Νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά: «καταπίνοντες την κάμηλον…»

Το πρόσφατο Ν/Σ που κατέθεσε η Κυβέρνηση για τα μεταπτυχιακά αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη παρέμβαση στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, και ως τέτοια αξίζει να αναλυθεί και ως προς τις συνέπειές της στις σπουδές και ως γενικότερο δείγμα γραφής. Όχι πως η απουσία παρέμβασης, ακόμη και σε θεσμούς πλήρως απαξιωμένους στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όπως τα Συμβούλια Ιδρύματος, δεν λέει πολλά. Οπωσδήποτε, όμως, η κατάθεση μιας δικής της ρύθμισης για το πώς σχεδιάζει τη λειτουργία των μεταπτυχιακών προγραμμάτων λέει πολύ περισσότερα.

Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση πραγματοποιεί μια ακόμη προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη «λύση» για την κρίση, εν προκειμένω της ανώτατης εκπαίδευσης, και μάλιστα αποδεχόμενη τα  πιο «χοντρά» στερεότυπά της, όπως τα δίδακτρα ή το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών.

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία του νομοσχεδίου αυτού:

Α. Στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η λειτουργία των μεταπτυχιακών, όπως και κάθε πανεπιστημιακή δραστηριότητα, απαντά με την επίσημη θεσμοθέτηση διδάκτρων. Μια αριστερή κυβέρνηση κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει καμιά συντηρητική κυβέρνηση. Όχι πως οι προηγούμενοι δεν είχαν αφήσει συνειδητά διάπλατα «παράθυρα» για να ξεφυτρώσουν εκατοντάδες μεταπτυχιακά προγράμματα αμφιβόλου ποιότητας ή ακόμη και διαπιστευμένης κακής ποιότητας, με μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση της αγωνίας της ελληνικής οικογένειας να δώσει κάποια προοπτική στα παιδιά της. Όμως, η αποδοχή και αναγνώριση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης από την Κυβέρνηση, η προσχώρηση στο κεντρικό κάλεσμα του νεοφιλελευθερισμού, το «πουλήστε τη γνώση σας για να επιβιώσετε», αποτελεί και πολιτική παρακμή και απόλυτα αδιέξοδη «λύση».

Β. Με το Ν/Σ η Κυβέρνηση ωθεί τα ΑΕΙ στην πλήρη ευθυγράμμιση με το μοντέλο των τριών κύκλων σπουδών, γνωστού ως μοντέλου της Μπολόνια, μέσω της πλήρους αντιστοίχισης με τους αντίστοιχους κύκλους του. Όμως, αυτό το μοντέλο σπουδών δεν είναι μια κάποια τεχνική οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης...

Περισσοτερα...

Οι μνημονιακές “υποχρεώσεις” της κυβέρνησης βλάπτουν σοβαρά (και) τα μέλη ΔΕΠ!

Η κυβέρνηση αποφάσισε το πάγωμα των ειδικών μισθολογίων, και μέσα σε αυτά και των πανεπιστημιακών, μέχρι την 31.12.2018.

Το νέο μέτρο του παγώματος του χρονοεπιδόματος έρχεται να πλήξει τους πανεπιστημιακούς  που έχουν αφιερώσει αποκλειστικά τη δράση τους στο πανεπιστήμιο, ενώ πριν λίγες ημέρες η κυβέρνηση μείωσε την παρακράτηση από τις αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος, από 15% σε 7%, δίνοντας προκλητικό «δωράκι» στους «επαγγελματίες καθηγητές»!

Πρόκειται για νέα μισθολογική μείωση και όχι «πάγωμα», αφού καταργεί το δικαίωμα της αύξησης  του 4% του χρονοεπιδόματος. Άλλωστε, το «πάγωμα» αυτό αποτιμάται σε μείωση της μισθολογικής δαπάνης κατά 120 εκ. ευρώ, συνολικά. Το «πάγωμα» αυτό μπορεί να συμπαρασύρει ακόμη και την ακαδημαϊκή εξέλιξη, αφού αυτή σημαίνει και  μισθολογική εξέλιξη. Η κυβέρνηση αντί να εφαρμόσει την απόφαση του ΣτΕ για αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών, όπως είναι συνταγματική επιταγή, προχωρά σε νέες μειώσεις μισθών!

Δεν πρόκειται για προσωρινό μέτρο. Δεν γελιόμαστε. Για την ακρίβεια η πιθανότητα να είναι προσωρινό είναι όση όλων των υπολοίπων μνημονιακών μέτρων που εμφανίστηκαν ως τέτοια, δηλαδή της έκτακτης εισφοράς, του ΕΝΦΙΑ κλπ.

Πρόκειται για νόμο του Κράτους. Η τροπολογία της τελευταίας στιγμής ότι η κυβέρνηση «δύναται» να αντικαταστήσει το μέτρο με άλλα ισοδύναμα δεν τον ακυρώνει. Απεναντίας, από μνημονιακή δέσμευση είναι τώρα νόμος τους Κράτους «και με τη βούλα», που θα ακυρωθεί «αν και εφόσον»… Άλλωστε, δεν διαλανθάνει της προσοχής μας ότι ο ντόρος που έγινε αφορά άλλα μισθολόγια, και δη αυτό των στρατιωτικών, ενώ για τους πανεπιστημιακούς δεν υπήρξε καμία αναφορά.

Πρόκειται για απαράδεκτο μέτρο...

Περισσοτερα...

Ο θάνατος του πανεπιστημιακού…

Δεν έχουμε καμιά διάθεση να φορτώσουμε με τραγικούς τόνους την επικοινωνία μας με τους συναδέλφους. Αρκετά βομβαρδιζόμαστε καθημερινά και παντοιοτρόπως όλοι. Δεν έχουμε, όμως, και καμιά διάθεση να μιμηθούμε τη στρουθοκάμηλο σε μια δραματική επιδείνωση  της ζωής και των συνθηκών εργασίας του πανεπιστημιακού.

Η κυβέρνηση, παγιδευμένη στα όρια της μνημονιακής πολιτικής, συνεχίζει μια αντιεκπαιδευτική πολιτική που σήμερα βάζει στο στόχο της, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, ευθέως το μέλος ΔΕΠ.

Αυτό που αποφασίζεται στις επόμενες ημέρες είναι η σύνταξη ενός καθηγητή πρώτης βαθμίδας με 30 χρόνια υπηρεσίας να κυμαίνεται στα 1100 ευρώ περίπου, μειωμένη κατά 1600 ευρώ από αυτή που έπαιρνε το 2007. Όμως το κόστος ζωής όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε από το 2007 (ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε μεταξύ 2007-2015 πάνω από 10%). Έτσι, όλη αυτή η μείωση μεταφράζεται ευθέως σε απώλεια ποιότητας ζωής, σε μια δραματική φτωχοποίηση. Κι αυτό αποτελεί μια απόφαση που για πολλούς από εμάς θα γίνει επώδυνα πραγματική σε λιγότερο από πέντε χρόνια, όταν ένα μεγάλο ποσοστό των συναδέλφων στο ΕΜΠ συνταξιοδοτείται.

Την ίδια ώρα, οι μέχρι και κατά 40% μειωμένοι μισθοί μας μπαίνουν σε νέα προκρούστεια κλίνη με κατεύθυνση «εξομάλυνσης» με το ενιαίο μισθολόγιο, σύμφωνα με τη μνημονιακή δέσμευση (μέχρι τον Ιούνιο). «Κυβερνητικοί κύκλοι», σύμφωνα με δημοσιεύματα,  δηλώνουν έτοιμοι για το ακαδημαϊκό μισθολόγιο. Εμείς πότε θα πρέπει να το μάθουμε; Κατόπιν εορτής;

Σε απόλυτη συγχορδία με τα προηγούμενα είναι και η «διατίμηση» της αυτοδύναμης διδασκαλίας, σύμφωνα με τη γνωστή προκήρυξη ΕΣΠΑ στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανακοίνωσή μας, με 300 ευρώ «το κομμάτι» και η διασπορά της αποκλειστικής αυτής ευθύνης των μελών ΔΕΠ σε οποιονδήποτε, και μάλιστα με την προκλητική αιτιολογία της «κατάργησης της καθηγητικής αυθεντίας». Το γεγονός ότι αυτό δεν καταργεί μόνο τα εργασιακά δικαιώματα των μελών ΔΕΠ αλλά εξευτελίζει και το νέο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και «βουλιάζει» την ποιότητα σπουδών των πανεπιστημίων  φαίνεται να μην ενοχλεί κανέναν...

Περισσοτερα...

Μια καθόλου ακίνδυνη κίνηση «βοήθειας» των πανεπιστημίων

Τα τελευταία χρόνια η μνημονιακή πολιτική στα πανεπιστήμια, μεταξύ άλλων, επέφερε μια  δραματική μείωση του αριθμού των μελών ΔΕΠ, ως αποτέλεσμα της μηδενικής αναπλήρωσης των συνταξιοδοτηθέντων καθηγητών, αλλά και της απίσχνασης των πιστώσεων του «ΠΔ 407», με τα οποία συντηρούνταν, έστω και με λάθος τρόπο, πάγιες και διαρκείς ανάγκες των πανεπιστημίων, ειδικά της περιφέρειας. Έτσι, πολλά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν δραματικά προβλήματα λειτουργίας, αδυνατώντας να καλύψουν στοιχειώδεις εκπαιδευτικές ανάγκες τους.

Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία ενός πανεπιστημιακού μαθήματος να βγαίνει στη διατίμηση των 300 € το μήνα;

Με τον τρόπο αυτό καταφανώς ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για μια πάμφθηνη λειτουργία των ΑΕΙ, χωρίς ανάγκη οργανικών θέσεων μελών ΔΕΠ.

Η Κυβέρνηση «απαντάει» στο πρόβλημα, με ελάχιστες νέες θέσεις ΔΕΠ (που έστω ως κίνηση αντιστροφής μιας κατάστασης έχει μια σημασία, μάλλον συμβολική όμως), αλλά και με μια μαζική κίνηση που μέλλει να έχει δραματικές συνέπειες: δίνει το δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας σε απλούς κατόχους διδακτορικού, έναντι της αμοιβής των  περίπου 300 € τον μήνα! Και επειδή αυτό το επιμίσθιο μάλλον ως ελεημοσύνη μπορεί να θεωρηθεί, τo καλύπτει με το «δέλεαρ» της «απόκτησης ακαδημαϊκής διδακτικής εμπειρίας», παίζοντας με τα όνειρα των νέων ανθρώπων για ακαδημαϊκή εξέλιξη.

Κάποιοι ίσως πουν ότι «κάτι είναι καλύτερο από το τίποτε», ειδικά για τις εφιαλτικές συνθήκες ανεργίας που αντιμετωπίζουν οι νέοι επιστήμονες. Ωστόσο,  με τον τρόπο αυτό η εργασία των μελών ΔΕΠ υφίσταται μια ραγδαία «εσωτερική υποτίμηση». Θυμίζουμε ότι δικαίωμα για αυτοδύναμη διδασκαλία έχουν, θεσμικά, μόνο τα μέλη ΔΕΠ, εξαιρουμένων μάλιστα ακόμη και των Λεκτόρων. Ακόμη, οι ΕΔΙΠ, επιστήμονες με διδακτορικό, που υποστηρίζουν πολλές φορές χρόνια κάποια μαθήματα, δεν έχουν δικαίωμα αυτοδύναμης διδασκαλίας, παρά μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες και με απόφαση της Συγκλήτου. Εκεί φτάσαμε τώρα, η διδασκαλία εν...

Περισσοτερα...

Τρεις τρόποι ενταφιασμού του Μελκιάδες «Παιδείας»

Μάκης Σπαθής, Καθηγητής ΣΕΜΦΕ ΕΜΠ

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Η Εποχή” της 20.10.2015

Μετά την απόφαση της σημερινής κυβέρνησης να αποσύρει από τη Βουλή το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία, γνωστό ως «νόμο Μπαλτά», το τοπίο στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο. Με δεδομένη την απομάκρυνση από το ΥΠΕΘ του πρώην υπουργού Αριστείδη Μπαλτά, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, όμως θα μπορούσε να μην είχε επισυμβεί αν η κυβέρνηση παρέμενε σταθερή στην ίδια πολιτική και στις εξαγγελίες για την παιδεία που επαγγέλλονταν διαχρονικά από την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι χτες. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί αμείλικτα ερωτήματα τόσο για τη συνολική μεταμνημονιακή μετεξέλιξη της κυβερνητικής πολιτικής όσο και για τις εξειδικεύσεις της στον τομέα της παιδείας.

Από τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ και τα προβεβλημένα στελέχη του, με αποδέκτες τη μεγάλη πλειοψηφία όσων έχουν απομείνει μετά την επώδυνη συμφωνία του τρίτου μνημονίου, διακηρύσσονταν σε όλους τους τόνους κατά την προεκλογική περίοδο, οι ακόλουθες υποσχέσεις: «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα τιμήσει την υπογραφή του και θα εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε απέναντι στους δανειστές, αλλά με γνώμονα πάντα την προστασία των κοινωνικών ομάδων που πλήττονταν βάναυσα, θα εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, την υγεία, τις εργασιακές σχέσεις και το κοινωνικό κράτος γενικότερα. Θα λειάνει τις επιθετικές αιχμές των εφαρμοστικών ρυθμίσεων, θα αναζητά επίμονα ισοδύναμα μέτρα και τέλος θα αναδεικνύει καθημερινά τη σταθερή προσήλωσή του στον αριστερό του ριζοσπαστισμό». Παράλληλα, ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει μεταξύ των άλλων στο υπουργικό συμβούλιο μετά τις εκλογές ότι το πολυνομοσχέδιο για την παιδεία θα ψηφιστεί αμέσως με την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής. Τι συνέβη στη συνέχεια, μια βδομάδα μετά; Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί η κυβέρνηση κάνει στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείπει τις δεσμεύσεις της για την κατάργηση των νόμων Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου, ειδικά όταν στις προγραμματικές δηλώσεις του Α. Τσίπρα (Ιανουάριος 2015) υπήρχε η άμεση κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος (Σ.Ι.), δηλαδή του πιο επιθετικού οργάνου διοίκησης κατά τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα...

Περισσοτερα...