“Αριστερό” δώρο;!

Μετά τη μείωση της παρακράτησης των αμοιβών των μελών ΔΕΠ που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα από το 15% στο 7% με την παρ. 13(γ) του άρθρου 24 του Ν. 4386/2016, στο Σ/Ν «Ρυθμίσεις για την ανώτατη εκπαίδευση, την έρευνα και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, ο Υπουργός Παιδείας επεφύλασσε ένα δεύτερο δώρο σε κάποιους «μπαταχτσήδες» συναδέλφους που ασκούσαν ελευθέριο επάγγελμα και δεν απέδιδαν τη σχετική παρακράτηση στους ΕΛΚΕ των Ιδρυμάτων τους.

Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 4 του άρθρου 76, οι οφειλές που δημιουργήθηκαν από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα υπόκεινται σε περαίωση και το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για τη συντέλεσή της ανέρχεται στο 20% της συνολικής οφειλής που βεβαιώνεται επί του καθαρού εισοδήματος. Πρόκειται για διαγραφή χρέους σε ποσοστό ενδεχομένως άνω του 90%, με δεδομένο ότι η αρχικά βεβαιωμένη οφειλή αφορούσε στο ακαθάριστο εισόδημα από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, ενώ η περαίωση υπολογίζεται επί του καθαρού εισοδήματος. Παράλληλα, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, παρέχεται «αμνηστία» στις διοικήσεις των ΑΕΙ και των αντίστοιχων ΕΛΚΕ που δεν έπραξαν τα δέοντα για να εισπράξουν αυτές τις οφειλές, οι οποίες ανέρχονται σε δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ανά Ίδρυμα.

Η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί απλά εμπαιγμό για τους νομοταγείς (για να τους αποδώσουμε έναν ευγενικό χαρακτηρισμό) συναδέλφους που κατέβαλαν ως όφειλαν τη σχετική παρακράτηση τόσα χρόνια, αλλά δείγμα γραφής μιας αήθους συμπεριφοράς που εξυπηρετεί κυνικά φαινόμενα διαπλοκής.

Εδώ δεν χωράνε μισόλογα. Σιωπή σημαίνει συνενοχή.

“Αριστερό” δώρο;!

(Ξανα)ανακαλύπτοντας τα Μαθηματικά

Κατά την πρόσφατη Σύνοδο των Πρυτάνεων, ο Υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε αυξήσεις στο μισθολόγιο των Πανεπιστημιακών, οι οποίες θα κυμαίνονταν από 2,5% (για τους Λέκτορες) έως 7,5% (για τους Καθηγητές). Μάλιστα, οι αυξήσεις αυτές παρουσιάστηκαν ως μια προσπάθεια αναγνώρισης των μεγάλων μειώσεων που υπέστησαν οι αποδοχές των Πανεπιστημιακών κατά την τριετία 2010-2012 (από 30% έως 40% περίπου στις καθαρές αποδοχές λαμβάνοντας υπόψη τις μειώσεις βασικού μισθού και επιδομάτων και την κατάργηση των δώρων).

Μαθαίνουμε ότι με τα Μαθηματικά της σημερινής κυβέρνησης, η νέα μισθολογική μείωση, κατά 8,5% σε έναν Καθηγητή, έρχεται για να καλύψει, έστω και κατά ένα μέρος, μισθολογικές απώλειες της τάξης του 40% από το 2010 έως σήμερα!

Το Σάββατο 13 Μαΐου, ωστόσο, με την κατάθεση του πολυνομοσχεδίου για τα νέα μνημονιακά μέτρα, αποδείχτηκε ότι όχι απλά δεν υπάρχουν αυξήσεις αλλά, αντιθέτως, οι καθαρές αποδοχές είναι μειωμένες στις ανώτερες βαθμίδες (Αναπληρωτές και Καθηγητές) από 1% έως και 8,5%, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, ενώ στις κατώτερες (Λέκτορες και Επίκουροι) είναι πρακτικά στα ίδια επίπεδα! Μετά το περίφημο “0% + 0% = 14%”, 15 χρόνια πριν, μαθαίνουμε ότι για τα Μαθηματικά της σημερινής κυβέρνησης, η νέα μισθολογική μείωση, κατά 8,5% σε έναν Καθηγητή, έρχεται για να καλύψει, έστω και κατά ένα μέρος, μισθολογικές απώλειες της τάξης του 40% από το 2010 έως σήμερα! Ε, όχι κι έτσι!

 

Το νέο μισθολόγιο φέρνει σημαντικές μειώσεις προκειμένου να ικανοποιήσει δύο σκοπιμότητες:

(α) να μειώσει το συνολικό μισθολογικό κόστος. Είναι γνωστό πως, λόγω της μη αναπλήρωσης των κενών θέσεων που έχουν προκύψει από συνταξιοδοτήσεις και αποχωρήσεις συναδέλφων, τόσο στο ΕΜΠ όσο και στα άλλα ΑΕΙ, υπάρχει «αντιστροφή της πυραμίδας». Συνεπώς, οι μειώσεις για τις ανώτερες βαθμίδες κάθε άλλο παρά τυχαίες είναι και αφορούν το μεγαλύτερο μέρος των καθηγητών (στο ΕΜΠ πάνω από το 70% των μελών ΔΕΠ υπηρετούν σήμερα στη βαθμίδα του Καθηγητή και του Αναπληρωτή Καθηγητή).

(β) να «ακυρώσει» την απόφαση του ΣτΕ για αποκατάσταση των μισθών των Πανεπιστημιακών στα προ του 2012 επίπεδα. Υπενθυμίζεται πως ανάλογη «ντρίπλα» είχε κάνει το 2014 η τότε κυβέρνηση δημιουργώντας νέο μισθολόγιο για τους ενόπλους, το οποίο αποκαθιστούσε μερικά τις προ του 2012 αποδοχές. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με τις υπ’ αριθμ. 1125- 1128/2016 αποφάσεις της έκρινε ότι είναι αντισυνταγματικό το μισθολόγιο του 2014. Αλλά μέχρι να γίνουν νέες προσφυγές, να βγουν αποφάσεις και να εφαρμοστούν(;), «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει» που είπε πρόσφατα Υπουργός της κυβέρνησης όταν ρωτήθηκε για τα νέα μέτρα.

Τα κακά νέα όμως δεν τελειώνουν εδώ. Οι καθαρές αποδοχές μας θα υποστούν ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις λόγω της μείωσης του αφορολόγητου. Η κυβέρνηση νομοθετεί για μία ακόμη φορά μελλοντικά μέτρα, όπως είχε κάνει το 2016 με το πάγωμα των χρονοεπιδομάτων (για το οποίο εμείς είχαμε πει την ίδια στιγμή πως πρόκειται όχι για πάγωμα, αλλά για μείωση μισθών, βλ. https://pd.ntua.gr/?p=717) ή με την «πατέντα» της «προσωπικής διαφοράς» (που σταθερά το επόμενο ή μεθεπόμενο χρόνο καταργείται), καθώς έχει συνειδητοποιήσει ότι με τον τρόπο αυτό περιορίζει τις αντιδράσεις και το πολιτικό   κόστος.   Αντίστοιχη  εξάλλου   αντιμετώπιση  επιφυλάσσει   και   για  τις   συντάξεις,   που θαπερικοπούν έως και 18% (μιας που θεωρούμαστε … «υψηλόμισθοι»), μετά το 2019. Συνάδελφοι που συνταξιοδοτούνται ή θα συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα χρόνια θα κληθούν να ζήσουν σε συνθήκες αναξιοπρέπειας.

Η καθολική αντίδραση και αντίσταση στα νέα μέτρα είναι μονόδρομος. Κάποιοι ενδεχομένως να πιστεύουν πως οι αποσπασματικές απεργιακές κινητοποιήσεις δεν είναι αποτελεσματικές. Συμμεριζόμαστε αυτόν τον προβληματισμό. Όμως, σε καμία περίπτωση αυτό δεν δικαιολογεί την απουσία της Ακαδημαϊκής Πρωτοβουλίας από το τελευταίο Δ.Σ. του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ, το οποίο είχε ως αποκλειστικό θέμα την αντίδρασή μας στα νέα μέτρα και τη συμμετοχή του Συλλόγου στη γενική απεργία της 17ης Μαΐου. Κι αυτό διότι η αποχή από το συλλογικό αγώνα εκλαμβάνεται από τους κυβερνώντες ως σιωπηρή αποδοχή των μέτρων.

Εκτός και αν είναι όντως έτσι.

(Ξανα)ανακαλύπτοντας τα Μαθηματικά

Βάδιζε πλάι μου….

Δυο χρόνια πέρασαν από τις τελευταίες εκλογές του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ και της ΠΟΣΔΕΠ. Το ΕΜΠ μόλις είχε βγει νικηφόρα (αλλά ματωμένο) από τη σκληρή μάχη για την απόκρουση των διαθεσιμοτήτων-απολύσεων των μισών υπαλλήλων του. Σε αυτή τη  σκληρή μάχη επιβίωσης συγκροτήθηκε το μέτωπο των δυνάμεων που υπερασπίστηκε το «κοινό μας σπίτι», μακριά από παλιούς διαχωρισμούς (αν και οι «Λακεδαιμόνιοι» δεν έλειψαν, δυστυχώς…). Την ίδια περίοδο, μια πολιτική αλλαγή που αμφισβητούσε τον μονόδρομο της αέναης λιτότητας  που τα μνημόνια εμμονικά επιβάλλουν, έσπερνε ένα αέρα αισιοδοξίας στην ελληνική κοινωνία.

Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου

Και σήμερα; Σήμερα που δυνάμεις που επαγγέλονταν μια άλλη πορεία για τον τόπο βρίσκονται στο τιμόνι της εφαρμογής των ίδιων συνταγών; Υπάρχει ελπίδα για τον τόπο; Είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε από αυτό, γιατί η συζήτηση για τις προοπτικές του ελληνικού πανεπιστημίου έχει ως οριακή συνθήκη την πορεία της ελληνικής κοινωνίας.

Οι Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ μοιράζονται διαφορετικές εκτιμήσεις και απόψεις για το πώς φτάσαμε ως εδώ και τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος, όπως κάθε ζωντανός χώρος σκέψης και δράσης, αλλά συμφωνούμε σε δυο βασικές διαπιστώσεις, καθοριστικής σημασίας.

Πρώτον, ο δρόμος που μας προτείνουν, όχι μόνο δε συνιστά διέξοδο, αλλά απεναντίας είναι δρόμος ολοκληρωτικής καταστροφής των παραγωγικών και πνευματικών δυνάμεων της χώρας. Ας ακούσουμε τους ίδιους τους «σωτήρες». Ο Τόμσεν δηλώνει ότι η χώρα θα επιστρέψει σε προ κρίσης επίπεδα ανεργίας μετά από 20 χρόνια (!). Το ΔΝΤ δηλώνει ότι το δημόσιο χρέος θα βρίσκεται το 2060 στο 270% του ΑΕΠ και ότι ούτε πλεονάσματα του 3,5% για 10 χρόνια δεν επαρκούν για την εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό που εξυφαίνεται συστηματικά για τον τόπο είναι η εφιαλτική προοπτική μιας μόνιμης κατάστασης παρακμής και επιτροπείας για την ελληνική κοινωνία. Αυτό δεν μπορεί να είναι η λύση! Πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και με πίστη στις δυνάμεις μας να χαράξουμε μια διαφορετική προοπτική. Αλλιώς, θα μας αξίζει ο στίχος  του Βάρναλη:

δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Δεύτερον, η έμπρακτη προάσπιση της ζωής μας, ο αγώνας  ενάντια σε μια πολιτική που την αποδιαρθρώνει, όποιος και αν είναι αυτός που την υλοποιεί,  αποτελεί όρο επιβίωσης και καθήκον για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειάς μας και την εξασφάλιση των ελάχιστων προϋποθέσεων για να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Ταυτόχρονα, είναι αυτό που κρατά την ελπίδα, για μια άλλη πορεία της χώρας, ζωντανή και δίνει όραμα, ειδικά στη νέα γενιά που αντιμετωπίζει ακόμη πιο δύσκολες συνθήκες.

Δε δίνουμε, λοιπόν, μια μάχη οπισθοφυλακών, για την «τιμή των όπλων». Απεναντίας, ο απεγκλωβισμός από τον πειθαναγκασμό του «δεν υπάρχει άλλη λύση», συνιστά το πρώτο μεγάλο βήμα για να βρεθεί μια πραγματική λύση και να αποφύγουμε τον προδιαγεγραμμένο κοινωνικό όλεθρο. Η πραγματικότητα είναι μαζί μας και η ελληνική κοινωνία δε θα μείνει για πολύ ακόμη αποσβολωμένη  από το σοκ στο οποίο την έχουν υποβάλλει.

Οι θέσεις μας,  είναι γνωστές. Αυτό που αλλάζει είναι το γεγονός ότι γίνονται ακόμη πιο επίκαιρες, κατά τη γνώμη μας, στην τρέχουσα συγκυρία:

  • Υπερασπιζόμαστε μια δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση, υψηλού επιπέδου και πρωτοπόρα σε ιδέες και αξίες, σύμμαχο της ελληνικής κοινωνίας στις δύσκολες στιγμές που περνά και εφαλτήριο για την υπέρβαση της κρίσης. Τα σημερινά επίπεδα (υπο)χρηματοδότησης τη μετατρέπουν σε παρία του διεθνούς επιστημονικού γίγνεσθαι και την ωθούν να γίνει, ακόμη περισσότερο, αντικείμενο εμπορευματοποίησης.
  • Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα του πανεπιστημιακού σε αξιοπρεπή αμοιβή, ώστε να μπορεί απερίσπαστος να αφοσιωθεί στα καθήκοντά του. Δεν αποδεχόμαστε μια ζωή «γυρολόγου»- που θα τσιμπολογά πρόσθετα έσοδα, από δω κι από κει, για να επιβιώσει. Να σταματήσει άμεσα ο εμπαιγμός και να υλοποιηθούν άμεσα οι αποφάσεις του ΣτΕ για τους μισθούς των πανεπιστημιακών.
  • Υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία στα πανεπιστήμια και την ουσιαστική αυτοτέλειά τους. Να καταργηθούν οι νόμοι Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου, που εισήγαγαν (πρώτοι αυτοί!) την επιτροπεία των ελληνικών πανεπιστημίων από τους ξένους και την αυταρχική διοίκηση. Τα πανεπιστήμια της κρίσης είναι πυριτιδαποθήκες προβλημάτων και το τελευταίο που χρειάζονται είναι η «ελέω θεού» διοίκηση από «σατραπίσκους».

Οι Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ ήμασταν παρόντες σε όλες τις κρίσιμες μάχες, και στις μικρές και στις μεγάλες, με σταθερή παρουσία και καθαρές θέσεις, με επιχειρηματολογημένη άποψη για τα τεκταινόμενα και μέσα στο ΕΜΠ και γενικότερα στα πανεπιστήμια. Αντιδράσαμε με όλη τη δύναμή μας στη μισθολογική κατρακύλα («Οι μνημονιακές “υποχρεώσεις” της κυβέρνησης βλάπτουν σοβαρά (και) τα μέλη ΔΕΠ!») και στις αναξιοπρεπείς συντάξεις («Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…»). Αποκαλύψαμε τη ριζική μετάλλαξη που εγκυμονεί για τα πανεπιστήμια η ανάθεση αυτοδύναμης διδασκαλίας με το κομμάτι και 300€ το μήνα «(Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση “βοήθειας” των πανεπιστημίων»). Παλέψαμε για την ανατροπή της απαράδεκτης κατάστασης ο απόφοιτος του ΕΜΠ να χρειάζεται 6-9 χρόνια για να αποκτήσει επαγγελματικό πτυχίο. Αρνηθήκαμε το δόλωμα των αμειβόμενων μεταπτυχιακών («Νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά: “καταπίνοντες την κάμηλον…”»), και για λόγους αρχής και επειδή θα χρησιμοποιούνταν για την περαιτέρω συρρίκνωση του μισθού, με το επιχείρημα «εσείς τα παίρνετε από παντού». Υπερασπιστήκαμε το ΕΜΠ στη μάχη του με το Υπουργείο Παιδείας στο θέμα της χρηματοδότησης («Εκεί που μας χρωστούσαν….»). Αναλάβαμε πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του Συλλόγου, όσον αφορά στις προσφυγές για τη δικαστική διεκδίκηση της αναπλήρωσης των μισθολογικών απωλειών και την επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών της «ειδικής προσαύξησης» κλπ.

Ο Σύλλογος ΔΕΠ ΕΜΠ δραστηριοποιήθηκε σε ένα βαθμό, αλλά έκανε λίγα πράγματα με κριτήριο το τι θα έπρεπε να είχε κάνει. Εκείνο που, κυρίως, έλειψε είναι η συλλογική συζήτηση και η μαζική, αποφασιστική δράση. Δεν βγάζουμε την ουρά μας έξω από τις ευθύνες γι αυτό, ούτε προσποιούμαστε τους ανεπηρέαστους από τις χαμηλές πτήσεις των καιρών. Όμως, οι ευθύνες εκείνων  που κατέβασαν παράταξη στο Σύλλογο, διεκδικήσαν και πήραν την ψήφο αρκετών συναδέλφων και μετά …εξατμίστηκαν (κυριολεκτικά) είναι μεγάλες.  Κατέβηκαν μόνο για να αδρανοποιήσουν το Σύλλογο; Τόση υποτίμηση, ακόμη και αυτών που τους ψήφισαν;

Θα χρειαστούμε το Σύλλογο. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: ως γνωστόν, οι αμοιβές των πανεπιστημιακών στη χώρα μας, μετά το συντριπτικό χτύπημα των τελευταίων ετών κατά 40%, είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Όμως, ένας από τους δείκτες του ΟΟΣΑ για την Παιδεία είναι να συγκρίνονται οι αμοιβές αυτές με το μέσο μισθό. Με τη συνεχή καταβαράθρωση των μισθών, οι πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα θα εμφανίζονται λίαν συντόμως ως … οι πιο καλοπληρωμένοι πανεπιστημιακοί στον κόσμο! Σημειωτέον, ο νέος Υπουργός Παιδείας έχει ανακοινώσει ότι θα ακολουθήσει ως κόρη οφθαλμού τις προτάσεις του ΟΟΣΑ για την Παιδεία. Όπερ σημαίνει… «έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα…». Και δεν υπάρχει ασφαλές προσωπικό καταφύγιο, για κανέναν. Θα πρέπει να ξανα-ανακαλύψουμε το Σύλλογο, να πετάξουμε τη σκουριά πάνω από τη συλλογική δράση.

Χρειαζόμαστε μια άλλη ΠΟΣΔΕΠ. Η σημερινή πλειοψηφία της σπατάλησε όλες της τις δυνάμεις για την πλήρη επαναφορά του «Ιερού Δισκοπότηρου» των νόμων Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου, όταν δεν πίεζε για πιστή εφαρμογή των μνημονιακών επιταγών ή δεν προωθούσε προκλητικά τα πολύ στενά συμφέροντα εκείνου του τμήματος των μελών ΔΕΠ που χρησιμοποιούν τον τίτλο του καθηγητή για αχαλίνωτη  επαγγελματική δραστηριότητα. Φέρει σημαντική ευθύνη για την εξαιρετικά δύσκολη θέση που βρίσκεται σήμερα ο κλάδος. Η Συνάντηση Πανεπιστημιακών Δασκάλων πάλεψε για τον αναπροσανατολισμό της δράσης της ΠΟΣΔΕΠ, αλλά ο λόγος της συνάντησε «ώτα μη ακουόντων». Μια νέα πορεία της ΠΟΣΔΕΠ, με ριζική ανατροπή των σημερινών συσχετισμών είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία.

Καλούμε, λοιπόν, κάθε συνάδελφο να συμμετέχει στις εκλογές του Συλλόγου και στις εκλογές για την ΠΟΣΔΕΠ, για να ενισχύσει το κοινό μήνυμα «είμαστε εδώ!». Ζητάμε, ως Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι ΕΜΠ, ανοιχτά και θαρρετά, τη στήριξή σας σε αυτές τις εκλογές, μα περισσότερο απ’ όλα, αποζητούμε την κοινή δράση μετά τις εκλογές. Γιατί, όπως λέει και ο Καμύ:

«…Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου…»

Βάδιζε πλάι μου….

Εκεί που μας χρωστούσαν…

Στις 11.01.17, η Σύγκλητος του ΕΜΠ παραχώρησε συνέντευξη τύπου με σκοπό να ενημερώσει την ελληνική κοινωνία για την τραγική οικονομική πραγματικότητα του Ιδρύματος, μετά από τις διαρκώς μειούμενες, από το 2009 έως σήμερα, κρατικές επιχορηγήσεις.

Διερωτήθηκε άραγε το Υπουργείο ποιο ήταν το τίμημα που πλήρωσε (και πληρώνει) το ΕΜΠ, και προφανώς και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαιτίας της αναιμικής χρηματοδότησης όλα αυτά τα χρόνια;

Σε απάντηση της συνέντευξης αυτής, στις 12.01.17, το Υπ. Παιδείας εξέδωσε Δελτίο Τύπου, στο οποίο θα περιμέναμε, όπως μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια άλλωστε, να μας υπενθυμίσει την ανάγκη υλοποίησης των δεσμεύσεων που απορρέουν από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας κ.λπ. κ.λπ. (απεκδυόμενο φυσικά κάθε ευθύνης και για την υπογραφή των δεσμεύσεων και για τα αποτελέσματα των εφαρμοζόμενων πολιτικών). Ωστόσο, το Υπουργείο προχώρησε αυτή τη φορά ένα βήμα παραπάνω αναφέροντας στο Δελτίο Τύπου ότι «…προκαλούν εύλογες απορίες οι δραματικοί τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν …».

Πρόκειται για διαζύγιο με την πραγματικότητα ή περισσό θράσος; Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί μια τέτοια απάντηση όταν:

  • Η κρατική επιχορήγηση, σε σχέση με το 2009, έχει μειωθεί κατά 70% περίπου.
  • Οι πάγιες ανάγκες λειτουργίας του ΕΜΠ (ηλεκτρισμός, θέρμανση, τηλεπικοινωνίες, κ.λπ.) υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό (αποτελούν το 130% της κρατικής επιχορήγησης!).
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έχει συρρικνωθεί κατά 90% περίπου, στο μισό των απαιτούμενων δαπανών συντήρησης των εγκαταστάσεων. Για νέο έργο, ούτε λόγος!
  • Η επιχορήγηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών έχει μηδενιστεί. Τιμωρία, για το γεγονός ότι το ΕΜΠ επιμένει να παρέχει δωρεάν τη μεταπτυχιακή φοίτηση;

Και αυτά είναι μόνο ορισμένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν, με αδιαμφισβήτητο τρόπο, την εφιαλτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Ίδρυμα.

Ακόμη πιο ενοχλητικό είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο επιχείρησε να αιτιολογήσει τη στάση του υποστηρίζοντας ότι η κατάσταση δεν επιδεινώθηκε συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Διερωτήθηκε άραγε το Υπουργείο ποιο ήταν το τίμημα που πλήρωσε (και πληρώνει) το ΕΜΠ, και προφανώς και τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της χώρας, στο επίπεδο της εκπαίδευσης και της έρευνας εξαιτίας της αναιμικής χρηματοδότησης όλα αυτά τα χρόνια; Η αδυναμία των μελών ΔΕΠ να συμμετάσχουν σε διεθνή συνέδρια, η περιορισμένη πρόσβαση στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, η απαξίωση του ερευνητικού εξοπλισμού, οι τεράστιες δυσκολίες στα  εργαστηριακά  μαθήματα και στις διπλωματικές, η «αυτοχρηματοδοτούμενη» από τους φοιτητές Πρακτική Άσκηση και πλείστα άλλα δεινά, αφήνουν το Υπουργείο αδιάφορο; Ή, ακόμη χειρότερα, θεωρεί ότι δηλητηριάζοντας με μιθριδατισμό τα Πανεπιστήμια, με συνεχείς «μικρές» δόσεις ανέχειας και καχεξίας, θα μάθουν από εδώ και πέρα να ζουν έτσι; Τι ΔΕΝ θα προκαλούσε «εύλογες απορίες» στο Υπουργείο; Το «σφάξε με Αγά μ’ ν’ αγιάσω»;

Υπάρχει, επίσης, κι ένα δεύτερο σημείο που μόνο αγανάκτηση προκαλεί. Ας προσπεράσουμε το σουρεαλιστικό γεγονός ότι οι δημόσιοι φορείς (μέσα σε αυτούς και τα Πανεπιστήμια), λόγω των μνημονιακών υποχρεώσεων, θα πρέπει να εμφανίζουν και πλεόνασμα(!). Ας εστιάσουμε σε κάτι άλλο: στον τρόπο δημιουργίας των «πλεονασμάτων». Όποιος ζει την καθημερινότητα των Πανεπιστημίων γνωρίζει ότι έχει δημιουργηθεί ένας καλοστημένος γραφειοκρατικός γολγοθάς που εξασφαλίζει ένα και μόνο πράγμα: την αδυναμία απορρόφησης ακόμη και αυτών των πενιχρών κονδυλίων. Έτσι χτίζονται τα «ταμειακά διαθέσιμα» των Πανεπιστημίων (τα οποία «κουρεύονται» όταν τα Μνημόνια απαιτούν…), έτσι χτίζονται και τα «πλεονάσματα»: με την μη υλοποίηση των αποφάσεων του ΣτΕ για τη μισθολογική αποκατάσταση των μελών ΔΕΠ, με τις καθυστερήσεις στην έκδοση εκατοντάδων χιλιάδων εκκρεμών συντάξεων, με τις περικοπές φαρμακευτικών δαπανών, κ.λπ.

Για τους λόγους αυτούς, η αντίδραση του Υπουργείου μόνο ως πρόκληση μπορεί να ληφθεί.  Όταν τα ζωντανά κύτταρα της χώρας, μεταξύ αυτών και το ΕΜΠ, πλήττονται βάναυσα από τις αδιέξοδες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η ελληνική κοινωνία βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, η άρνηση αποδοχής της μίζερης πραγματικότητας ως «δεδομένης» και «μη αναστρέψιμης» αποτελεί όρο επιβίωσης για τα Πανεπιστήμια και ηθικό καθήκον απέναντι στο αύριο της χώρας.

Εκεί που μας χρωστούσαν…

Απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, τα δίδακτρα…και τις «έδρες»

Τα πανεπιστήμια στροβιλίζονται στη δίνη της κρίσης, όπως και ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Ίσως, μάλιστα, να βρίσκονται εγγύτερα από κάθε άλλο τομέα του κοινωνικού κράτους στο κέντρο της τρομακτικής αυτής περιδίνησης, μιας που οι προϋπολογισμοί τους έχουν περικοπεί κατά 70-80%, ποσοστό πολλαπλάσιο της αντίστοιχης μείωσης του ΑΕΠ. Τα πανεπιστήμια, τα κέντρα μόρφωσης της ελληνικής νεολαίας και θερμοκοιτίδες ενός καλύτερου αύριο για τη χώρα, αντιμετωπίστηκαν από τους δανειστές – επικυρίαρχους και από τις μνημονιακές κυβερνήσεις ως περιττή πολυτέλεια. Σήμερα, βρίσκονται σε συνεχή πτωτική πορεία, αντιμέτωπα με πολλαπλά προβλήματα επιβίωσης, που είναι αδύνατον να λυθούν από το περίσσευμα φιλοτιμίας και αίσθησης καθήκοντος του διδακτικού προσωπικού και των εργαζομένων τους.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει δώσει πια πολλά δείγματα γραφής για την πολιτική της στα πανεπιστήμια, και δια των πράξεων και δια των παραλείψεων της.

  • Η κυβέρνηση μοιάζει να εγκαταλείπει τα πανεπιστήμια στο έλεος της αδυσώπητης οικονομικής δυσπραγίας. Φράσεις, όπως «να μείνει η παιδεία εκτός μνημονίου γιατί προετοιμάζει το μέλλον της χώρας» έχουν αποσυρθεί ακόμη και από τη ρητορική της κυβέρνησης. Στο οικονομικό ζήτημα, εκεί που εμφανίζεται απογυμνωμένη από μακιγιάζ κάθε πολιτική, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι δαπάνες παραμένουν σταθερά κάτω από τις στοιχειώδεις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστημίων, δηλαδή κάτω από το επίπεδο επιβίωσης. Ακόμη και στο θέμα των μισθών, στο οποίο υπάρχει τελεσίδικη απόφαση του ΣτΕ για επιστροφή στο επίπεδο του 2012, η κυβέρνηση αρνείται να κάνει αυτό που η ίδια υλοποίησε στην αντίστοιχη περίπτωση των δικαστικών. Αντ’ αυτού δηλώνει ότι ψάχνει να βρει τη «μαγική φόρμουλα» ώστε να «δώσει αυξήσεις» στα μέλη ΔΕΠ, αν και το συνολικό κόστος των ειδικών μισθολογίων θα πρέπει να παραμείνει «δημοσιονομικά ουδέτερο», σύμφωνα με το Μνημόνιο, δηλαδή παγωμένο.
  • Οι αναπόδραστες συνέπειες αυτής της πραγματικότητας γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με πρόχειρο, άτολμο και αποσπασματικό τρόπο. Αλλά αυτό επιβεβαιώνει το «ενός κακού μύρια έπονται». Έτσι, για να αντιμετωπιστεί η τρομακτική έλλειψη διδακτικού προσωπικού εισάγεται ο θεσμός «μαθήματα με το κομμάτι» των 300 ευρώ, πατώντας πάνω στην απόγνωση των νέων διδακτορούχων επιστημόνων. Πρόσφατα, δε, μετά από πρόταση του «Ποταμιού», επανέρχονται σε πλήρη εκπαιδευτική και ερευνητική δράση οι ομότιμοι καθηγητές! Έτσι, τα πανεπιστήμια, χάνουν τη δυνατότητα ανανέωσης, καταδικάζονται να γερνάνε, ηλικιακά και όχι μόνο, εσαεί.  Όπως η ανάγκη εσόδων «νομιμοποίησε» το αίσχος των αυθαιρέτων, έτσι και η ανάγκη επιβίωσης των πανεπιστημίων «νομιμοποιεί» τις ελαστικές σχέσεις εργασίας στο πανεπιστήμιο, αποτελεί το πρόσχημα για τη διατήρηση παγιωμένων πυραμίδων εξουσίας μέσα στο πανεπιστήμιο (τις «νέες έδρες»), που ούτε καν η συνταξιοδότηση δεν «πρέπει»  να διαταράξει.
  • Στο πρόσφατο νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά η κυβέρνηση δίνει ένα ολοκληρωμένο δείγμα γραφής της πολιτικής της, με δυο σημαντικά νέα στοιχεία. Την καθ’ ολοκληρίαν υιοθέτηση του μοντέλου των τριών κύκλων σπουδών, γνωστού ως μοντέλου της Μπολόνια, και τη θεσμοθέτηση διδάκτρων. Η αντίθεση και στα δυο αποτελεί επί δεκαετίες στοιχείο ταυτότητας για το προοδευτικό ακαδημαϊκό κίνημα. Αλλά το θέμα δεν είναι η «συνέπεια στις αρχές» (αν και σε μια εποχή που δεν ξέρει κανείς «τι είναι τι» και «ποιος είναι ποιος» κι αυτό έχει μεγάλη σημασία), αλλά η ουσία. Κατ’ αρχάς, το μοντέλο της Μπολόνια αμφισβητείται σήμερα, έντονα, ακόμη και σε χώρες που το υποστήριξαν φανατικά. Οδηγεί σε ένα μαζικό, αναιμικά χρηματοδοτούμενο πρώτο κύκλο σπουδών και σε ένα μικρότερο –για όσους αντέχουν οικονομικά– δεύτερο κύκλο με δίδακτρα, που ανοίγει επαγγελματικές προοπτικές. Προτάθηκε ως η νεοφιλελεύθερη λύση για να μειωθεί «με μια κίνηση» η δημόσια χρηματοδότηση στην ανώτατη εκπαίδευση και ως τρόπος παραγωγής άμεσα εκμεταλλεύσιμου και φθηνού δυναμικού για τις επιχειρήσεις. Οδηγεί, όμως, στην ταχύτατη απαξίωση των πτυχίων και σε πολυποίκιλες απώλειες για το δημόσιο συμφέρον. Για τους λόγους αυτούς ευρύτατες δυνάμεις εντός του πανεπιστημίου έχουν διαφωνήσει και έχουν αντισταθεί στην επιβολή του μοντέλου αυτού. Η κυβέρνηση, στο ίδιο σ/ν αντί να επιβάλει την άρση των διδάκτρων όπου υπάρχουν (διορθώνοντας οριστικά το καθεστώς ζούγκλας που επικρατεί σήμερα στον τομέα αυτό), αποδέχεται και θεσμοθετεί τα δίδακτρα στις «μεταπτυχιακές» σπουδές, που δεν είναι καθόλου μεταπτυχιακές, αφού αφορούν πρόσβαση σε δικαιώματα του βασικού πτυχίου (επαγγελματικά δικαιώματα στους μηχανικούς, δυνατότητα διδασκαλίας στις καθηγητικές σχολές κλπ). Ωθεί δε τα υπαμειβόμενα μέλη ΔΕΠ να πάρουν πρόσθετη αμοιβή («αλλά με μέτρο»)  από τα δίδακτρα αυτά.
  • Οι δομές εξουσίας που ο ν. 4009 εγκαθίδρυσε στα πανεπιστήμια, εξορίζοντας τη δημοκρατία από αυτά, όχι μόνο παραμένουν ανέγγιχτες, αλλά έχουν αναβαθμιστεί στον επίσημο συνομιλητή της κυβέρνησης, με απεριόριστες μάλιστα  δυνατότητες άσκησης veto, όπως έχει αποδειχτεί σε πλείστες περιπτώσεις.

Συνολικά, είτε με τη μορφή των «κατ’ οικονομία λύσεων», των συμβατών με τις μνημονιακές υποχρεώσεις, είτε με τη μορφή των μεγάλων ιδεολογικών και πολιτικών υποχωρήσεων, στη χώρα συνεχίζεται ίδιος δρόμος απαξίωσης και παρακμής της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Συνεχίζεται η οικοδόμηση του νεοφιλελεύθερου πανεπιστήμιου, και μάλιστα  της πιο μίζερης εκδοχής του, αυτού που αναπτύσσεται  σε συνθήκες φτώχειας. Κανένα στοιχείο σοβαρής αμφισβήτησης στις καθεστηκυίες ευρωπαϊκές πολιτικές, κανένα  ίχνος φρεσκάδας και νέων ιδεών.

Όμως, όπως και πριν, ο δρόμος αυτός είναι και αδιέξοδος και καταστροφικός, σε κάθε επίπεδο αναφοράς. Για παράδειγμα, αν τα μέλη ΔΕΠ δεχτούν το ανήθικο και δηλητηριώδες δέλεαρ της αύξησης των αποδοχών μέσω διδάκτρων, αυτό θα μεταφραστεί στο κύριο επιχείρημα για την καθήλωση ή και μείωση των μισθών. Ή, πιστεύει κανείς ότι τα πανεπιστήμια θα ανθίσουν, απομυζώντας (και αυτά) τη χειμαζόμενη ελληνική οικογένεια, που δεν μπορεί να καλύψει καν τα στοιχειώδη; Ή απλά θα «στιγματιστούν» για μια κυνική συμπεριφορά, σε μια στιγμή μεγάλης δυσκολίας για το λαό μας;

Γνωρίζουμε τον αντίλογο. Μα υπάρχει άλλος δρόμος; Πάντα υπάρχει ένας άλλος δρόμος όταν αυτός που ακολουθούμε οδηγεί στην καταστροφή.  Ή αν δεν υπάρχει πρέπει να φτιαχτεί! Πόσους ακόμη γύρους καταστροφής πρέπει να ζήσει η ελληνική κοινωνία – και μαζί με αυτή και εμείς – για να αντιμετωπίσουμε τον παραλυτικό φόβο, να σταθούμε στα πόδια μας και να σχεδιάσουμε το μέλλον έξω από τον κλοιό της αποικιοκρατικού τύπου εξάρτησης που αλυσοδένει πολλές γενιές μπροστά; Ιδεοληπτική είναι η επιμονή στις νεοφιλελεύθερες «λύσεις» που τσακίζουν την κοινωνία και όχι η αναζήτηση λύσεων έξω από αυτές.

Ή, ακόμη, μήπως ένας κακός έστω συμβιβασμός μπορεί να δώσει χρόνο για την προετοιμασία μιας άλλη διεξόδου; Αλλά δεν μάθαμε πια, μετά από την τρίτη επανάληψη, ότι κάθε μνημόνιο προετοιμάζει απλά ένα επόμενο; H λογική των μνημονίων είναι να αντιμετωπιστεί η κρίση με τα εργαλεία που τη γέννησαν. Κάθε μέτρο της μνημονιακής πολιτικής που εφαρμόζεται διαμορφώνει έτσι την κοινωνία ώστε να δυσκολεύει την πορεία αλλαγής της. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να προετοιμάζεται ένα ισχυρό δημόσιο δωρεάν δημόσιο πανεπιστήμιο βάζοντας δίδακτρα; Ή εξωθώντας το διδακτικό προσωπικό στην παράλληλη απασχόληση;

Η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ, τώρα που η κυβέρνηση υιοθετεί θεμελιώδεις πλευρές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, πιέζει με κάθε τρόπο για περισσότερες υποχωρήσεις, χλευάζοντας στη συνέχεια την κυβέρνηση για κάθε βήμα πίσω που κάνει. Το στίγμα της διαμορφώνεται όλο και πιο καθαρά. Υπερασπίζεται με πάθος τα συμφέροντα των «επαγγελματιών»- καθηγητών και των manager των μεγάλων ερευνητικών ομάδων και προτείνει την πλήρη εμπορευματοποίηση του πανεπιστημίου. Και, όπως φάνηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή, είναι αποφασισμένη να δώσει λυσσαλέα μάχη για να ολοκληρώσει το καταστροφικό της έργο, εκμεταλλευόμενη την ενδοτικότητα της κυβέρνησης.

Η Συνάντηση Πανεπιστημιακών Δασκάλων, ο μεγάλος ενιαίος αυτοπροσδιοριζόμενος χώρος συνδικαλιστικής έκφρασης της αριστεράς στα πανεπιστήμια, γεννήθηκε όταν η νεοφιλελεύθερη πολιτική με τους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου αποπειράθηκε όχι μόνο να επιβάλει πλήρως το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο αλλά και να εξαρθρώσει το προοδευτικό ρεύμα μέσα σε αυτό. Συναντήθηκε με τους φυσικούς της συμμάχους, τους φοιτητές και τους εργαζόμενους, και συγκρότησε ένα ισχυρό προοδευτικό μέτωπο στα πανεπιστήμια που έδωσε κρίσιμες μάχες στις πιο δύσκολες στιγμές της μνημονιακής επίθεσης. Ήταν ίσως φυσιολογικό να χάσει το βηματισμό της όταν την πολιτική του αντιπάλου κλήθηκαν να υλοποιήσουν «οι δικοί μας». Όμως, η καθημερινή αβίωτη πραγματικότητα των προβλημάτων, τα μέτρα που περιγράφηκαν που όχι μόνο δεν την αντιμετωπίζουν αλλά και την οξύνουν και το όραμά μας για ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο, ελεύθερο και δημοκρατικό, ικανό να βοηθήσει το λαό μας σε μια πορεία αναγέννησης, δεν μας επιτρέπουν να μείνουμε παθητικοί. Ποτέ δεν αποφύγαμε να πάρουμε θέση, δεν θα το κάνουμε και τώρα. Επειδή πιστεύουμε ότι η μνημονιακή πολιτική είναι καταστροφική και για τα πανεπιστήμια και για τη χώρα, θα κάνουμε ότι μπορούμε να μην περάσει, για να μείνει ανοιχτή η πόρτα μιας άλλης διεξόδου για τη χώρα. Τα αιτήματά μας, όπως αυτά έχουν επανειλημμένα διατυπωθεί στις διακηρύξεις μας, όχι απλώς παραμένουν επίκαιρα αλλά αποκτούν επείγοντα χαρακτήρα.

Και δεν θα τα αφήσουμε να μείνουν «στα χαρτιά»!

ΣΠΔ_Απέναντι στον φιλελευθερισμό