Νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά: «καταπίνοντες την κάμηλον…»

Το πρόσφατο Ν/Σ που κατέθεσε η Κυβέρνηση για τα μεταπτυχιακά αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη παρέμβαση στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, και ως τέτοια αξίζει να αναλυθεί και ως προς τις συνέπειές της στις σπουδές και ως γενικότερο δείγμα γραφής. Όχι πως η απουσία παρέμβασης, ακόμη και σε θεσμούς πλήρως απαξιωμένους στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως τα Συμβούλια Ιδρύματος, δεν λέει πολλά. Οπωσδήποτε, όμως, η κατάθεση μιας δικής της ρύθμισης για το πώς σχεδιάζει τη λειτουργία των μεταπτυχιακών προγραμμάτων λέει πολύ περισσότερα.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του νομοσχεδίου αυτού:

Α. Στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η λειτουργία των μεταπτυχιακών, όπως και κάθε πανεπιστημιακή δραστηριότητα, απαντά με την επίσημη θεσμοθέτηση διδάκτρων. Μια αριστερή κυβέρνηση κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει καμιά συντηρητική κυβέρνηση. Όχι πως οι προηγούμενοι δεν είχαν αφήσει συνειδητά διάπλατα «παράθυρα» για να ξεφυτρώσουν εκατοντάδες μεταπτυχιακά προγράμματα αμφιβόλου ποιότητας ή ακόμη και διαπιστευμένης κακής ποιότητας, με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση της αγωνίας της ελληνικής οικογένειας να δώσει κάποια προοπτική στα παιδιά της. Όμως, η αποδοχή και αναγνώριση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης από την Κυβέρνηση, η προσχώρηση στο κεντρικό κάλεσμα του νεοφιλελευθερισμού, το «πουλήστε τη γνώση σας για να επιβιώσετε», αποτελεί και πολιτική παρακμή και απόλυτα αδιέξοδη «λύση».

Β. Με το Ν/Σ η Κυβέρνηση ωθεί τα ΑΕΙ στην πλήρη ευθυγράμμιση με το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών, γνωστού ως μοντέλου της Μπολόνια, μέσω της πλήρους αντιστοίχισης με τους αντίστοιχους κύκλους του. Όμως, αυτό το μοντέλο σπουδών δεν είναι μια κάποια τεχνική οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης. Σήμαινε τρία ή τέσσερα χρόνια σπουδών, με μισο- ανειλημμένη την υποχρέωση της Πολιτείας να τις παρέχει δωρεάν, δίδακτρα στο master, που αντιστοιχεί στο βασικό επαγγελματικό πτυχίο και διδακτορικό, στη συνέχεια, στην πράξη μόνο για όσους μπορούν να έχουν εξωτερική χρηματοδότηση. Έτσι, η υποχρέωση της Πολιτείας περιορίζεται σε τρία χρόνια μαζικής εκπαίδευσης (με αντίστοιχη άμεση και δραστική περικοπή των δαπανών), προσαρμοσμένης στη φτηνή παραγωγή μισο-ειδικευμένου προσωπικού. Η εκπαίδευση αυτή προφανώς απαξιώνεται πολύ γρήγορα, μεταθέτοντας στις πλάτες του νέου επιστήμονα και το κόστος της συνέχισης των σπουδών που είναι απαραίτητες για να επιβιώσει και το κόστος της διαρκούς ανάγκης επιμόρφωσης. Για όσους μπορούν, βεβαίως… Γι’ αυτούς τους λόγους συνεχίζει να υπάρχει ισχυρή αντίθεση στο μοντέλο αυτό, σε ευρύτατους κύκλους, γιατί αποτελεί και κατάργηση του δικαιώματος για υψηλής ποιότητας δημόσια εκπαίδευση και μορφή υποταγής των πανεπιστημίων στην άμεση παραγωγή πλούτου. Όσο κι αν το πολιτικό πεδίο είναι γεμάτο συμβιβασμούς, η σιωπηλή αλλά πλήρης ευθυγράμμιση της Κυβέρνησης με ένα μοντέλο που τα ίδια τα πανεπιστήμια αμφισβητούν, έχει μεγάλη αρνητική σημασία, πολύ μεγαλύτερη από την παράδοση «μια ακόμη σημαίας».

Γ. Με βάση το προηγούμενο σημείο, το κατατεθειμένο Ν/Σ, δεν ρυθμίζει μόνο τα μεταπτυχιακά, αλλά επιδρά καθοριστικά σε όλη τη δομή της ανώτατης εκπαίδευσης και ειδικότερα σε εκείνα τα πανεπιστήμια, όπως το Πολυτεχνείο, που υιοθετούν το μοντέλο των ενιαίων πενταετών σπουδών. Το Ν/Σ αρνείται τη δυνατότητα, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, τα πανεπιστήμια να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη επιλογή και να δώσουν σοβαρά πτυχία, με γερά θεμέλια και, κατά συνέπεια, με μεγαλύτερη αντοχή σε μια εξαιρετικά ευμετάβλητη αγορά εργασίας. Για τα πανεπιστήμια αυτά, εμμέσως πλην σαφώς το δίλλημα που τίθεται είναι: «Κάντε όσα χρόνια σπουδές θέλετε για το πτυχίο (στο ΕΜΠ ο μέσος όρος αποφοίτησης φτάνει τα 6,5 χρόνια), αλλά αυτό θα ισοδυναμεί με πτυχίο πρώτου κύκλου». Η αδικία είναι κατάφορη.

Ας δούμε και τα αντεπιχειρήματα. «Μπαίνουν κάποια όρια στα δίδακτρα», «μπαίνει ένα όριο στις αμοιβές των καθηγητών», «θα δίνονται υποτροφίες από τα δίδακτρα» κλπ. Όμως: Πάντα τα δίδακτρα ξεκινούν χαμηλά (δείτε το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας)- αρκεί να ανοίξει η κερκόπορτα. Η όποια χρηματική ενίσχυση των καθηγητών από δίδακτρα, εκτός του ηθικού ζητήματος, θα απογυμνώσει κάθε επιχείρημα για αξιοπρεπείς μισθούς και θα γιγαντώσει την άποψη, την τόσο άδικη για την πλειοψηφία των συναδέλφων, ότι εσείς «τα παίρνετε από παντού». Όσο για το επιχείρημα για «υποτροφίες» στους αδύναμους, ισχύει το «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι». Πρώτα καταργούμε τη δυνατότητα δωρεάν σπουδών και μετά φροντίζουμε «ευσπλαχνικά» να βρούμε υποτροφίες.  Αφήστε που, τώρα που η Κυβέρνηση παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου, αποδεχόμενη πλήρως τη θεμελιώδη λογική του, οι απόπειρες «ρύθμισης» το πιθανότερο είναι ότι θα εξανεμιστούν πλήρως κάτω από την ανυποχώρητη επιθετικότητα του αντιδραστικού μετώπου στα πανεπιστήμια, όπως έχει γίνει τόσες φορές στο πρόσθετο παρελθόν.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.  Όμως, η πολιτική αυτή είναι που γέννησε την κρίση, τουλάχιστον στις διαστάσεις που παίρνει σήμερα. Και είναι σκανδαλώδες να προσπαθεί να εμφανιστεί ως ο δρόμος για την αντιμετώπισή της, και μάλιστα ως ο μοναδικός. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι τα καταφέρνει (και η Κυβέρνηση βοηθάει σ’ αυτό). Μια ολόκληρη κοινωνία (και εμείς μέσα σ’ αυτούς) αρνείται να δει κατάματα τι συμβαίνει, στρουθοκαμηλίζει ή υπνοβατεί. Πόσοι «γύροι» καταστροφής πρέπει να συμβούν ακόμη (τώρα προετοιμάζεται ο επόμενος με τη ΝΔ στο τιμόνι) μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας, να ορθώσουμε ανάστημα, να κοιτάξουμε θαρραλέα το μέλλον και να χαράξουμε μια άλλη πορεία; Πότε θα δούμε ότι δεν είναι ο φαρμακοποιός που φταίει, αλλά η ίδια και απαράλλαχτη «συνταγή», που δηλητηριάζει μια χώρα ολόκληρη και, το κυριότερο, σακατεύει τη νέα γενιά;

Είναι ηθικό καθήκον μας να αρνηθούμε το δηλητηριώδες «τυράκι», της αύξησης των αποδοχών μέσω είσπραξης διδάκτρων από τη χειμαζόμενη ελληνική οικογένεια, τιμώντας το ρόλο μας ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Η ταύτισή μας με αυτούς που «αρμέγουν» τον ελληνικό λαό θα έχει, εξάλλου, ολέθριες συνέπειες στην προσπάθειά μας για μισθολογικά δίκαιη αναγνώριση της προσφοράς μας.

Για τα μεταπτυχιακά

Οι μνημονιακές “υποχρεώσεις” της κυβέρνησης βλάπτουν σοβαρά (και) τα μέλη ΔΕΠ!

Η κυβέρνηση αποφάσισε το πάγωμα των ειδικών μισθολογίων, και μέσα σε αυτά και των πανεπιστημιακών, μέχρι την 31.12.2018.

Το νέο μέτρο του παγώματος του χρονοεπιδόματος έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%, δίνοντας προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές»!

Πρόκειται για νέα μισθολογική μείωση και όχι «πάγωμα», αφού καταργεί το δικαίωμα της αύξησης  του 4% του χρονοεπιδόματος. Άλλωστε, το «πάγωμα» αυτό αποτιμάται σε μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 120 εκ. ευρώ, συνολικά. Το «πάγωμα» αυτό μπορεί να συμπαρασύρει ακόμη και την ακαδημαϊκή εξέλιξη, αφού αυτή σημαίνει και  μισθολογική εξέλιξη. Η κυβέρνηση αντί να εφαρμόσει την απόφαση του ΣτΕ για αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών, όπως είναι συνταγματική επιταγή, προχωρά σε νέες μειώσεις μισθών!

Δεν πρόκειται για προσωρινό μέτρο. Δεν γελιόμαστε. Για την ακρίβεια η πιθανότητα να είναι προσωρινό είναι όση όλων των υπολοίπων μνημονιακών μέτρων που εμφανίστηκαν ως τέτοια, δηλαδή της έκτακτης εισφοράς, του ΕΝΦΙΑ κλπ.

Πρόκειται για νόμο του Κράτους. Η τροπολογία της τελευταίας στιγμής ότι η κυβέρνηση «δύναται» να αντικαταστήσει το μέτρο με άλλα ισοδύναμα δεν τον ακυρώνει. Απεναντίας, από μνημονιακή δέσμευση είναι τώρα νόμος τους Κράτους «και με τη βούλα», που θα ακυρωθεί «αν και εφόσον»… Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο ντόρος που έγινε αφορά άλλα μισθολόγια, και δη αυτό των στρατιωτικών, ενώ για τους πανεπιστημιακούς δεν υπήρξε καμία αναφορά.

Πρόκειται για απαράδεκτο μέτρο.  Μετά τις διαδοχικές μειώσεις μέχρι και κατά 40% των μισθών, μετά το συντριπτικό χτύπημα των συντάξεων, μετά την τελευταία αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και των κρατήσεων λόγω αύξησης φόρων και έκτακτης εισφοράς (η οποία τριπλασιάζεται για τις εισοδηματικές κλάσεις που ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων), το νέο μέτρο έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%! Δίνει προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές», αυτούς που έχουν το μισθό τους «για τους καφέδες», από τη μια και προχωρά σε μείωση των μισθών των μελών ΔΕΠ και ανοίγει το δρόμο για δίδακτρα για τη δεινοπαθούσα ελληνική οικογένεια από την άλλη…

Δεν είναι αποσπασματικό μέτρο. Διεθνώς, το Πανεπιστήμιο βάλλεται λυσσαλέα από τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού. Στοχεύουν στην εκπόρθηση ενός οχυρού που θα απομακρύνει ακόμη περισσότερο την κοινωνία από τη γνώση και την αλήθεια. Στην Ελλάδα τα μνημόνια αποτελούν το ιδανικό περιβάλλον για να καμφθούν οι αντιδράσεις σε αυτήν την επίθεση. Για τις δυνάμεις αυτές, το πανεπιστήμιο των μνημονίων πρέπει να υλοποιήσει όλες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές, κι ανάμεσα σε αυτές τη μείωση του ρόλου του μόνιμου προσωπικού τους. Γι’ αυτό, η θεσμοθέτηση μαθημάτων με το κομμάτι (“θέσεις ακαδημαϊκής εμπειρίας”), ή η επιστροφή των συνταξιούχων καθηγητών σε προπτυχιακά
μαθήματα (5 ώρες την εβδομάδα)  δεν είναι μέρος της λύσης, αλλά του προβλήματος. Δεν είναι δυνατόν η μόνη «διέξοδος» για το χειμαζόμενο πανεπιστημιακό που αφήνεται ανοιχτή να είναι η στροφή του στην επιχειρηματική δραστηριότητα και η ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου.

Προφανώς, το νεοφιλελεύθερο- επιχειρηματικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να λειτουργεί δημοκρατικά. Η επιστροφή της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο αποτελεί αντίσταση σε αυτό και αναγκαίο αίτημα όσο ποτέ. Από την κυβέρνηση όμως, όχι μόνο δεν προωθείται κατάργηση του καταστροφικού για τα πανεπιστήμια νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου αλλά ενδεχομένως να γίνουν και νέες εκλογές για νέα Συμβούλια Ιδρύματος! Αν γίνει και αυτό, ο συμβιβασμός με τις νεοφιλελεύθερες λογικές στο Πανεπιστήμιο θα είναι πλέον πλήρης.

Η μνημονιακή πολιτική, η πολιτική που «επιβλήθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο», δεν πρόκειται να μεταβληθεί σε «εθνοσωτήριο» δρόμο. Ωθεί τη χώρα και το λαό σε μόνιμη παρακμή και εποπτεία στο διηνεκές, τη νέα γενιά στη ξενιτιά ή στην εξαθλίωση των 300 ευρώ μισθό. Η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και η «μαθηματικοποιημένη» λιτότητα δεν είναι λύση. Είναι απώλεια εθνικής ανεξαρτησίας και ταυτόχρονα παράγοντες επιδείνωσης της κρίσης.  Ως σχήματα εναντιωθήκαμε από την αρχή σε αυτή τη λαίλαπα και δεν θα πάψουμε να την αντιπαλεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις, όποια κυβέρνηση  κι αν την υλοποιεί.

Το θέμα δεν είναι απλά να καταγγείλουμε το μέτρο. Το μέτρο δεν πρέπει να περάσει. Η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ δεν μπορεί να δώσει αποτελεσματικά αυτό τον αγώνα. Πρώτον, γιατί «ποίησαν την νήσσαν» στις επανειλημμένες μισθολογικές περικοπές των προηγούμενων μνημονίων. Δεύτερον, γιατί παγιδεύονται σε έναν άσφαιρο «καθωσπρεπισμό», όσον φορά στους τρόπους διεκδίκησης. Κυρίως, όμως γιατί δεσμεύονται από την ουσιαστική συμφωνία τους με τη μνημονιακή πολιτική, συνολικά και διαχρονικά. Όμως, κάθε προσπάθεια αντίστασης που στον πυρήνα της έχει την άρρητη  πρόταση «ρίξτε σε κάποιους άλλους τα βάρη», και εκθέτει και απομονώνει τους πανεπιστημιακούς, μηδενίζοντας παράλληλα τις προοπτικές επιτυχίας.

Ο αγώνας στα χέρια όλων μας. Να ξεκινήσουμε με επιτυχημένες και μαζικές γενικές συνελεύσεις. Ο καθένας και καθεμιά από εμάς να πει το προσωπικό του ΟΧΙ, με την παρουσία μας σε αυτές. Και εκεί, από κοινού, να σχεδιάσουμε τα επόμενα βήματα. Η απεργία στις 15 Ιουνίου πρέπει να είναι καθολική και να σηματοδοτήσει το πρώτο βήμα ενός  αποφασιστικού αγώνα.

Το κάναμε σε κρίσιμες στιγμές για το πανεπιστήμιο, πρόσφατα με τις διαθεσιμότητες-απολύσεις. Να το ξανακάνουμε τώρα. Να βρούμε βήμα συντονισμού με τους υπόλοιπους συλλόγους. Να κάνουμε ξεκάθαρο το μήνυμα ότι θα κάνουμε ότι μπορούμε για να μπει τέλος σε αυτόν τον κατήφορο. Το χρωστάμε στους εαυτούς μας, στους φοιτητές μας αλλά και στη χώρα μας.

Οι ΠΔ ΕΜΠ θα φέρουν στο ΔΣ του ΣΔΕΠ ΕΜΠ την πρόταση για ΓΣ του Συλλόγου με θέμα την προειδοποιητική απεργία στις 15 Ιουνίου. Ας είμαστε όλοι εκεί!

 

Πάγωμα μισθών…

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Δεν έχουμε καμιά διάθεση να φορτώσουμε με τραγικούς τόνους την επικοινωνία μας με τους συναδέλφους. Αρκετά βομβαρδιζόμαστε καθημερινά και παντοιοτρόπως όλοι. Δεν έχουμε, όμως, και καμιά διάθεση να μιμηθούμε τη στρουθοκάμηλο σε μια δραματική επιδείνωση  της ζωής και των συνθηκών εργασίας του πανεπιστημιακού.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ.

Αυτό που αποφασίζεται στις επόμενες ημέρες είναι η σύνταξη ενός καθηγητή πρώτης βαθμίδας με 30 χρόνια υπηρεσίας να κυμαίνεται στα 1100 ευρώ περίπου, μειωμένη κατά 1600 ευρώ από αυτή που έπαιρνε το 2007. Όμως το κόστος ζωής όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε από το 2007 (ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε μεταξύ 2007-2015 πάνω από 10%). Έτσι, όλη αυτή η μείωση μεταφράζεται ευθέως σε απώλεια ποιότητας ζωής, σε μια δραματική φτωχοποίηση. Κι αυτό αποτελεί μια απόφαση που για πολλούς από εμάς θα γίνει επώδυνα πραγματική σε λιγότερο από πέντε χρόνια, όταν ένα μεγάλο ποσοστό των συναδέλφων στο ΕΜΠ συνταξιοδοτείται.

Την ίδια ώρα, οι μέχρι και κατά 40% μειωμένοι μισθοί μας μπαίνουν σε νέα προκρούστεια κλίνη με κατεύθυνση «εξομάλυνσης» με το ενιαίο μισθολόγιο, σύμφωνα με τη μνημονιακή δέσμευση (μέχρι τον Ιούνιο). «Κυβερνητικοί κύκλοι», σύμφωνα με δημοσιεύματα,  δηλώνουν έτοιμοι για το ακαδημαϊκό μισθολόγιο. Εμείς πότε θα πρέπει να το μάθουμε; Κατόπιν εορτής;

Σε απόλυτη συγχορδία με τα προηγούμενα είναι και η «διατίμηση» της αυτοδύναμης διδασκαλίας, σύμφωνα με τη γνωστή προκήρυξη ΕΣΠΑ στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας, με 300 ευρώ «το κομμάτι» και η διασπορά της αποκλειστικής αυτής ευθύνης των μελών ΔΕΠ σε οποιονδήποτε, και μάλιστα με την προκλητική αιτιολογία της «κατάργησης της καθηγητικής αυθεντίας». Το γεγονός ότι αυτό δεν καταργεί μόνο τα εργασιακά δικαιώματα των μελών ΔΕΠ αλλά εξευτελίζει και το νέο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και «βουλιάζει» την ποιότητα σπουδών των πανεπιστημίων  φαίνεται να μην ενοχλεί κανέναν.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ. Η λογική είναι ορατή και πολλαπλώς λεχθείσα. Είμαστε «οι υψηλόμισθοι που είναι κοινωνικά δίκαιο να πληρώσουμε περισσότερα». Βεβαίως, αν ονομάσεις τα ποσά των 500 ευρώ «χαμηλούς μισθούς», ενώ είναι επιδόματα εξαθλίωσης, τα 1000 ευρώ μετονομάζονται «κατ’ αναλογίαν»  σε μέσο εισόδημα και τα 1500 ευρώ σε υψηλό. Αλλά, αυτό είναι μια σοφιστεία που προκλητικά αγνοεί και το πραγματικό κόστος διαβίωσης (αν όχι επιβίωσης)  και το μεγάλο πλούτο που υπάρχει γύρω μας, που ζει και βασιλεύει, προκλητικά απείρακτος από τα τρία συνεχόμενα μνημόνια. Αυτοί είναι οι ιερές αγελάδες που στηρίζουν την οικονομία. Οι υπόλοιποι είμαστε αναλώσιμα υποζύγια.

Ξέρουμε το υφέρπον αντεπιχείρημα. «Εσείς τα βγάζετε από αλλού». Πρώτον, αυτό δεν ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων, που έχει περιέλθει σε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική δυσπραγία. Δεύτερον, οι «άλλες διέξοδοι» οδηγούν σε μια τεράστια σπατάλη προσπαθειών που αντικειμενικά αφαιρούνται από αυτό που θα έπρεπε να ήταν η κύρια προσπάθειά μας, οι υψηλού επιπέδου σπουδές και η έρευνα. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: σε μια πρόσφατη πρόσκληση για το HORIZON 2020 κατατέθηκαν 147 προτάσεις για να χρηματοδοτηθούν 2 (ποσοστό 1,3%)! Πόσος χαμένος κόπος αλλά και πόση απελπισία…

Υπάρχει συνδικαλιστικό κίνημα να υπερασπιστεί τον κλάδο από μια ριζική περαιτέρω φτωχοποίηση; Η πλειοψηφία της ΠΟΣΔΕΠ ασχολείται ακόμη με την υπεράσπιση του «ιερού δισκοπότηρου», το Νόμο Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου και των Συμβουλίων Ιδρύματος. Εδώ ο κόσμος χάνεται… Για τα οικονομικά των πανεπιστημίων «εκδίδει ανακοινώσεις», αφού οι απεργίες «δεν ταιριάζουν στο προφίλ μας». Και δεν συμφωνεί ούτε κατά διάνοια σε κοινή πάλη με τους υπόλοιπους που πλήττονται από την ίδια πολιτική. Με τέτοια γραμμή συνειδητής αφλογιστίας ποιος θα σε φοβηθεί και πώς θα υπερασπιστείς τον κλάδο; Η ΠΟΣΔΕΠ και οι παρατάξεις που συγκροτούν την πλειοψηφία της έχουν τεράστια ευθύνη για το γεγονός ότι υποδεχόμαστε ως κλάδος «με κατεβασμένα χέρια» τα νέα δραματικά μέτρα.

Αλλά ας μην εξαιρούμε τους εαυτούς μας από το καθήκον να αντιδράσουμε. Οι Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι θα προτείνουν στο Σύλλογο Γενική Συνέλευση. Οι τελευταίες απόπειρες δεν ήταν επιτυχείς, με ευθύνες όλων μας. Ας δώσουμε το σήμα «ως εδώ» ξεκινώντας με την παρουσία μας στη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου.

 

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση «βοήθειας» των πανεπιστημίων

Τα τελευταία χρόνια η μνημονιακή πολιτική στα πανεπιστήμια, μεταξύ άλλων, επέφερε μια  δραματική μείωση του αριθμού των μελών ΔΕΠ, ως αποτέλεσμα της μηδενικής αναπλήρωσης των συνταξιοδοτηθέντων καθηγητών, αλλά και της απίσχνασης των πιστώσεων του «ΠΔ 407», με τα οποία συντηρούνταν, έστω και με λάθος τρόπο, πάγιες και διαρκείς ανάγκες των πανεπιστημίων, ειδικά της περιφέρειας. Έτσι, πολλά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν δραματικά προβλήματα λειτουργίας, αδυνατώντας να καλύψουν στοιχειώδεις εκπαιδευτικές ανάγκες τους.

Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία ενός πανεπιστημιακού μαθήματος να βγαίνει στη διατίμηση των 300 € το μήνα;

Με τον τρόπο αυτό καταφανώς ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για μια πάμφθηνη λειτουργία των ΑΕΙ, χωρίς ανάγκη οργανικών θέσεων μελών ΔΕΠ.

Η Κυβέρνηση «απαντάει» στο πρόβλημα, με ελάχιστες νέες θέσεις ΔΕΠ (που έστω ως κίνηση αντιστροφής μιας κατάστασης έχει μια σημασία, μάλλον συμβολική όμως), αλλά και με μια μαζική κίνηση που μέλλει να έχει δραματικές συνέπειες: δίνει το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας σε απλούς κατόχους διδακτορικού, έναντι της αμοιβής των  περίπου 300 € τον μήνα! Και επειδή αυτό το επιμίσθιο μάλλον ως ελεημοσύνη μπορεί να θεωρηθεί, τo καλύπτει με το «δέλεαρ» της «απόκτησης ακαδημαϊκής διδακτικής εμπειρίας», παίζοντας με τα όνειρα των νέων ανθρώπων για ακαδημαϊκή εξέλιξη.

Κάποιοι ίσως πουν ότι «κάτι είναι καλύτερο από το τίποτε», ειδικά για τις εφιαλτικές συνθήκες ανεργίας που αντιμετωπίζουν οι νέοι επιστήμονες. Ωστόσο,  με τον τρόπο αυτό η εργασία των μελών ΔΕΠ υφίσταται μια ραγδαία «εσωτερική υποτίμηση». Θυμίζουμε ότι δικαίωμα για αυτοδύναμη διδασκαλία έχουν, θεσμικά, μόνο τα μέλη ΔΕΠ, εξαιρουμένων μάλιστα ακόμη και των Λεκτόρων. Ακόμη, οι ΕΔΙΠ, επιστήμονες με διδακτορικό, που υποστηρίζουν πολλές φορές χρόνια κάποια μαθήματα, δεν έχουν δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας, παρά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες και με απόφαση της Συγκλήτου. Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία ενός πανεπιστημιακού μαθήματος να βγαίνει στη διατίμηση των 300 € το μήνα; Με τον τρόπο αυτό καταφανώς ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για μια πάμφθηνη λειτουργία των ΑΕΙ, χωρίς ανάγκη οργανικών θέσεων μελών ΔΕΠ.

Διαπιστώνεται ένα εξίσου σημαντικό πρόβλημα, πως με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται και θεσμικά η ακραία εκμετάλλευση του νέου επιστημονικού δυναμικού, μέσα από την αμείλικτη εκμετάλλευση των ελπίδων των νέων διδακτόρων για ακαδημαϊκή εξέλιξη λόγω της απελπισίας τους ενώπιον μιας καθολικής έλλειψης προοπτικών εργασίας. Στην ίδια γραμμή εκμετάλλευσης των ερευνητών, διεθνώς, οι οποίοι  πρέπει, για παράδειγμα, να πληρώνουν οι ίδιοι για τη δημοσίευση των εργασιών τους («για να εμπλουτίσουν το βιογραφικό») – ένα μείζον θέμα στο οποίο θα επανέρθουμε-, θα πρέπει και οι μεταδιδάκτορες να παρέχουν έργο υπό εξευτελιστικές συνθήκες, ώστε ομοίως να εμπλουτίσουν το βιογραφικό τους.

Έχει όμως μεγάλη σημασία και μια ευρύτερη παρατήρηση: Η αναζήτηση «λύσεων» για τη λειτουργία του πανεπιστημίου, χωρίς αμφισβήτηση του μνημονιακού πλαισίου που το στραγγαλίζει φαίνεται πως δυνητικά γεννά τέρατα, οπότε δεν έχει νόημα να συζητά κανείς για προθέσεις. Ας δούμε καθαρά τις συνέπειες και ας αντιταχθούμε στη διπλή απειλή: της ευθείας υποτίμησης του έργου των μελών ΔΕΠ και της ωμής εκμετάλλευσης των νέων επιστημόνων. Αλλιώς, ούτε λόγος να γίνεται για την προστασία των δικαιωμάτων των μελών ΔΕΠ ως εργαζομένων, αλλά ούτε και για προστασία του επιπέδου σπουδών  από μια πρωτοφανή και αναπόδραστη… κατρακύλα.

Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση «βοήθειας» των πανεπιστημίων

Τρεις τρόποι ενταφιασμού του Μελκιάδες «Παιδείας»

Μάκης Σπαθής, Καθηγητής ΣΕΜΦΕ ΕΜΠ

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Η Εποχή” της 20.10.2015

Μετά την απόφαση της σημερινής κυβέρνησης να αποσύρει από τη Βουλή το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία, γνωστό ως «νόμο Μπαλτά», το τοπίο στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο. Με δεδομένη την απομάκρυνση από το ΥΠΕΘ του πρώην υπουργού Αριστείδη Μπαλτά, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, όμως θα μπορούσε να μην είχε επισυμβεί αν η κυβέρνηση παρέμενε σταθερή στην ίδια πολιτική και στις εξαγγελίες για την παιδεία που επαγγέλλονταν διαχρονικά από την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι χτες. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί αμείλικτα ερωτήματα τόσο για τη συνολική μεταμνημονιακή μετεξέλιξη της κυβερνητικής πολιτικής όσο και για τις εξειδικεύσεις της στον τομέα της παιδείας.

Από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ και τα προβεβλημένα στελέχη του, με αποδέκτες τη μεγάλη πλειοψηφία όσων έχουν απομείνει μετά την επώδυνη συμφωνία του τρίτου μνημονίου, διακηρύσσονταν σε όλους τους τόνους κατά την προεκλογική περίοδο, οι ακόλουθες υποσχέσεις: «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα τιμήσει την υπογραφή του και θα εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε απέναντι στους δανειστές, αλλά με γνώμονα πάντα την προστασία των κοινωνικών ομάδων που πλήττονταν βάναυσα, θα εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, την υγεία, τις εργασιακές σχέσεις και το κοινωνικό κράτος γενικότερα. Θα λειάνει τις επιθετικές αιχμές των εφαρμοστικών ρυθμίσεων, θα αναζητά επίμονα ισοδύναμα μέτρα και τέλος θα αναδεικνύει καθημερινά τη σταθερή προσήλωσή του στον αριστερό του ριζοσπαστισμό». Παράλληλα, ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει μεταξύ των άλλων στο υπουργικό συμβούλιο μετά τις εκλογές ότι το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία θα ψηφιστεί αμέσως με την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής. Τι συνέβη στη συνέχεια, μια βδομάδα μετά; Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί η κυβέρνηση κάνει στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείπει τις δεσμεύσεις της για την κατάργηση των νόμων Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, ειδικά όταν στις προγραμματικές δηλώσεις του Α. Τσίπρα (Ιανουάριος 2015) υπήρχε η άμεση κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος (Σ.Ι.), δηλαδή του πιο επιθετικού οργάνου διοίκησης κατά τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα. Γιατί η σημερινή κυβέρνηση ενταφιάζει τη δημοκρατία στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Εκδοχή πρώτη: Η κυβέρνηση της Αριστεράς αντιμέτωπη με το μαύρο μέτωπο για την παιδεία

Από τον περασμένο Απρίλιο, όταν το νομοσχέδιο για την παιδεία βγήκε για πρώτη στο φως της δημοσιότητας, αμέσως συγκροτήθηκε ένα μέτωπο «αντίστασης» και «αγώνα» με το σύνθημα «όχι Μπαλτάς για την παιδεία». Ένα μέτωπο που εκτός από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΠΟΤΑΜΙ, τους πρώην υπουργούς Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλο, συνδικαλιστές των παρατάξεών τους στην ΠΟΣΔΕΠ, πρυτάνεις και άλλα μέλη των διοικήσεων των ΑΕΙ, έτυχε μεγάλης υποστήριξης από τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες και τα ΜΜΕ. Έκτοτε οι αρχηγοί και των τριών συστημικών κομμάτων τόνιζαν στις δημόσιες εμφανίσεις τους την επικείμενη «καταστροφή» της παιδείας στο σύνολό της από το νόμο Μπαλτά. Αποκορύφωμα αυτού ήταν οι ψηφοφορίες από αντιπολιτευόμενους βουλευτές για τις μνημονιακές συμφωνίες το κατακαλόκαιρο, που υπαινίσσονταν ότι αν ο Τσίπρας τους αναγκάζει να υπερψηφίσουν το τρίτο μνημόνιο, θα έπρεπε να μην επαναπαύεται στην εξασφάλιση της ψήφου τους στο βαθμό που ο «νόμος Μπαλτά» δεν αποσυρθεί. Μπορεί ο πρωθυπουργός να αγνοούσε τις απειλές τους προεκλογικά, στη συνέχεια όμως εύλογο είναι να σκεφτεί κανείς την ανάγκη να κατευναστούν οι αντιθέσεις προσφέροντας ως τροφή στο Μινώταυρο της αντίδρασης την πολυπόθητη Δημοκρατία στα πανεπιστήμια. Ο φόβος, εξάλλου, για τις πιθανές κοινωνικές εκρήξεις που μπορούν να πυροδοτήσουν οι εφαρμοστικοί νόμοι του μνημονίου, στη συνέχεια, ωθεί τη σημερινή κυβέρνηση να έχει στις αποσκευές της την προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με τη συμμετοχή κάποιων ή και των τριών συστημικών κομμάτων του μνημονιακού τόξου.

Εκδοχή δεύτερη: Η ενσωμάτωση της ήττας από την κυβέρνηση της Αριστεράς

Μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου η στρατηγική της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ τροποποιείται καθοριστικά. Με δεδομένο πλέον το ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργεί η εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής τα περιθώρια ανάδειξης αριστερών φιλολαϊκών πρωτοβουλιών στενεύουν δραματικά. Η υπόσχεση για την ακύρωση της εσωτερικής υποτίμησης και της συνακόλουθης λιτότητας αναβάλλεται για ευθετότερο χρόνο. Αυτό που προέχει σήμερα είναι μια ταχύρρυθμη υλοποίηση των εφαρμοστικών νόμων για την επιτυχή αξιολόγηση εκ μέρους των δανειστών, η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας με την ανάπτυξη να ακολουθεί και η πολυπόθητη έξοδος στις αγορές. Οι προεκλογικές υποσχέσεις για την προστασία των αδυνάμων σε ένα ριζοσπαστικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων υποκύπτει πλέον πλήρως στη λογική της ανάθεσης για την υπεράσπιση των εργαζομένων. Πέρα, όμως, από τις πολιτικές ανακολουθίες και τις ιστορικές αποτυχίες που εμπεριέχει μια τέτοια στρατηγική, η εκ των πραγμάτων ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ στην επτάμηνη διαπραγμάτευση, προσθέτει ένα ακόμη λόγο που προεξοφλεί την αποτυχία αυτής της εκδοχής στην παρούσα ιστορική στιγμή.
Οι υπουργοί της κυβέρνησης της Αριστεράς, βασικοί μοχλοί υλοποίησης αυτής της πολιτικής, συχνά πλειοδοτούν αγχωτικά για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών στον τομέα ευθύνης τους, ώστε να μην επωμιστούν οι ίδιοι αυτοί την αποτυχία των συμφωνηθέντων. Όμως δεδομένης της δέσμευσης κάθε νομοθετική πρωτοβουλία να έχει την έγκριση των δανειστών, ακόμα και όταν οι ρυθμίσεις που προβλέπει δεν περιλαμβάνονται ρητά στα προαπαιτούμενα της συμφωνίας, το να τρέπεται κανείς σε φυγή με την απόσυρσή τους σηματοδοτεί την πλήρη συντριβή του κοινοβουλευτισμού από την ίδια την Αριστερά. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η θέση του σημερινού υπουργού Παιδείας ότι το μνημόνιο απαιτεί την αξιολόγηση των Σ.Ι. πριν την κατάργησή τους. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί ο ενταφιασμός του νομοσχεδίου διότι η έκθεση του ΟΟΣΑ, που είχε παραγγελθεί από τη Διαμαντοπούλου ειδικά για να νομιμοποιήσει τις θεσμικές της ρυθμίσεις, δεν συνάδει με τις ανάγκες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που επιχειρούσαν οι πρώτες ρυθμίσεις της αριστερής κυβέρνησης για την παιδεία.

Εκδοχή τρίτη: Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό των αριστερών κομμάτων δεν είναι πάντοτε πολιτικές

Η ύπαρξη αντιθέσεων μεταξύ μελών στα πολιτικά επίδικα κάθε συγκυρίας αποτελεί μια αποδεκτή και υγιή λειτουργία για τα αριστερά κόμματα της μετασταλινικής περιόδου. Όμως κάτι τέτοιο γίνεται συχνά ο μανδύας που καλύπτει αντιθέσεις και διαφορές που απορρέουν από προσωπικά, ιδιοτελή, εγωιστικά ή υλικά συμφέροντα. Αν αυτή η παραδοχή γίνει αποδεκτή, τότε υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή για τον ενταφιασμό του πολυνομοσχέδιου από τη νέα πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ. Κατά την επτάμηνη επεξεργασία του, το εν λόγω νομοσχέδιο αποτέλεσε αντικείμενο εξαντλητικών συζητήσεων στα τμήματα παιδείας και έρευνας του ΣΥΡΙΖΑ, οργανώσεις των πανεπιστημιακών, κοινοβουλευτική ομάδα, υπουργικό συμβούλιο, αλλά και με πλήθος μεμονωμένων συντρόφων και συναδέλφων χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Οι εύλογες διαφωνίες και συγκεκριμένες επισημάνσεις είχαν πολυσυζητηθεί και πολλές εξ αυτών είχαν ενσωματωθεί στην τελική μορφή του πριν από τη δημόσια διαβούλευση εξασφαλίζοντας ευρύτατη συναίνεση από το σύνολο των πανεπιστημιακών. Ξαφνικά, όμως, και αφού το νομοσχέδιο πήρε το δρόμο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας (που διεκόπη με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου) αρχίζει ένας δεύτερος γύρος αμφισβήτησης και κριτικής από τα ίδια κομματικά μέλη και συντρόφους με διαφορετικό όμως περιεχόμενο από τις διαφωνίες /συμφωνίες της προηγούμενης περιόδου. Έτσι, για παράδειγμα, το Μάιο διαβάζαμε σε άρθρο μέλους του ΣΥΡΙΖΑ που κατακεραύνωνε τις επιθέσεις του «μαύρου» μετώπου διατυπώσεις όπως η ακόλουθη:
Το πολυνομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα αποπειράται να προχωρήσει σε ένα σύνολο ρυθμίσεων ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια πλατειά συζήτηση που θα οδηγήσει σε αλλαγές οι οποίες θα αποτυπωθούν σε ένα νέο νόμο πλαίσιο. Οι επιφυλάξεις που έχουμε αρκετοί, όπως η συγκρότηση των πρυτανικών σχημάτων και η έλλειψη συζήτησης για μια ουσιαστική και όχι γραφειοκρατική συμμετοχή των φοιτητών και για τα οποία το υπουργείο συζητάει εναλλακτικές προτάσεις, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καθυστερήσουν την ψήφιση του νομοσχεδίου, η άμεση ψήφισή του αποτελεί πολιτική και εκπαιδευτική προτεραιότητα.
Ο ίδιος σύντροφος αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου επανέρχεται σε άρθρο του με μια νέα ατζέντα για τα πανεπιστήμια:
Οι προτεινόμενες από το υπουργείο ρυθμίσεις (οι οποίες ουδέποτε ψηφίστηκαν) αντιμετώπιζαν, ως έπρεπε, ορισμένα από τα απαράδεκτα στοιχεία των νόμων Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, που είχαν οδηγήσει σε πλήρη αποδιοργάνωση τα πανεπιστήμια, αλλά διατυπώθηκαν σε ένα μακροσκελέστατο, πολιτικά αντιφατικό και νομοτεχνικά ανεπαρκές κείμενο. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις επαναφέρουν το μοντέλο του πανεπιστημίου του 1980 που θεμελίωσε ο νόμος 1268 του ΠΑΣΟΚ.
Αν αυτό δεν αποτελεί την πλήρη υιοθέτηση της κριτικής του μαύρου μετώπου που κατακεραύνωνε ο ίδιος αρθρογράφος τρεις μήνες πριν τις εκλογές, ας αναζητήσουμε πέρα από την κοινή λογική τις απαντήσεις σε αυτή τη μεταστροφή!
Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση αν αναζητήσει κανείς τις διαφοροποιήσεις συντρόφων στις διαδικτυακές λίστες. Θα διακρίνει τότε περιπτώσεις όπου η προσωπική μεροληψία αναδεικνύεται από δηλώσεις του τύπου «με το νόμο αυτό και με τη φοιτητική συμμετοχή που προβλέπει εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να εκλεγώ πρύτανης στο πανεπιστήμιο που υπηρετώ». Αυτά απλά συνιστούν την ηγεμονία μέσα στην Αριστερά της αστικής ιδεολογίας και της εξατομικευμένης συμπεριφοράς για την ικανοποίηση ιδιαίτερων επιθυμιών. Τώρα το ότι το πολιτικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την τελική απόφαση μεταξύ μιας πολιτικής θέσης (πολυνομοσχέδιο) και ατομικών απαιτήσεων (απόσυρση) επιλέγει τη δεύτερη δικαιώνει απόλυτα τη μαρξιστική θέση ως προς την ενσωμάτωση των εκπροσώπων της Αριστεράς στο δίκτυο των κρατικών σχέσεων, όταν αυτοί αντιλαμβάνονται το κράτος στην εργαλειακή του εκδοχή που στην Ελλάδα περιλαμβάνει κατεξοχήν ατομικά ή μεμονωμένα αιτήματα. Σε οποιαδήποτε από τις τρεις εκδοχές ή και σε συνδυασμό τους, αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η μεταστροφή της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε συντηρητικές αναδιπλώσεις