“Για το καλό μας…”

Έγινε και αυτό. Ενώ σε όλη την Ελλάδα καταργήθηκε το μέτρο της προεπιλογής υποψηφίων πρυτάνεων, ένα μεσαιωνικής αντίληψης μέτρο, στο ΕΜΠ το Συμβούλιο Ιδρύματος με «πονηριά» πρόλαβε τις εξελίξεις. Έτσι θα «απολαύσει» ακόμη και την τελευταία σταγόνα εξουσίας του. «Για το καλό μας», βεβαίως.

Για μας το κύριο πρόβλημα δεν είναι μόνο το κραυγαλέα αντιδημοκρατικό μέτρο της προεπιλογής υποψηφίων πρυτάνεων, αλλά όλη η λογική του Νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου, η οποία (ανάμεσα σε πολλά άλλα κακά) ανακηρύσσει σε «σοφούς» κάποιους εξ ημών, δίνοντάς τους παράλογες εξουσίες. Από κει και πέρα, δε θέλει και πολύ να «αρπάξει» κανείς και να το παίζει σοφός επί των υπολοίπων. Ιδιαίτερα, αν αδιαφορεί για κάθε όριο ακαδημαϊκότητας, ακόμη και σοβαρότητας (παρεμπιπτόντως, τα τελευταία «ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ» του Συμβουλίου Ιδρύματος ακούγονται αρκούντως κωμικά).

Όμως, αν το Συμβούλιο Ιδρύματος θέλει με κάθε τρόπο να επιβεβαιώσει την εξουσία του, παίζοντας το ρόλο του παιδονόμου, είναι στα δικά μας χέρια να την προστατέψουμε, αρνούμενοι να δεχθούμε την προσβλητική αυτή διαδικασία.

Για μας είναι, επίσης, εξαιρετικά αρνητικό το γεγονός του αποκλεισμού από τη διαδικασία των άλλων μερών της πολυτεχνειακής κοινότητας, των φοιτητών και εργαζομένων, για λόγους αρχής. Ειδικά στις σημερινές συνθήκες, που το Πολυτεχνείο είναι μια πυριτιδαποθήκη οξύτατων προβλημάτων, η συζήτηση και η συνεννόηση όλων των μερών είναι ο μόνος δρόμος για την επιβίωση. Όσοι φανατικά κηρύσσουν το «Νόμος και Τάξις» (επί των υπολοίπων, πάντα), ιδιοτελώς, κατά τη γνώμη μας, για να ενισχύσουν τις δικές τους θέσεις, αγνοούν το τεράστιο φορτίο αδιεξόδων και απελπισίας που γεννά η κρίση σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, και ειδικά στη νεολαία. Μια στάση επιδεικτικής αγνόησης των φοιτητών και των εργαζομένων θα γεννήσει, και δικαιολογημένα, θύελλες.

Απαιτούμε:

  • Κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος- Κατάργηση του Νόμου Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου
  • Άμεση ψήφιση του κατατεθειμένου νομοσχεδίου για την Παιδεία
  • Ελεύθερες και συμμετοχικές εκλογές στο ΕΜΠ.

 

Για το καλό μας…

Αμετανόητοι…

Το Συμβούλιο Ιδρύματος του ΕΜΠ, «νεκραναστήθηκε» για να κάνει τη μοναδική δουλειά που έκανε στο ΕΜΠ τα προηγούμενα χρόνια: τον αποκλεισμό υποψηφίων και τη χειραγώγηση όποιου υπολείμματος δημοκρατίας άφηνε ο Νόμος Διαμαντοπούλου – Αρβανιτόπουλου. Η Ανακοίνωση του Συμβουλίου, για μια ακόμη φορά υπερφίαλη και αυθαίρετη, θύμισε τις σκοτεινότερες μέρες των τελευταίων χρόνων, όταν το Πολυτεχνείο έμπαινε στο «γύψο».

Και καλά αυτοί αποδεικνύονται προκλητικά αμετανόητοι, η Κυβέρνηση, η οποία έχει εξαγγείλει επανειλημμένα την κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος και την αλλαγή του Νόμου τι κάνει; Γιατί καθυστερεί;

Ας μην βαυκαλίζονται από τις απίθανες κυβερνητικές παλινωδίες σε σχέση με τον Νόμο. Ο Νόμος είναι το άλλο πρόσωπο της μνημονιακής πολιτικής στα πανεπιστήμια, δηλαδή της οικονομικής κατάρρευσης, της μαζικής μετανάστευσης των αποφοίτων, της ξενοδουλείας των ελληνικών πανεπιστημίων.

Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να επιστρέψει.

Απαιτούμε:

  • Να ψηφισθεί άμεσα ο κατατεθειμένος Νόμος για την Παιδεία, που καταργεί τα αντιδημοκρατικά πραξικοπήματα.
  • Να διενεργηθούν ελεύθερες πρυτανικές εκλογές στο ΕΜΠ που να εκφράζουν το σύνολο της πολυτεχνειακής κοινότητας.

Αμετανόητοι…

Το σκοτεινό χωριό

Δ. Καλιαμπάκος, Καθηγητής ΕΜΠ

Σε μια όχι πολύ παλιά ταινία (“The Village”, «Tο σκοτεινό χωριό»), οι κάτοικοι ενός απομονωμένου χωριού ζουν με το φόβο της ύπαρξης τρομακτικών μυθικών πλασμάτων στο γειτονικό δάσος που τους περικυκλώνει. Οι μεγαλύτεροι, για να κρατήσουν αμετάβλητη την κοινωνία που έχουν οικοδομήσει, μεταμφιέζονται σε τέρατα και δίνουν ένα γερό μάθημα σε όποιον αποπειράται να ξεφύγει. Όταν, όμως, ένας νεαρός τραυματίζεται σοβαρά, η τυφλή αγαπημένη του αποφασίζει, επιτυχώς, να διασχίσει το δάσος για να φέρει φάρμακα. Κάτι μου θυμίζει…

Τα μεγάλα κύματα φόβου που έσπερναν στην ελληνική κοινωνία νικήθηκαν από το τσουνάμι της απόγνωσης και της οικονομικής εξαθλίωσης που βιώνει σήμερα η τεράστια πλειονότητα του ελληνικού λαού. Όταν το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 (!)- έξω από την τερατολογία- δε σημαίνει τίποτε για εκατομμύρια Έλληνες, όταν εκατομμύρια, επίσης, Έλληνες βρίσκονται μόνιμα πια στην ανεργία, τότε συστηματικά καλλιεργημένα ιδεολογήματα υποταγής επί δεκαετίες και πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης αρχίζουν να καταρρέουν

Ήταν μια μεγάλη νίκη. Η φράση ότι ο λαός κατάφερε στα σταθεί όρθιος σε αντίξοες συνθήκες την αδικεί. Συνέβη κάτι πολύ παραπάνω.

Ο λαός είχε να αντιμετωπίσει: α. την χωρίς όρια τρομοκρατία των εγχώριων μέσων μαζικής ενημέρωσης, κλιμακούμενης μέχρι το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 ευρώ (!) στο παρά πέντε. β. σύσσωμο το πολιτικό σύστημα που ενώθηκε πάνω από την ιερή εστία της ευρωπαϊκής προοπτικής. Σε αυτό πρέπει να συνυπολογιστούν εκτός από τα «κόμματα της ευρωπαϊκής προοπτικής», και όλες οι εφεδρείες του συστήματος, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες όλων των κοινωνικών τάξεων (ΣΕΒ και ΓΣΣΕΕ και ΓΣΕΒΕ μαζί- συμπεριλαμβανομένης και της απόπειρας της πλειοψηφίας της ΠΟΣΔΕΠ να κάνει «προσφορά σώματος» στην εκλογική επιτροπή του Σαμαρά, οι δικηγορικοί σύλλογοι κλπ), η τοπική αυτοδιοίκηση, οι «ημέτεροι» διανοούμενοι. γ. Την ωμή, απροσχημάτιστη και κυνική επέμβαση της Ευρώπης στα εσωτερικό μιας τυπικά ανεξάρτητης χώρας, από το «εμείς ορίζουμε το ερώτημα στο οποίο ψηφίζετε» μέχρι την παραγγελία «κυβέρνησης τεχνοκρατών» δ. τη συσσωρευμένη επίδραση της ιδεολογικής παντοκρατορίας τριάντα χρόνων της ευρωπαϊκής προοπτικής ως μονόδρομου για τη χώρα. Το πολιτικό κατεστημένο και οι ευρωπαίοι «σύμμαχοι» διάλεξαν αυτό ως πεδίο αντιπαράθεσης, αυτό που θεωρούσαν ανίκητο, και – ω του θαύματος – έχασαν!

Μα πάνω από όλα είχε να αντιμετωπίσει τον χειρότερο εφιάλτη του ΟΧΙ, τις κλειστές τράπεζες, προεξοφλημένο. Κάθε μέρα στα ΑΤΜ, η ιδεολογική τρομοκρατία αποκτούσε έμπρακτες διαστάσεις. Δεν ήταν μόνο ο φόβος για τα αμέτρητα κακά που θα έρθουν. Αυτά, και τα χειρότερα μάλιστα, συνέβαιναν ήδη!

Η αιτιολόγηση που δίνεται για το μεγαλειώδες αυτό ΟΧΙ είναι ανεπαρκής. Πρώτον, ότι ο κόσμος αγανάκτησε με την υπερβολική προπαγάνδα. Και, δεύτερον, ότι η υπερβολική χρήση «του παλιού πολιτικού κατεστημένου» απώθησε αντί να συσπειρώσει.

Όσον αφορά στο πρώτο: Η πολιτική γραμμή της άρχουσας τάξης ήταν (και είναι) ο με κάθε τρόπο εξαναγκασμός των πολλών σε μια έμπρακτη στάση υποταγής. Ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι στη συνέχεια μηχανισμοί άμυνας του ανθρώπου θα γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο «θέλω» και στο «κάνω», με υποταγή του πρώτου στο δεύτερο. Η γραμμή αυτή έχει αποδειχτεί ανίκητη, διαχρονικά, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Αλλά θα επιστρέψουμε σε αυτό.

Όσον αφορά στο δεύτερο. Ας θυμηθούμε, κατ’ αρχάς, ότι τα ποσοστά του «παλιού πολιτικού κατεστημένου» δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα, λίγους μόλις μήνες πριν. Επίσης, ότι σε αυτό «τσουρουφλίστηκαν», για να μην πούμε κάηκαν οριστικά, το «Ποτάμι», μια εναλλακτική στην οποία επένδυαν πολλοί και πολλά, η Γεννηματά, μια απέλπιδα προσπάθεια «επανάκαμψης» του ΠΑΣΟΚ κλπ. Για να μην πούμε, ότι η γραμμή Σαμαρά, «της αριστερής παρένθεσης» φαινόταν να υλοποιείται κατά γράμμα. Άρα ούτε τόσο παλιό ήταν, ούτε τόσο ξοφλημένο.

Αυτό που συνέβη ήταν κάτι βαθύτερο. Τα μεγάλα κύματα φόβου που έσπερναν στην ελληνική κοινωνία νικήθηκαν από το τσουνάμι της απόγνωσης και της οικονομικής εξαθλίωσης που βιώνει σήμερα η τεράστια πλειονότητα του ελληνικού λαού. Όταν το κούρεμα των καταθέσεων πάνω από 8000 (!)- έξω από την τερατολογία- δε σημαίνει τίποτε για εκατομμύρια Έλληνες, όταν εκατομμύρια, επίσης, Έλληνες βρίσκονται μόνιμα πια στην ανεργία, τότε συστηματικά καλλιεργημένα ιδεολογήματα υποταγής επί δεκαετίες και πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης αρχίζουν να καταρρέουν. Βεβαίως, και η προσβολή του αισθήματος της αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού έπαιξε σημαντικό ρόλο. Αλλά οι αφόρητες υλικές συνθήκες είναι αυτές που κονιορτοποιούν το «παλιό πολιτικό σύστημα». Και θα κονιορτοποιήσουν και το επόμενο, αν δεν μπορέσει να δώσει λύσεις στα οικονομικά προβλήματα. Προς το παρόν, πάντως, οι πανίσχυροι μηχανισμοί χειραγώγησης της κοινής γνώμης γνώρισαν μια δραματική ήττα και μάλιστα σε κεντρικές επιλογές. Αυτό είναι ένα υπέροχο νέο. Ένα δεύτερο υπέροχο νέο είναι ότι η νίκη αυτή έχει εξόφθαλμα ταξική βάση. Στην οποία προτίθεται πολύ καθαρά, και μετά από πολλά χρόνια, ο ρόλος τη νέας γενιάς. Κάτι έχει αλλάξει ήδη και πολύ βαθιά στην ελληνική κοινωνία.

Ας κοιτάξουμε τώρα προς τα αριστερά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βαρύνεται με το λάθος της υποτίμησης (ή της μεγάλης αυταπάτης- από πρακτική πολιτική σκοπιά είναι το ίδιο) της πιθανότητας να οδηγηθεί η χώρα σε έναν ακραίο εκβιασμό και σε ανοιχτή υπονόμευση της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Δεν προετοιμάστηκε, ούτε ιδεολογικά ούτε υλικά, γι’ αυτό. Και παρά λίγο να το πληρώσει ακριβά. Όμως, «τα παραλίγο» στην πολιτική έχουν μικρή σημασία. Την κρίσιμη στιγμή δεν υπέγραψε μια ιταμή συμφωνία και απευθύνθηκε στο λαό. Όταν, μάλιστα, συνειδητοποίησε ότι νίκη του «ναι» σήμαινε και την απώλεια της κυβέρνησης και αποφάσισε να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στο «όχι» γύρισε τη ζυγαριά. Όσο κρατούσε επαμφοτερίζουσα στάση, π.χ. μέχρι και την Τετάρτη («λέμε μεν όχι, αλλά μέχρι το βράδυ μπορεί να έχουμε συμφωνία και να μη χρειαστεί δημοψήφισμα») έσπρωχνε πιο πολύ το «ναι», παρά το «όχι». Με σημείο καθοριστικής αλλαγής τη γραμμή των τελευταίων μόλις ημερών, ότι «με το ΟΧΙ θα έχουμε ανοιχτές τις τράπεζες σε 48 ώρες», που ήταν μεν απίθανο πολιτικά αλλά έριχνε το μήνυμα ότι παλεύουμε το με αποφασιστικότητα, κέρδισε πολιτικά ότι είχε απολέσει όλο το προηγούμενο διάστημα. Ηγήθηκε, εξ αντικειμένου, πολιτικά του κινήματος του ΟΧΙ και ανταμοίφτηκε με τη συντριβή των πολιτικών του αντιπάλων. Παρεμπιπτόντως, μια οριακή ήττα του ΟΧΙ (και του ΣΥΡΙΖΑ) δε θα ήταν κακό αποτέλεσμα, με τους παλιούς όρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κρατούσε τη στάση αντίστασης και την ηρωική έξοδο από έξωθεν πολιτική παρέμβαση, θα άφηνε τους άλλους να πάρουν στις πλάτες τους την υπογραφή μιας επώδυνης συμφωνίας και θα ήλπιζε σε μια δεύτερη ευκαιρία. Αλλά αυτά με τους παλιούς όρους. Όταν για την αριστερά μια βολική ήττα ήταν προτιμότερη από μια εξαιρετικά δύσκολη στη διαχείρισή της νίκη. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν τραγικό για τον λαό που υποφέρει. Και, ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε την υφιστάμενη πολιτική πρωτοβουλία και την υφιστάμενη τεράστια κοινωνική δυναμική για ένα «γύρευε πότε και πώς» μιας άλλης ευκαιρίας.

Το ΚΚΕ έκανε μια τελείως λανθασμένη επιλογή. Με μοναδικό πραγματικό κριτήριο της γραμμής του τη θωράκιση του κόσμου «του» και τον περιορισμό των διαρροών προς το ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε στην απομόνωση από το παλλαϊκό ρεύμα του ΟΧΙ. Έτσι, όμως, έχασε και τα δύο. Και τους οπαδούς του σε μεγάλο βαθμό, γιατί το ταξικό και πολιτικό τους κριτήριο είναι σίγουρα υγιέστερο της ηγεσίας του, και διεύρυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα που το χωρίζει με τις ζωντανές και μαχόμενες δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Η γραμμή του ότι «δε θα μπούμε στο δίλημμα ανάμεσα στο μεγαλύτερο ή στο μικρότερο κακό», δεν φαινόταν ως ασυμβίβαστη και αταλάντευτη στάση, αλλά μάλλον ως αφασία έναντι μιας πραγματικότητας στην οποία ο λαός που υποφέρει επιζητά και την παραμικρή ανακούφιση. Η τρέχουσα, δε, ρητορική του χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους μηχανισμούς προπαγάνδας για να διαβληθεί το ΟΧΙ ως στάση αντίστασης.

Αντίθετα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, συνέβαλε με τρόπο σημαντικότερο από το μέγεθός της στη νίκη του ΟΧΙ. Θωράκισε το ΟΧΙ από αριστερά, συνέβαλε να αμφισβητηθεί ο πυρήνας της υποταγής, ο ευρωπαϊκός μονόδρομος. Απέκτησε ισχυρότερους δεσμούς με το αγωνιζόμενο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας και έχει κάθε λόγο να ελπίζει σε μια δεύτερη ευκαιρία που θα της δίνει σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Και τώρα τι;

Οι δυσκολίες παραμένουν. Ο πυρήνας τους είναι βαθύς. Η εξάμηνη διαπραγμάτευση έδειξε ότι η «απλή» αντιμνημονιακή πάλη, ακόμη και η σχετική χαλάρωση της ασφυκτικής λιτότητας, δεν χωράει στο πλαίσιο της ΕΕ. Η ειλικρινής και συνεπής υπεράσπιση ακόμη και στοιχειωδών δικαιωμάτων προκαλεί ρήξη με την ΕΕ. Δεν είναι θέμα επιλογής. Αν διαλέξεις («απλά»…) να υπερασπιστείς το δικαίωμα του λαού να μην καταστραφεί, το ερώτημα για το πλαίσιο της ΕΕ συνεπάγεται αυτόματα. Από την άλλη πλευρά, αν η ΕΕ είχε μια φορά πρόβλημα να δείξει ότι υποχωρεί σε μια αριστερή κυβέρνηση μιας μικρής χώρας, τώρα έχει δεκάδες φορές μεγαλύτερο πρόβλημα να υποχωρήσει κάτω από την απευθείας επίδραση του λαϊκού παράγοντα. Οι φόβοι από την πλευρά τους ότι το παιχνίδι μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτη τροπή θα μεγαλώσουν.

Όμως, η συνυπογραφή από τον ΣΥΡΙΖΑ αντιλαϊκών μέτρων μπορεί να στρέψει τις δυνάμεις του ΟΧΙ εναντίον του. Και μάλιστα γρηγορότερα από ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Η πολιτική συμμαχία με τις δυνάμεις του ΝΑΙ, έτσι ώστε να αμβλυνθεί η αντιπολίτευση σε μια τέτοια προοπτική, καθόλου δε μειώνει αυτό το ενδεχόμενο. Η πολιτική «προίκα» του ΟΧΙ, που έχει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξαργυρώνεται προς κάθε κατεύθυνση. Κάθε άλλο.

Αυτό δε σημαίνει ότι κανένας συμβιβασμός δεν είναι επιτρεπτός. Αντιθέτως, με δεδομένο την ταχύτατη ωρίμανση του πολιτικού κριτηρίου του ελληνικού λαού, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτός θα καταλάβει την ειδοποιό διαφορά του συμβιβασμού που δίνει χρόνο και οξυγόνο για να προετοιμάσεις μια καλύτερη προοπτική για τη χώρα και αυτού που παρατείνει, με όποιο πρόσχημα, την ίδια αντιλαϊκή πολιτική.

Η αντοχή του λαού στο κλείσιμο των τραπεζών ή στην πρωτοφανή για τα ιστορικά δεδομένα επίθεση υποταγής (με το CNN να μετράει σε παγκόσμια μετάδοση την αντίστροφη μέτρηση της καταστροφής της χώρας) το αποδεικνύει.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνουν μέσα σε ελάχιστους μήνες όσα δεν έγιναν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά, τουλάχιστον, ο ελληνικός λαός έχει την ευκαιρία. Μια ευκαιρία που την κέρδισε ενάντια σε θεούς και δαίμονες.

Το σκοτεινό χωριό

Για την ανοίκεια πολιτική εκμετάλλευση της ΠΟΣΔΕΠ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ

Οι παρατάξεις ΑΡΜΕ, ΕΑΠ, ΚΙΠΑΝ και ΣΠ προχώρησαν σήμερα σε έκδοση  δήθεν «ανακοίνωσης της Ε.Γ. της ΠΟΣΔΕΠ», σύμφωνα με την οποία η Ομοσπονδία παίρνει ανοιχτά θέση στην επερχόμενη εκλογική διαδικασία του δημοψηφίσματος. Το γεγονός αυτό διαστρεβλώνει πλήρως το χαρακτήρα της ΠΟΣΔΕΠ ως συνδικαλιστικής ομοσπονδίας και, προφανώς, δεν προβλέπεται από το καταστατικό της, ούτε έχει συμβεί καμιά άλλη φορά στο παρελθόν. Είναι πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδίας που η πλειοψηφία επιχειρεί να χειραγωγήσει τα μέλη της και να τους υποδείξει τι πρέπει να ψηφίσουν. Είναι δε τόσο τυφλή η σπουδή τους να παρουσιάσουν την ΠΟΣΔΕΠ ως «μαϊντανό» των Δελτίων των 8 που, ενώ προγραμματίζονταν για αύριο Συνεδρίαση της ΕΓ για να συζητήσει το θέμα, διακίνησαν ήδη μια «απόφαση τα Ε.Γ.», ως αποτέλεσμα μιας δήθεν διαδικτυακής διαβούλευσης. Ομόφωνα, όμως, μόλις σε πρόσφατη συνεδρίασή της η ΕΓ της ΠΟΣΔΕΠ είχε αποφασίσει ότι διαδικτυακή διαβούλευση θα γίνεται μόνον όταν όλοι συμφωνούν σε αυτό και δεν επίκειται άμεσα μια δια ζώσης συζήτηση. Αλλά καταστατικά, δημοκρατικές διαδικασίες, θεσμικοί ρόλοι και αποφάσεις φαίνεται ότι είναι «ψιλά γράμματα» για τις παρατάξεις αυτές, μπροστά στο «ύψιστο καθήκον» της με κάθε μέσο δημιουργίας κλίματος εκφοβισμού του λαού.
Καταγγέλλουμε με δριμύτητα την αναξιοπρεπή και απροσχημάτιστη πολιτική εκμετάλλευση της ΠΟΣΔΕΠ στη χυδαία επιχείρηση εκβιασμού και τρομοκράτησης  του ελληνικού λαού, μαζί με τους Γιουνκέρ, Σούλτς, υπέρ του ΝΑΙ. Η ΠΟΣΔΕΠ από φερέφωνο των προηγούμενων κυβερνήσεων, εξελίσσεται σε φερέφωνο των πιο επιθετικών Τροϊκανών!
Απαιτούμε την άμεση αποκατάσταση της αλήθειας και την ανάκληση της δήθεν «ανακοίνωσης» της ΠΟΣΔΕΠ.

Για την πολιτική εκμετάλλευση της ΠΟΣΔΕΠ

Μια μεγάλη νίκη για τους εργαζόμενους! Μια μεγάλη νίκη για το ΕΜΠ!

Στα τέλη Αυγούστου 2013, η νέα ακαδημαϊκή χρονιά ξεκινούσε δραματικά με την ανακοίνωση του σχεδίου διαθεσιμότητας-απόλυσης αρχικά 1700 εργαζομένων στα Πανεπιστήμια, από αυτούς περισσότεροι από 450 στο ΕΜΠ, ποσοστό άνω του 50% του δυναμικού του. Από την πρώτη στιγμή, ως ΠΔ ΕΜΠ δηλώσαμε ότι είμαστε απερίφραστα στο πλευρό των εργαζόμενων και καλέσαμε όλο το ΕΜΠ, να σταθεί ενωμένο και αποφασισμένο και να δώσει ένα σκληρό αγώνα, με όποια μέσα απαιτούνται, μέχρι την τελική νίκη.

Είκοσι και πλέον μήνες μετά, λοιπόν, έχουμε κάθε δικαίωμα να χαιρόμαστε με τη χαρά όλων των εργαζομένων, όλων των Πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά μπορούμε να λέμε ότι ένας αγώνας μακρύς και δύσκολος οδήγησε σε μια πραγματική και καθαρή νίκη.

Ήταν περισσότερο από προφανές ότι ο αγώνας των εργαζόμενων του ΕΜΠ και των άλλων Ιδρυμάτων ήταν και δικό μας καθήκον, όχι μόνο ως έκφραση αλληλεγγύης στους ανθρώπους εκείνους που αντιμετώπιζαν άμεσα το φάσμα της απόλυσης, αλλά επειδή μετά τη διαθεσιμότητα το ΕΜΠ δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Επιπλέον, πολύ σύντομα θα ερχόταν και η σειρά των μελών ΔΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, τότε υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων είχαν αποκαλύψει στη Σύνοδο των Πρυτάνεων, πως υπήρξαν σκέψεις για ένταξη και μελών ΔΕΠ στη διαθεσιμότητα, αλλά τελικά αποφασίστηκε να αφεθούν για αργότερα, κάνοντας λόγο για ποσοστά γενικής μείωσης της τάξης του 40% του υπηρετούντος προσωπικού μέχρι το 2015.

Στο ΕΜΠ, στο ΕΚΠΑ και στα άλλα πανεπιστήμια, συγκροτήθηκε ένα μέτωπο από τους εργαζόμενους που αποδείχθηκε πολύ σκληρό για να ηττηθεί, παρά το γεγονός ότι ο αντίπαλος εμφάνισε το πιο σκληρό του πρόσωπο: ψήφιση κατά παραγγελία νόμου που καθιστούσε ιδιώνυμο αδίκημα την μη απογραφή κι έθετε τον υπάλληλο που εξασκούσε το δικαίωμά του στην απεργία σε αυτοδίκαιη αργία και στη συνέχεια στην απόλυση – ένα μεσαιωνικής σκληρότητας μέτρο -, συνεχείς και ανοιχτές απειλές για επέμβαση εισαγγελέων και αστυνομίας, κ.λπ. Δίπλα στους εργαζόμενους στάθηκε η συντριπτική πλειοψηφία της πολυτεχνειακής κοινότητας. Οι φοιτητές, οι οποίοι με μαζικές συνελεύσεις και συνεχείς κινητοποιήσεις, απέτρεψαν σε κρίσιμες στιγμές το σχέδιο της Κυβέρνησης να τους χρησιμοποιήσει ως πολιορκητικό κριό ενάντια στην απεργία, αρχικά με τον εκβιασμό της μη εγγραφής πρωτοετών και στη συνέχεια με την απειλή της απώλειας του εξαμήνου. Ο Σύλλογός μας, επίσης, μπήκε αποφασιστικά σε αυτήν τη μάχη. Επί οκτώ συνεχόμενες εβδομάδες, συνεδρίαζε με μεγάλη συμμετοχή και αποφάσιζε απεργιακές κινητοποιήσεις, σε ένδειξη συμπαράστασης στον αγώνα των εργαζομένων, αλλά και υπεράσπισης του ΕΜΠ. Η κρισιμότητα των στιγμών έφερε στην ίδια πλευρά του αγώνα πολλούς συναδέλφους, μακριά από στείρους διαχωρισμούς και αντιπαραθέσεις του παρελθόντος. Όπως είχαμε επισημάνει και τότε, η πραγματική δημοκρατία άρχισε να κυλάει και πάλι στις φλέβες του Συλλόγου και να του δίνει ζωή.

Στο πλευρό των εργαζομένων στάθηκαν, επίσης, οι Σύλλογοι ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ, πολλές φορές σε ανοιχτή αντίθεση με τις ηγεσίες των Ομοσπονδιών τους. Ένα πανίσχυρο μέτωπο όλων των συλλόγων του ΕΜΠ αγκάλιασε τους εργαζόμενους σε μια μάχη «ή ταν ή επί τας».

Βέβαια, δεν ήμασταν όλοι. Κάποιες υποτελείς προς την Κυβέρνηση δυνάμεις κρατούσαν (στην καλύτερη περίπτωση) ίσες αποστάσεις από το θύτη που κατέστρεφε το ΕΜΠ και το θύμα που αντιστεκόταν, απέχοντας επιδεικτικά στη διάρκεια αυτού του αγώνα. Ορισμένοι δε φρόντιζαν να προσφέρουν τροφή στον τηλεοπτικό κανιβαλισμό μιλώντας για «καθηγητές που πηδάνε από τα κάγκελα», που «καταδιώκονται από τάγματα εφόδου», κ.λπ. Μάλιστα, στην πιο κρίσιμη φάση της μάχης, όταν η Κυβέρνηση έριχνε όλες της τις δυνάμεις για να τσακίσει τον αγώνα, συμπαρατάχθηκαν ανοιχτά με αυτήν, ώστε να σταματήσει η απεργία του Συλλόγου ΔΕΠ ΕΜΠ. Το δε Συμβούλιο Ιδρύματος του ΕΜΠ έφτασε στο σημείο να ζητά από το Υπουργείο Παιδείας να τροποποιήσει τον αριθμό των 399 τελικά διαθεσίμων για το ΕΜΠ, κι αν ο Υπουργός έκρινε ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν (sic!) να τροποποιήσει τα κριτήρια ώστε να απολυθούν αναλογικά κι εργαζόμενοι από κάθε άλλη υπηρεσία, εργαστήριο, κ.λπ.!

Οι εργαζόμενοι του ΕΜΠ, με τη συμπαράσταση των Συλλόγων των φοιτητών, του ΔΕΠ, των ΕΕΔΙΠ και ΕΤΕΠ του Ιδρύματος, μαζί με τους εργαζόμενους του ΕΚΠΑ και των άλλων πανεπιστημίων, έγραψαν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες αγώνα εντός και ενάντια στο Μνημόνιο, με ένα και μοναδικό στόχο: κανείς απολυμένος, όλοι στις θέσεις τους. Ο στόχος αυτός κατηγορήθηκε ως μαξιμαλιστικός, ουτοπικός. «Το μνημόνιο δεν ανατρέπεται, ας σώσουμε ότι σώζεται, ας πάμε παρακάτω», ψιθύριζαν στην αρχή και στη συνέχεια κραύγαζαν «οι φωνές της λογικής»… Πού θα ήμασταν τώρα αν είχαν επικρατήσει; Η επιμονή σε ένα ποικιλόμορφο αγώνα, με αλλαγές τακτικής αλλά με αδιαπραγμάτευτο πυρήνα το «θα συνεχίσουμε μέχρι και ο τελευταίος να γυρίσει στη δουλειά του», προκάλεσε σημαντική φθορά στη μνημονιακή Κυβέρνηση, απέσπασε σημαντικές νίκες (μεγάλος αριθμός συναδέλφων επέστρεψε στο ΕΜΠ, παρά τον κανόνα που πολλοί θεωρούσαν ανίκητο ότι «κανείς διαθέσιμος δεν επιστρέφει στη θέση του», και αρκετοί άλλοι δεν έχασαν τη δουλειά τους) και ολοκληρώθηκε μετά την εκκωφαντική κατάρρευση της μνημονιακής Κυβέρνησης. Η νέα Κυβέρνηση προφανώς πιστώνεται το γεγονός ότι υιοθέτησε έναν από τους εμβληματικούς στόχους του αντιμνημονιακού αγώνα, την επιστροφή όλων των απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων, και μάλιστα σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι η ατζέντα των προτεραιοτήτων δεν διαμορφώθηκε τώρα, αλλά με στους σκληρούς αγώνες της προηγούμενης περιόδου. Οι απεργίες διαρκείας, οι εκρηκτικές συνελεύσεις των εκατοντάδων εργαζομένων, η «αναπάντεχη» υποδοχή των πρωτοετών, τα αμέτρητα ξενύχτια στις πύλες, οι Παμπολυτεχνειακές, οι βουβές πορείες με τις μάσκες, το «ακουμπάμε στον διπλανό μας!», οι ηρωικοί «αργίτες», το κέντρο της Αρχιτεκτονικής, η συναυλία στην Πατησίων, η συνέντευξη τύπου με τις μάσκες, οι αντι-συγκεντρώσεις και η μαχητική συμπαράσταση των φοιτητών, τα πλημμυρισμένα με απεργούς Προπύλαια, η μετακίνηση εκατοντάδων εργαζομένων σε άλλο κλάδο «για να σωθεί ο συνάδελφος» και τόσα άλλα που σημάδεψαν τον αγώνα αυτό δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

Αξίζει, όμως, μια ειδικότερη αναφορά σε μια από τις πιο δύσκολες, αλλά και ηρωικές στιγμές αυτού του κινήματος όταν, μετά τις Ευρωεκλογές 2014, η μνημονιακή Κυβέρνηση αισθάνθηκε ότι δεν απειλείται άμεσα και προχώρησε σε ένα κρεσέντο αυταρχισμού, χρησιμοποιώντας την πολιτική επιστράτευση ακόμη και ενάντια σε πανίσχυρα συνδικάτα, όπως αυτό της ΔΕΗ. Τότε, υπαναχώρησε και από τις δεσμεύσεις που είχε δώσει για το θέμα της διαθεσιμότητας, με τριτεγγυητή μάλιστα τη Σύγκλητο του ΕΜΠ, και προχώρησε στην προκήρυξη της κινητικότητας στα ΑΕΙ. Παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων του ΕΜΠ είχε ήδη διασωθεί, οι εργαζόμενοι του Ιδρύματος με τη στήριξη κυρίως των φοιτητών, κινητοποιήθηκαν ξανά και με αποφασιστικό τρόπο, όχι μόνο για τους δικούς τους συναδέλφους που κινδύνευαν αλλά και για όλους τους άλλους εργαζόμενους των υπολοίπων Πανεπιστημίων. Η κινητοποίηση αυτή, μολονότι το ΕΜΠ είχε μείνει μόνο του στον αγώνα, ήταν που ανάγκασε τον τότε Υπουργό Παιδείας να ζητήσει νέα έκθεση αξιολόγησης από ιδιωτική εταιρεία πριν προβεί σε οποιαδήποτε απόλυση, δεσμευόμενος ότι θα πράξει με βάση τα αποτελέσματά της. Η αξιολόγηση αυτή επαναβεβαίωσε (ακόμη και με τα «δικά τους» μέτρα και σταθμά) αυτό που τα Πανεπιστήμια διακήρυσσαν σε όλους τους τόνους από την αρχή: ότι δεν περίσσευε κανένας εργαζόμενος. Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε εσωτερικές (έστω και προσχηματικές) αντιπαραθέσεις στην Κυβέρνηση, απονομιμοποίησε ακόμη περισσότερο στη συνείδηση της κοινωνίας τις απολύσεις και έδωσε τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να φτάσουμε στο σημερινό αίσιο τέλος, είκοσι και πλέον μήνες μετά.

Είκοσι και πλέον μήνες μετά, λοιπόν, έχουμε κάθε δικαίωμα να χαιρόμαστε με τη χαρά όλων των εργαζομένων, όλων των Πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά μπορούμε να λέμε ότι ένας αγώνας μακρύς και δύσκολος οδήγησε σε μια πραγματική και καθαρή νίκη. Στον αγώνα αυτό έγιναν λάθη, υπήρξαν και στιγμές που οι συνεχείς απόπειρες διάσπασης των εργαζομένων από την πλευρά της Κυβέρνησης, μέσω της αφόρητης και απάνθρωπης πίεσης, πέτυχαν το σκοπό τους. Είναι όμως αυτό ανθρώπινο. Το θαυμάσιο γεγονός είναι ότι οι εργαζόμενοι, και μαζί με αυτούς όλοι εμείς, άνθρωποι απλοί, πολλές φορές αδύναμοι, καταφέραμε τελικά όλοι μαζί να αντέξουμε μέχρι η απάνθρωπη μηχανή του Μνημονίου να ηττηθεί. Και θα είμαστε εδώ αν και όποτε ξανατολμήσουν!

Ας χαρούμε λοιπόν τη νίκη των εργαζομένων, αλλά και ολόκληρου του ΕΜΠ, ας κρατήσουμε ως κεκτημένο ότι ένας αγώνας που δίνεται αποφασιστικά και με τη μέγιστη δυνατή ενότητα φέρνει αποτέλεσμα και ας μοιραστούμε συμπεράσματα κι εμπειρίες που θα συμβάλλουν σε ένα πιο δυνατό και αποτελεσματικό κίνημα μέχρι τη διαμόρφωση ενός Συλλογικού, Δημόσιου, Ακαδημαϊκού και Δημοκρατικού Πανεπιστημίου που οραματιζόμαστε.

 

Μια μεγάλη νίκη!!!