρωμα μιας άλλης μέρας, τότε το μόνο που αποδεικνύεται ξανά είναι ότι «ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος».

Η συνεχιζόμενη υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ και η περαιτέρω μείωση του πανεπιστημιακού μισθολογίου απαξιώνουν πλήρως τη θέση και το λειτούργημα των πανεπιστημιακών δασκάλων, υποσκάπτοντας παραπέρα την αποστολή και λειτουργία του δημόσιου Πανεπιστημίου. Ας αρνηθούμε το ρόλο του πειθήνιου υποζυγίου, ας τολμήσουμε να σκεφτούμε ψύχραιμα και ανεξάρτητα. Ας αναλάβουμε το δικό μας συλλογικό μερίδιο ευθύνης και ας δώσουμε ένα μαζικό και δυναμικό «παρών» στην επερχόμενη ΓΣ του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ, για να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε από κοινού τις επόμενες δράσεις μας για την προάσπιση του δικαιώματός μας σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον εργασίας και επίπεδο διαβίωσης.

Πραγματική και εικονική πραγματικότητα

Η θέση των ΠΔ ΕΜΠ για το νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ

Μετά από δύο και πλέον χρόνια αναμονής και τρομακτικές παλινωδίες, κατατέθηκε το πρώτο σχετικά ολοκληρωμένο σχέδιο νόμου της κυβέρνησης για την Ανώτατη Εκπαίδευση, το οποίο μοιάζει με νόμο-πλαίσιο, χωρίς να είναι, με αποτέλεσμα να ανοίγει μια σειρά ζητημάτων που περισσότερο περιπλέκονται παρά επιλύονται. Ανεξάρτητα όμως των «τεχνικών» ζητημάτων, εύλογα θα ανέμενε κάποιος ότι  ένα σχέδιο νόμου που κατατίθεται από μια κυβέρνηση με κορμό ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό, θα αντανακλούσε τις διατυπωμένες θέσεις και διεκδικήσεις του αγωνιζόμενου Πανεπιστημιακού κινήματος. Εις μάτην όμως…

Κατ’ αρχάς, το σχέδιο νόμου αποδέχεται και υιοθετεί ανεπιφύλακτα το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών της Μπολόνια, όχι απλά ως προς το «τυπικό» σκέλος της διάρθρωσης των σπουδών (που μόνο τέτοιο δεν είναι) αλλά, κυρίως, ως προς την ουσιαστική μεταμόρφωση του πανεπιστημίου σε επιχείρηση που παρέχει πολυποίκιλες υπηρεσίες. Το μοντέλο του (καθόλου) νέου πανεπιστημίου περιλαμβάνει έναν πρώτο κύκλο σπουδών άνευ διδάκτρων (αλλά όχι δωρεάν επί της ουσίας), ένα δεύτερο, επί πληρωμή, κύκλο σπουδών («μεταπτυχιακές σπουδές») κι έναν τρίτο (εκπόνηση διδακτορικής διατριβής), πρακτικά μόνο μέσα από χρηματοδοτούμενη έρευνα. Το νέο πανεπιστήμιο που θα συντηρείται όλο και περισσότερο από την πώληση υπηρεσιών χρειάζεται και νέα πεδία «δράσης»: Κέντρα Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης που θα παρέχουν προγράμματα επί πληρωμή, δημιουργία παραρτημάτων (επιχείρηση franchise δηλαδή…) σε άλλες χώρες, κλπ.

Ως προς το μοντέλο διοίκησης, το πάγιο αίτημα του προοδευτικού πανεπιστημιακού κινήματος για συμμετοχική δημοκρατία μετασχηματίστηκε σε … προσχηματική δημοκρατία. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα: στις εκλογές των μονοπρόσωπων Οργάνων υπάρχει πλήρης απουσία της φοιτητικής συμμετοχής και μια σαφώς υποτιμητική συμμετοχή (10%) όλου του λοιπού επιστημονικού, εργαστηριακού και διοικητικού προσωπικού. Τα συλλογικά όργανα διοίκησης συντίθενται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τα μονοπρόσωπα, με ουσιαστικά άνευ πρακτικής βαρύτητας συμμετοχή φοιτητών και λοιπού προσωπικού. Έτσι, λοιπόν, το ν/σ, με χρήση των κατάλληλων «φύλλων συκής», εμπεδώνει αυτό που ο N. 4009/2011 είχε εισάγει, δηλαδή ένα σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν καθηγητοκεντρικό σύστημα διοίκησης. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση υιοθετεί πλήρως τα στερεότυπα του τύπου «η συμμετοχή των φοιτητών αποτελεί την εστία διαπλοκής» (λες και το σώμα των καθηγητών είναι άμωμο κάθε υποψίας διαπλοκής) ή ότι «μέσω της ενίσχυσης της συμμετοχής των φοιτητών ενισχύεται η κομματικοποίηση στα πανεπιστήμια» (προφανώς όταν εν ενεργεία Πρύτανης παραιτείται για να πολιτευτεί, δηλώνοντας μόλις μια μέρα πριν ότι έχει εκλεγεί πρόσφατα και θα παραμείνει προσηλωμένος στο έργο του, το κάνει προφανώς για μη κομματικούς λόγους…). Ενδεικτική, τέλος, της προσχηματικής επίκλησης της δημοκρατίας και της διαφάνειας είναι ο πλήρης αποκλεισμός όλων των εκπροσώπων (Συλλόγων ΔΕΠ, λοιπού προσωπικού και φοιτητών, από τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ερευνών, ικανοποιώντας έτσι ένα αθέατο αλλά πάγιο αίτημα μιας μερίδας καθηγητών (ούτε άλλωστε τυχαίο είναι ότι στην Επιτροπή Ερευνών δεν τίθεται θέμα περιορισμένου αριθμού θητειών, όπως σε όλες τις βασικές θέσεις διοίκησης). Η «στεγανοποίηση» της Έρευνας επιτυγχάνεται με κινήσεις συνειδητές, χειρουργικής ακρίβειας.

Εμβληματικό στοιχείο για τον μετασχηματισμό του Δημόσιου Πανεπιστημίου σε Κέντρο Υπηρεσιών, είναι η επίσημη υιοθέτηση της καταβολής διδάκτρων (υπό τη μορφή τελών φοίτησης) για την υλοποίηση «μεταπτυχιακών σπουδών». Θα είμαστε πιο συγκεκριμένοι στο σημείο αυτό:

Πρώτον, δεν πρόκειται για μεταπτυχιακές σπουδές (αν και η Εκπαίδευση πρέπει να είναι δημόσιο αγαθό σε όλες τις βαθμίδες της), αφού αφορά σε μια μαζική βαθμίδα που οδηγεί σε κάποιου τύπου επαγγελματική διέξοδο. Βαφτίζεται «μεταπτυχιακή» για να υποτεθεί ότι το Κράτος έκανε το καθήκον του, κι αυτό είναι κάτι παραπάνω, που για να το αποκτήσει κανείς είναι λογικό να πληρώσει.

Δεύτερον, αποτελεί πρόκληση η τοποθέτηση ότι με τη δικλείδα του 70% του εθνικού διάμεσου διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος εξασφαλίζεται η ελεύθερη πρόσβαση στα μεταπτυχιακά των οικονομικά αδυνάτων. Κάνοντας απλώς τις πράξεις, βγαίνει ότι το δικαίωμα αυτό αφορά όσους έχουν ατομικό εισόδημα 440 ευρώ περίπου το μήνα (ή οικογενειακό, για τετραμελή οικογένεια με δύο προστατευόμενα τέκνα, περίπου 900 ευρώ το μήνα)! Είναι τα περίφημα μαθηματικά που δείχνουν ότι στην Ελλάδα η φτώχεια μειώθηκε!

Παρ’ όλα αυτά, από την πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ αλλά και από διοικήσεις Πανεπιστημίων, ασκείται πίεση για άρση οποιουδήποτε εμποδίου στην πλήρη απελευθέρωση των διδάκτρων, ώστε να γίνουν τα Π.Μ.Σ. πεδίο ασύδοτης εκμετάλλευσης της βαθιά δοκιμαζόμενης ελληνικής οικογένειας. Αντί να διεκδικούν, κατ’ ελάχιστον, την  επαναφορά των μισθών μας στα προ του 2012 επίπεδα, βάσει της απόφασης του ΣτΕ, καταπίνουν το δηλητηριώδες τυράκι των πρόσθετων αμοιβών από τα Π.Μ.Σ., βάζοντάς μας απέναντι από την υπόλοιπη κοινωνία και θέτοντας σε κίνδυνο τις όποιες  μισθολογικές διεκδικήσεις (ας μην ξεχνάμε ότι παλαιότερη απόφαση του ΣτΕ ανέφερε ότι έχουμε δυνατότητα πρόσθετων αμοιβών, άρα δεν είναι τόσο δραματικές οι περικοπές στους μισθούς).

Κατά τα άλλα, επισημοποιείται η δέσμευση των αποθεματικών των πανεπιστημίων (μάλιστα το ποσοστό που υποχρεωτικά θα βρίσκεται στην Τράπεζα της Ελλάδος δεν ορίζεται καν) μιας που υποτάσσονται στον νέο «εθνικό στόχο»: την παραγωγή πλεονασμάτων πάσει θυσία. Ακόμη, εισάγεται και επεκτείνεται μια δαιδαλώδης γραφειοκρατική διαδικασία για προμήθειες και υπηρεσίες, η οποία έχει ένα και μόνο σκοπό: να εμπεδωθεί το αίσθημα της αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα (και μάλιστα στο όνομα της διαφάνειας), ωθώντας έτσι στην αναζήτηση λύσεων τύπου Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, με ακόμη μικρότερο έλεγχο και λογοδοσία στην ακαδημαϊκή κοινότητα.

Το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε χαλαρώνει κάπως τη θηλειά του νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου σε ορισμένα ακραία – και ίσως ήδη νεκρά σημεία – σημεία (π.χ. κατάργηση Σ.Ι., κατάργηση της διαδικασίας προεπιλογής Πρύτανη, αναφορά στο ακαδημαϊκό άσυλο, κ.ά.). Αναγνωρίζει, όμως, όλα τα βασικά κελεύσματα του φιλελευθερισμού στα πανεπιστήμια και προσχωρεί σε αυτά. Εκεί βρίσκεται και η παγίδα για το αριστερό πανεπιστημιακό κίνημα. Να συγκρίνει, δηλαδή, το «κακό» με το «χειρότερο», ξεχνώντας πόσο μακριά, βρίσκεται το παρόν σχέδιο νόμου από τις πάγιες διεκδικήσεις της αριστεράς στα πανεπιστήμια αλλά και το όραμα για ένα ανανεωμένο, δυναμικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο που θα βρίσκεται στον πυρήνα της προσπάθειας για την παραγωγική και κοινωνική αναγέννηση της χώρας.

Θέσεις των ΠΔ για το Νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ…